Όσο να πεις, οι συστάσεις έχουν τη σημασία τους. Έχοντας το συνήθειο να περιεργάζομαι εξώφυλλο και λοιπό layout πριν ή έστω κατά τη διάρκεια της πολύ πρώτης ακρόασης, έπεσα αναπόφευκτα πάνω στο εκτενές σχόλιο του Ahmed Abdullah –τρομπετίστας γνωστός από τις συνεργασίες του με μεγάλα ονόματα της αφροαμερικανικής jazz των 1970s (και όχι μόνο), όπως ο Sun Ra ή ο Steve Reid. Σχόλιο που ξεκινάει με την πνευματικότητα από την οποία διαπνεόταν αυτό το κομμάτι της jazz των δεκαετιών του 1960 και του 1970 (αυτής δηλαδή που έθετε απερίφραστα, μέσω της μουσικής πρωτοπορίας, το ζήτημα της αναγνώρισης και σεβασμού της ταυτότητας των μαύρων στην κοινωνία των Η.Π.Α.) και φτάνει στο εγκώμιο του βαρύτονου σαξοφωνίστα/μπάσου κλαρινετίστα Alex Harding. Η σύνδεση που επιχειρείται είναι σαφής. Και αν συνυπολογίσει κανείς ότι ο Harding παίζει στο κουαρτέτο του Abdullah για παραπάνω από μια δεκαετία, τότε δύο τινά μπορεί να συμβαίνουν: α) ο βετεράνος τρομπετίστας είναι απολύτως ειλικρινής β) χρησιμοποιείται ως η έξωθεν καλή μαρτυρία, ως το δόλωμα, επιχειρώντας να επηρεάσει τεχνηέντως την κρίση στο έργο του συνοδοιπόρου του με τη μέθοδο της υποβολής.

Το δεύτερο ενδεχόμενο είναι, βέβαια, διάτρητο. Οι μάσκες, βλέπετε, αργά ή γρήγορα συνηθίζουν να πέφτουν και αποκαλύπτουν τους αδύναμους ώμους που καλούνται να σηκώσουν τις βαριές προσδοκίες. Στην περίπτωση, όμως, του κουιντέτου που ηγείται ο Harding –συμμετέχουν επίσης ο αξιόλογος Ρουμάνος πιανίστας Lucian Ban, ο Brad Jones στο κοντραμπάσο, ο Nasheet Waits στα τύμπανα και ο Andrew Daniels στα κρουστά– οι ώμοι αποδεικνύονται δυνατοί, αρκετά τουλάχιστον ώστε να αντέξουν το ασκούμενο βάρος. Πηγαίνουμε επομένως στην πρώτη περίπτωση, διατηρώντας έστω κάποιες επιφυλάξεις ως προς την εγκυρότητα (όχι την ειλικρίνεια) του συλλογισμού του Abdullah.

Στο The Calling, οι Alex Harding & Blutopia μπορεί να πιάνουν την jazz με μια επαρκή δόση συναισθηματισμού και πνευματικότητας, δύσκολα πάντως θα τους συνέκρινε κανείς ευθέως με εκείνη τη μεγαλειώδη για την jazz εποχή στην οποία αναφέρεται το σημείωμα. Οι ίδιοι άλλωστε μάλλον δεν ευαγγελίζονται ότι είναι διάδοχοι ενός Pharoah Sanders λ.χ. ή «συντοπίτες» με τον Sun Ra στο ίδιο διαγαλαξιακό σύμπλεγμα. Δημιουργούν ελκυστική μουσική, σαγηνευτική, αισθαντική αλλά όχι μαγευτική, αριστουργηματική ή πρωτοπόρα. Δεν αμφισβητούν επαρκώς τις νόρμες, δεν δείχνουν να έχουν σκοπό τον επαναπροσδιορισμό ή την επαναδιατύπωση των κανόνων (τόσο κοινωνικών, όσο και μουσικών), δεν αναλώνονται, εν πάση περιπτώσει, στην εξεύρεση των δικών τους μέσων έκφρασης. Ξέρουν όμως πώς να τρυγούν από τα υπάρχοντα όσα στοιχεία πραγματικά τους ταιριάζουν, ώστε τελικά να δημιουργούν κάτι που, χωρίς να είναι πρωτογενές, είναι εκφραστικό και, ως εκ τούτου, προσωπικό.

Ο Alex Harding με τους Blutopia χειρίζονται επιδέξια τις μελωδίες και τις δυναμικές των οργάνων, διαθέτουν ένα rhythm section κινούμενο υποδειγματικά –και διακριτικά– στο κέντρο της jazz ρυθμολογίας και εμφυσούν ένα επαρκές απόθεμα ψυχής στη μουσική τους (ο Abdullah δεν κλείνει τυχαία το σχόλιό του με την προτροπή «listen with your soul!»). Το The Calling είναι έτσι ένας συμπαγής δίσκος (κυκλοφόρησε το 2005, μόλις φέτος όμως κατάφερε να αγκυροβολήσει στα μέρη μας), με έξι νέες συνθέσεις, δύο ενδιαφέρουσες διασκευές οι οποίες δεν αρκούνται μόνο στη στείρα αναπαραγωγή των πρωτοτύπων –μια στο “Sketch” του ανυπέρβλητου Sun Ra και άλλη μία στο “Cultural Warrior” του Francisco Mora Cattlet– και μια εξαιρετική ενορχήστρωση σε ένα παραδοσιακό κομμάτι, το “Shades Of Ellegua” (προερχόμενο –υποθέτω, λόγω ονόματος– από την πλούσια παράδοση της Δυτικής Αφρικής).

Είτε, λοιπόν, αναφερόμαστε στο bluesy “Spirit Take My Hand”, όπου ο (Αφροαμερικανός) Harding δείχνει να ψάχνει με το βαρύτονο σαξόφωνό του το αρχέγονο δημιουργικό πνεύμα της δικής του παράδοσης (ίσως το… Ellegua του μεταφρασμένου παραδοσιακού;), είτε στο σπιρτόζικο “Quirky”, όπου το πιάνο του Lucian Ban, μαζί με το σαξόφωνο του Harding, οδηγούν σε ζωηρά αυτοσχεδιαστικά μονοπάτια, είτε στο πιο μοντέρνας ευρωπαϊκής κοπής “Estonia”, είτε στο μεταβαλλόμενης έντασης “Blast”, το κουιντέτο καταφέρνει να αποτυπώνει τις μουσικές του σκέψεις με συνθέσεις που στοχεύουν εμφανώς περισσότερο στα αισθαντικά κέντρα του εγκεφάλου και λιγότερο στα ορθολογικά.

Αν, δηλαδή, κοιτάξει κανείς το The Calling αποκλειστικά με τα μάτια της ψυχρής, εγκεφαλικής ή προοδευτικής (ή όπως αλλιώς θέλετε να την ονομάσετε) λογικής, η οποία αναγορεύει την αμφισβήτηση, την έλευση του νέου ως κάτι a priori θετικό, τότε μάλλον δεν πρόκειται για κάτι φοβερό. Η αξία του όμως έχω την αίσθηση πως κρύβεται σε ό,τι ονομάζουμε «ψυχή» σε μια μουσική. Κι αυτή έχει την ικανότητα να μην κλονίζεται από χρονικές συνισταμένες, αν και σίγουρα αποκτά διαφορετική δυναμική όταν καλύπτει και το αίσθημα της πρωτοπορίας. O Alex Harding και οι Blutopia, πάντως, επιλέγουν τον ρομαντισμό, τον αισθητικισμό στην αιώνια διαμάχη τους με τον ορθολογισμό. Και, χωρίς να θεωρώ εαυτόν ικανό να κρίνω εάν διαλέγουν το σωστό στρατόπεδο, ακούγοντας το The Calling ομολογώ πως σίγουρα δεν το κάνουν χωρίς λόγο…

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured