Οι Pink Freud είναι ένα συγκρότημα από το Gdansk του πολωνικού βορρά και ουδεμία σχέση έχουν με τους Pink Floyd, πέραν του προφανούς ευφημισμού του ονόματος. Το Monster Of Jazz είναι η τέταρτη στούντιο δουλειά τους, στην οποία επεκτείνουν τον δρόμο που έχουν αρχίσει να διανοίγουν ήδη από τις αρχές της δημιουργίας τους, εκεί γύρω στην αλλαγή της χιλιετίας. Η γνωριμία μου μαζί τους έγινε με τη διασκευή του “Come As You Are”, γύρω στο 2003, η οποία περιεχόταν στο φρέσκο τότε δεύτερο άλμπουμ τους, Sorry Music Polska. Δίνοντας τη δέουσα βαρύτητα στον εν λόγω δίσκο, ανακάλυψα πως η μινιμαλιστική, ορχηστρική εκτέλεση του τραγουδιού του Cobain δεν κέρδιζε την μάχη με άλλες εξαιρετικές (δικές τους) συνθέσεις και ότι, τελικά, οι Pink Freud είναι μία –το δίχως άλλο– αξιόλογη μπάντα, με ιδιαίτερη και αυστηρώς προσωπική τοποθέτηση στη νέα εποχή της jazz.

Το κουαρτέτο, λοιπόν, από τις ακτές της Βαλτικής (που έχει υπάρξει και ως τρίο στο παρελθόν) παίζει jazz. Την κατεβάζει όμως από τους ακαδημαϊκούς της θώκους στο πεζοδρόμιο και στα υπόγεια. Χρησιμοποιεί μια jazz διάλεκτο, η οποία είναι –εν δυνάμει– κατανοητή όχι μόνον από τους μύστες της βαριάς κληρονομιάς της, αλλά και από τους φίλους ενός περισσότερο «εναλλακτικού» ή ενός κάπως εστέτ punk ήχου (διόλου τυχαία το τρίτο τους άλμπουμ τιτλοφορείται Punk Freud). Με άλλα λόγια, οι Πολωνοί δεν πιάνουν την jazz από την πλευρά της φόρμας ή της θεωρίας, μα από το ελεύθερο πνεύμα που αυτή εμφύτευσε στη Δυτική μουσουργία. Και φυσικά αυτό το πνεύμα επιδέχεται τόσων παρεκκλίσεων, τόσων διαφορετικών ερμηνειών, ώστε πρακτικά η συζήτηση περί του αν το τάδε ή το δείνα άκουσμα εμπίπτει στην jazz μοιάζει κάπως ατελέσφορη.

Είπα όμως στην αρχή ότι στο Monster Of Jazz οι Pink Freud ακολουθούν τον δρόμο που έχουν χαράξει με τις προηγούμενες δουλειές τους. Δεν επαναλαμβάνονται όμως –είναι αρκετά οξυδερκείς και δημιουργικοί για κάτι τέτοιο. Αποδεικνύονται όμως και αρκετά μεθοδικοί καθώς για άλλη μια φορά δείχνουν να προχωρούν βήμα-βήμα: να εμπεδώνουν, δηλαδή, τα προηγούμενα ευρήματα, προσθέτοντας κάθε φορά λίγα νέα στοιχεία. Έτσι, ο βασικός κορμός της συνθετικής τους (κυρίως όσον αφορά στο σκεπτικό εκκίνησης), παραμένει εν πρώτοις όψεως αναλλοίωτος,. Υπάρχουν, καταρχήν, οι ποτισμένες με μια δυναμική και γκαζιάρικη punky jazz συνθέσεις, όμοιας κοπής με αυτές του παρελθόντος. Τα καθοδηγούμενα από το rhythm section “Bald Inquisitor” και “Monster Of Jazz”, για παράδειγμα, δείχνουν να βγαίνουν από αυτή τη μαγιά, με το μεν πρώτο να διατρέχεται από ένα drum ‘n’ bass ρυθμικό (παιγμένο, βεβαίως, με φυσικά μέσα), πάνω στο οποίο τα δύο πνευστά (τρομπέτα, σαξόφωνο) συνεισφέρουν εξίσου δυναμικά. Στο δε ακολουθείται ένας nu-jazz/funk δρόμος, στου οποίου το groove παρεμβάλλονται διάφορες ηλεκτρονικές διαλείψεις ή ακόμα κι ένα hardcore ξέσπασμα, διάρκειας μόλις 4-5 δευτερολέπτων. Αν σε αυτά προσθέσουμε και το “Pierun” συμπληρώνουμε τη δυναμική τριπλέτα του δίσκου, μια τριπλέτα που δείχνει ότι οι Pink Freud συνεχίζουν να επενδύουν στο σήμα κατατεθέν τους –αυτές τις «street-jazz» συνθέσεις, κάνοντάς τις ωστόσο ακόμα πιο ανήσυχες και περιπετειώδεις σε σχέση με το παρελθόν.

Κάτι που διαφαίνεται και στο “Warsaw”, σύνθεση που θα μπορούσε εύκολα να εξελιχθεί σε τυπικό ανατολικοευρωπαϊκό jazz κομμάτι, αν οι Πολωνοί δεν αποφάσιζαν να το λύσουν στο ενάμιση περίπου λεπτό, για να χαθούν για λίγο σε σιωπηλούς πειραματισμούς και να επανέλθουν αργότερα στο θέμα τους ώστε να το ξαναλύσουν με διαφορετικό τρόπο. Υπάρχουν επίσης και συνθέσεις όπου οι Pink Freud μπλέκουν σε ελεύθερης φόρμας μονοπάτια, δίχως να αγχώνονται να καλύψουν τους χώρους –δρουν περισσότερο διακριτικά, τονίζοντας έτσι καλύτερα τις ιδέες τους. Εξαιρετικά σε αυτό το πεδίο τα “Braxton” (φόρος τιμής στον Anthony Braxton;), “Spreading The Sound Of Emptiness” και “Red Eyes, Blue Sea And Sun”, με τις όμορφες γραμμές των εγχόρδων να συμβάλλουν σε λυρισμό. Ιδιαίτερη μνεία, αξίζει ενδεχομένως και το “Diamond Way”, στα τρεισήμισι λεπτά του οποίου μας δίνουν τη δική τους οπτική της κουλαριστής, ολίγον κινηματογραφικής νεο-jazz, με το βαρύτονο σαξόφωνο (ως lead όργανο) να δίνει το καλύτερο και αισθαντικότερο πέρασμά του στον δίσκο. Το τελικό αποτέλεσμα επικουρεί σημαντικά και η πολύ καλή παραγωγή (σημείο στο οποίο μάλλον έπασχαν στο παρελθόν), η οποία αναδεικνύει με καθαρότητα τις ιδέες του κουαρτέτου, ενώ καθ’ όλη σχεδόν τη διάρκεια οι τέσσερεις παίζουν (με την βοήθεια της τελικής μίξης βέβαια) ένα ενδιαφέρον παιχνίδι με τις χροιές των οργάνων τους.

Εν ολίγοις, στο Monster Of Jazz οι Pink Freud δείχνουν να βρίσκονται στο καλύτερο στάδιο της, ούτως ή άλλως, αξιόλογης πορείας τους, όντας ίσως πολύ πιο σίγουροι για την υβριδική φύση τους σε σχέση με το παρελθόν. Καταφέρνουν, έτσι, να ακούγονται μεστοί και περιπετειώδεις ταυτόχρονα, βρίσκοντας ίσως τις κατάλληλες ισορροπίες μέσα στην ποικιλόμορφη παλέτα ήχων, από την οποία έχουν αποφασίσει να αλιεύουν. Το παρών και το μέλλον τους δεν μπορεί παρά να είναι συναρπαστικό…

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured