Όπως και να αναγνώσει κανείς το ογκωδέστατο έργο του John Zorn, όποια προσωπική εντύπωση κι αν σχηματίσει για αυτό, αποτελεί νομίζω γενικό συμπέρασμα ότι ο Νεοϋορκέζος δημιουργός αποτελεί ένα καλλιτεχνικό φαινόμενο, μια περίπτωση που δεν χωράει σε κατηγοριοποιήσεις και στεγανά. Υπερδραστήριος από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 (οι δισκογραφικές του δουλειές ανέρχονται σε τριψήφιο νούμερο!), ο Zorn έχει καταφέρει να προσδώσει στο μουσικό του όραμα κάθε πιθανή και απίθανη μορφή παραμένοντας, με έναν διαστροφικό σχεδόν τρόπο, πιστός στη βασική του αρχή: τη χωρίς συμβάσεις καλλιτεχνική έκφραση. Είτε επιδίδεται σε (ακατάληπτες για μερικούς) συνδέσεις της free jazz με το hardcore ή το noise, είτε εμπλουτίζει τις συνθέσεις του με νεο-κλασικές απολήξεις, είτε ασχολείται με την εβραϊκή μουσική κουλτούρα, είτε κάνει όλα τα παραπάνω μαζί, καταφέρνει να παραμένει οξυδερκής, ευρηματικός και πρωτοπόρος. Και να θεωρείται, έτσι, δικαίως, ως εκ των λίγων ικανών να μεταφέρουν επιτυχώς και με την απαραίτητη ανανέωση όλα αυτά τα αντικρουόμενα μουσικά ήθη στον 21ο αιώνα.

Στο Alhambra Love Songs πάντως, ο John Zorn παραμερίζει λιγάκι το ρηξικέλευθο της συνθετικής του και δημιουργεί έντεκα συνθέσεις για ένα τυπικό jazz trio (πιάνο, μπάσο, drums) προτάσσοντας μια άδολη και ανεπιτήδευτη ομορφιά. Έντεκα συνθέσεις, χωρίς βίαια σκαμπανεβάσματα τονικότητας ή ρυθμών, χωρίς αφαιρετικές βουτιές σε πειραματικές φόρμες, με μεγάλο, όμως, ποσοστό της γλυκύτητας και της κομψότητας που μπορεί να φέρει ένα τέτοιου είδους jazz trio. Η βαρύτητα στο άλμπουμ δείχνει να μεταφέρεται από τον προοδευτικό εγκέφαλο του καλλιτέχνη στον ρομαντικό ψυχισμό του, συνθέτοντας έτσι, πιθανότατα, τον πιο ήπιο, γοητευτικό, διακριτικό και προσιτό δίσκο του. Το ότι μιλάμε για τον ίδιο άνθρωπο που υπέγραψε (για παράδειγμα) το Six Litanies For Heliogabalus με τους Moonchild Trio – εμπνευσμένο από «έναν αυτοκράτορα/τέκνο θεού που έκανε τον Νέρωνα ή τον Καλιγούλα να φαντάζουν συνηθισμένοι άνθρωποι» – ή τους δίσκους των διαβόητων (πλέον) Naked City παλαιότερα, δείχνει απλώς το τεράστιο μουσικό εύρος πάνω στο οποίο περιηγείται ο Ζορν από την αρχή της διαδρομής του, αλλά και την ακόρεστη καλλιτεχνική ανησυχία που αυτή η διαρκής περιήγηση επιφέρει. Με κάθε του νέα δουλειά, άλλωστε, δηλώνει ευθαρσώς πως δεν έφτασε ο καιρός του απολογισμού (αν έρθει και ποτέ δηλαδή). Kαι με την ώρα για νοσταλγικές best of κυκλοφορίες να φαντάζει ακόμη μακρινή, ο δείκτης του χρόνου δείχνει στον ενεστώτα, αυτόν της δημιουργίας. Αυτό το τώρα του Zorn άλλωστε, συνεχίζει να είναι συναρπαστικό.

Τις έντεκα συνθέσεις του δίσκου ο Zorn τις αφιερώνει στο Σαν Φρανσίσκο και σε ισάριθμες προσωπικότητες των τεχνών που έδρασαν (ή δρουν ακόμα) εκεί – από τον Mike Patton ως τον Clint Eastwood και από τον Vince Guaraldi ως τον David Lynch. Τις εναποθέτει δε (μιας και ο ίδιος δεν εμφανίζεται εκτελεστικά με το σαξόφωνό του, αλλά ως συνθέτης και παραγωγός) σε ένα ικανότατο τρίο απαρτιζόμενο από τον Rob Burger στο πιάνο, τον Greg Cohen στο ηλεκτρικό μπάσο και κοντραμπάσο και τον Ben Perowsky στα τύμπανα, όλοι τους με ξεχωριστό και αρκετά πλούσιο βιογραφικό. Αυτό που ακούμε, λοιπόν, στο Alhambra Love Songs μοιάζει να συνδυάζει με εκλεκτικότητα την παράδοση των συγκεκριμένων jazz trio (πιάνο/μπάσο/drums δηλαδή) έτσι όπως αυτή έχει μεταφερθεί στις μέρες μας, αρχής γενομένης από τον μεγάλο Bill Evans ή τον Vince Guaraldi, έως τον αδικοχαμένο Esbjorn Svensson, προσθέτοντας ελαφριές πινελιές από την σπιρτάδα του funk και την ελαφρότητα της pop.

Οι τρεις δε μουσικοί, αποδεικνύονται εξαίρετοι ερμηνευτές των συνθετικών ιδεών του Zorn. Ο Burger σηκώνει με άνεση το μελωδικό βάρος τους, κρατώντας αξιοθαύμαστες δυναμικές (το “Half Moon Bay” ή το “Tamalpais” είναι χαρακτηριστικά)• ο Cohen δείχνει αρκούντως δυναμικός με το ηλεκτρικό μπάσο όπου απαιτείται (π.χ. στις πιο ζωντανές στιγμές του δίσκου, “Novato” και “Larkspur”), υιοθετώντας πιο jazz και soulful παίξιμο – με κοντραμπάσο – σε πιο συναισθηματικές στιγμές (“Half Moon Bay”)• και ο Ben Perowsky αποτελεί τον σιαμαίο δίδυμο του Burger στο rhythm section, είτε ακολουθώντας τον σε πιο ενεργειακά παιξίματα, είτε παραδίδοντας μαθήματα ντραμιστικής διακριτικότητας (“Tamalpais” και “Tiburon”). Μια ιδιαίτερη αναφορά αξίζει στο “Miramar”, το οποίοο περιέχει, μέσα στο ενάμιση μόλις λεπτό της διάρκειάς του, ένα φανταστικό θέμα για σόλο πιάνο, καθώς και στο “Tiburon”, όπου περιέχονται και σημεία προετοιμασμένου πιάνο: αποτελεί τη στιγμή όπου η διάνοια του συνθέτη και των τριών μουσικών λάμπουν με τη μεγαλύτερη δυνατή ευκρίνεια στο υπό συζήτηση πλαίσιο.

Με απλά και λίγα λόγια, το Alhambra Love Songs είναι ένας δίσκος που μπορεί να μην εντυπωσιάζει, καταφέρνει όμως να γίνει αρκετά εθιστικός. Εκπέμπει βλέπετε μια ομορφιά, μια λεπτότητα συναισθημάτων και μια μουσική εκλεκτικότητα που στις μέρες μας φαντάζει αρκετά δύσκολο να βρεθεί. Καθίστε αναπαυτικά λοιπόν και αφήσετέ τον να σας οδηγήσει αυτός. Το μόνο σίγουρο είναι πως δεν θα βγείτε χαμένοι…

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured