Toν vintage ήχο πολλοί αγάπησαν, το πολύπαθο, πολυερμηνευμένο indie επίσης. Όλο και λιγότεροι όμως είναι αυτοί που παρουσιάζονται ικανοί να προσεγγίσουν αυτές τις δύο -πολυφορεμένες πια στα όρια του κορεσμού- ποιότητες με έναν τρόπο που έχει αυτό το «κάτι» να πει στην επίσης πολύπαθη εποχή μας που τα έχει δει και ακούσει όλα -και ιδίως όλες τις ‘60s αναβιώσεις που μπορεί να αντέξει.

O τραγουδοποιός και μουσικός Στράτος Κύρης, γνωστός από το γκαζωμένο παρελθόν του με τους Monovine, δηλώνει με το νέο του project 33 Lovers ότι  σε αυτήν την κατηγορία των επίλεκτων που μπορούν να βουτήξουν στην κιθαριστική γεμάτη ιερά τέρατα πλευρά της μουσικής δεκαετίας του ’60 και να αναδυθούν στην επιφάνεια χωρίς να έχουν πνιγεί, χωρίς να έχουν μπερδευτεί κρατώντας σφιχτά ως τρόπαιο της επιτυχημένης βουτιάς τους μια χούφτα ξεκάθαρες, λιτές και γι’ αυτό ίσως και τόσο πολύτιμες ιδέες για το τι τραγούδια θέλουν να γράψουν. Τραγούδια φωτεινά και γλυκόπικρα, για τον έρωτα και την αγάπη, τραγούδια που ανθίζουν σαν λουλούδια μέσα από μια αλληλουχία απλών συγχορδιών, μέσα από σχεδόν αρχετυπικά και κομψά ατελή αρπίσματα, μέσα από τα διδάγματα των flower children χωρίς ωστόσο να ριψοκινδυνεύουν ούτε στιγμή μια -πολύ εύκολη για άλλους- διολίσθηση στην άχαρη κατηφόρα των cheesy κακέκτυπων. Πώς τα καταφέρνει; Με το πρώτο του album ως 33 Lovers Ghost Flower. Ναι αλλά πώς τα καταφέρνει; Εκεί βρίσκεται όλη η μαγεία και δεν έχει ιδιαίτερη σημασία.

Γιατί αυτό που έχει σημασία είναι ότι το Ghost Flower είναι από εκείνους τους δίσκους που τους βάζεις στο πικάπ και με την πρώτη στροφή όλα παύουν να έχουν ιδιαίτερη σημασία. Δεν χρειάζονται αναλύσεις, δεν χρειάζονται μπρος πίσω, «τι ήθελε να πει εδώ» και «ω τι έκανε εκεί», τίποτα τέτοιο. Η διακριτική πλην πολύτιμη βέβαια συνδρομή του Βασίλη Νισσόπουλου στην παραγωγή του album είναι από μόνη της ένα «ω τι έκανε» καθώς πρόκειται για ένα κομψοτέχνημα σεμιναριακής ενσωμάτωσης της όποιας «vintage αισθητικής» σε ένα σύγχρονο δισκογράφημα με τον χρυσό κανόνα «ουκ εν τω πολλώ το ευ» κρεμασμένο μάλλον σε κάποια περίοπτη θέση πάνω από την πόρτα του studio. Αλλά ακόμα κι αυτή κυλάει τόσο αβίαστα στα ρυάκια των τραγουδιών που δεν σε αποσπά από το σύντομο, πολύχρωμο ταξίδι του δίσκου, δεν σε κάνει να τη σκεφτείς σε μια τεχνική διάσταση που θα σε πέταγε έξω από το ενστικτώδες feeling της ακρόασης, παρά τραβάει ακόμα περισσότερο τις κουρτίνες, για να μπει το φως ενός ήλιου που είχαμε ξεχάσει ότι μπορεί να υπάρξει σε έναν δίσκο το 2023.

Κιθάρες που αιχμαλωτίζουν με τις μνήμες που ξυπνούν, γλυκό μπάσο, πλήκτρα από παιδικά και νεανικά όνειρα δύο, τριών και τεσσάρων γενεών πίσω και τραγούδια το ένα καλύτερο απ’ το άλλο χτίζουν το soundtrack για το πιο mellow τριπάρισμα σε νοερά χωράφια με φράουλες όπου δίνουν ραντεβού οι Beatles και οι Velvets με τoν Elliott Smith, τους Oasis και τα υπόλοιπα πνευματικά τους παιδιά από το μέλλον.

Κάθε λεπτό του Ghost Flower έχει μια ομορφιά που όλο και περισσότερο σπανίζει πια, όλο και λιγότερη αυτονόητη γίνεται. Από το υποδειγματικό εναρκτήριο “The Sun Is Up” που ακούγεται λες και κάποιος σήκωσε έναν καθρέφτη για να δουν οι Velvet Underground και η Nico το είδωλο ενός κυριακάτικου πρωινού της στα νέα ‘20s μέχρι τις μακρινές ανάσες των χρυσοκάστανων Stranglers στο “Phantosmia” κι από από το mellotron του “Trippin’” μέχρι τα επιμελώς ατημέλητα αλλά τόσο συγκινητικά perfect imperfections του “Bigger Lighter Glow” βγαλμένα από κάποιο όνειρο στο οποίο τα έλεγαν ο Bob Dylan, ο Jackson C. Frank και ο Daniel Johnston το πρώτο αυτό album αυτό είναι μισάωρη ευτυχέστατη συγκυρία ακρόασης.

Για την ακρίβεια κάτι λιγότερο από μισάωρη. Keep it short, keep it simple, keep it beautiful.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured