Το σκοτεινό περίγραμμα μιας εκκλησίας, σε απαλό γκρι φόντο. Εξώφυλλο υποβλητικό, booklet αντίστοιχης μυστηριώδους γοητείας στο εσωτερικό: ασπρόμαυρο, μινιμαλιστικό, χωρίς ίχνος πληροφορίας –αφήνονται όλα στη δύναμη των εικόνων. Μόνο το όνομα του Chris Hooson στο οπισθόφυλλο σου επιτρέπει να ξεκλειδώσεις το μυστήριο του Dakota Suite των Vallisa, οι οποίοι βαφτίζονται από το εκκλησάκι του Μπάρι (της Ιταλίας), όπου και ηχογραφήθηκαν ζωντανά τον Νοέμβριο του 2009. Πρόκειται για το νέο πρότζεκτ αυτού του ανήσυχου Άγγλου, με τον ίδιο στο πιάνο και στην κιθάρα, τον David Darling στο τσέλο και τον Quentin Sirjacq στο (πρωταγωνιστικό) πιάνο. Και, ταυτόχρονα, για την καλύτερη ως τώρα δουλειά του, το πιο συμπαγές, όμορφο και με προσωπικότητα άλμπουμ μιας μεγάλης και συνήθως μέτριας δισκογραφίας.

Το Dakota Suite έρχεται ως φυσική κορύφωση στην εργογραφία του Hooson, ουσιαστικά λαμβάνοντας τη σκυτάλη από το Waiting For The Dawn To Crawl Through And Take Away Your Life (2007), όπου ο Άγγλος συνθέτης έδειξε πως έχει βρει το στίγμα του στα νεοκλασικά πελάγη –πεδίο ιδιαίτερα ανταγωνιστικό– αποτινάσσοντας τη (βαριά) σκιά της ECM, χωρίς κάτι τέτοιο να σημαίνει βέβαια ότι τράβηξε σε δραματικά διαφορετικές διαδρομές. Οι εδώ συνεργάτες του αποδεικνύονται δε εξαιρετικοί μουσικοί, ιδίως ο Sirjacq, ο οποίος ανά διαστήματα παίζει εκπληκτικό πιάνο, όντας ρομαντικός χωρίς να γίνεται γλυκερός και μελαγχολικός χωρίς να επιτρέπει πολλά-πολλά στη βορειοευρωπαϊκής λογικής θλίψη. Οι τρεις τους φτιάχνουν έτσι ένα συνεκτικό τρίο κι αυτό αποτελεί ίσως το μυστικό επιτυχίας του άλμπουμ: δεν μοιάζει με το νέο πρότζεκτ του Hooson, μα με δουλειά μιας μπάντας τόσο δεμένης, ώστε ο ένας να αφουγκράζεται διαρκώς τις ανάσες και τους χτύπους της καρδιάς του άλλου.

Τα “Things We Lost Along The Way”, “Des Etres Disparus”, “The North Green Town” και “One Day Without Harming You” αποτελούν χαρακτηριστικές στιγμές μιας ζωντανής σύμπραξης η οποία δεν φτάνει μεν σε μεγαλειώδη επίπεδα, δεν εκπίπτει όμως ποτέ από την ομορφιά. Η διάχυτη μελαγχολία αποφεύγει τα συνήθη κλισέ και εκπέμπεται μέσω συγκρατημένων συγκινησιακών φορτίων, πετυχαίνοντας έτσι να θέλξει και να σαγηνεύσει, παρά να λιγώσει. «Ξεκίνησα να γράφω κάποια κομμάτια ως άσκηση κάθαρσης», διαβάζω μια δήλωση του Hooson. Και σκέφτομαι ότι πέτυχε, τελικά, απόλυτα στη μετάδοση μιας τέτοιας αίσθησης –εξ’ ου, φαντάζομαι, και η σημειολογία με το ιταλικό παρεκκλήσι.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured