Ο ήχος είναι περιπέτεια. Και όχι μόνο στα όσα αφορούν στο καινούργιο, στο διαφορετικό, στο πρωτόφαντο και στο ξεχωριστό. Ο ήχος ορίζεται ως περιπετειώδες τοπίο ακριβώς όταν βάζει τον ακροατή σε ένα –επιτρέψτε μου την έκφραση– σαφάρι γνώσεων. Διότι από τον συνθέτη μαθαίνεις τη γεωγραφία μιας καινούργιας χώρας. Γι' αυτό και βαριόμαστε όταν περπατάμε συνθέσεις που έχουν θύμησες από μνήμες άλλων δίσκων, εποχών, καλλιτεχνών. Και για τον ίδιο ακριβώς λόγο μας εξιτάρει όταν διασχίζουμε «γεφύρια» και «οροπέδια» τα οποία δεν έχουμε ιχνηλατήσει.
 
Αν και (εκ της συμβάσεως) ο πειραματικός ήχος υπόσχεται μια τέτοια εμπειρία, τα τελευταία 15 –ειδικότερα– χρόνια έχει παρατηρηθεί κι εδώ το φαινόμενο του κορεσμού. Η υπερπληθώρα των κυκλοφοριών ή τα αυτονόητα στην εξέλιξη μιας ενορχήστρωσης κατέστησαν τον πειραματικό χάρτη ευανάγνωστο σε πολλούς, διευκολύνοντας το περπάτημα στα μέχρι πρότινος δύσβατα μονοπάτια του: το τερέν έπαψε πια να αφορά έναν πολύ σφιχτό και μικρό πυρήνα οπαδών, αλλά και εκφραστών. Επομένως, η περιπέτεια, όπως και το αναπάντεχο, εντοπίζονται πλέον με μετρητή –και όχι επί τη εμφανίσει.

Πόση λοιπόν ικανοποίηση (και πώς αλήθεια να την εκφράσεις;) αντλείται όταν από τα ηχεία μας ακούγονται δουλειές του Μιχάλη Αδάμη από την περίοδο 1964-1977, ενός συνθέτη που σε κανένα σημείο της σταδιοδρομίας του δεν αρκέστηκε στο αυτονόητο; Η συγκεκριμένη μάλιστα έκδοση –αρθρωμένη σε 2 CD, με 24σέλιδο δίγλωσσο ένθετο και με κείμενα του Θοδωρή Καραθόδωρου– είναι προσεγμένη μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας και ελάχιστα έχω έτσι να προσθέσω για την αρτιότητα της αισθητικής της, όπως και για το πληροφοριακό υλικό που παρέχει. Άλλωστε ο Αδάμης, ο οποίος έφυγε τον Φεβρουάριο (λίγες μόλις μέρες πριν από τη ρετροσπεκτίβα που διοργανώθηκε προς τιμήν του στη Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών), άφησε πίσω του έργο που χρήζει μελέτης. Κι αυτό έχει να κάνει με τη σύμπραξη της υπερατλαντικής μουσικής του παιδείας με τα εσωτερικά μνημονεύματα της ελληνικής παρακαταθήκης ήχων.

Σε σύγκριση με τους άλλους δύο κολοσσούς πειραματικής μουσικής με ελληνική καταγωγή –τον Γιάννη Ξενάκη και τον Γιάννη Χρήστου– τα έργα του Αδάμη που ακούμε εδώ πιστοποιούν, πρώτον, την απόσταση από την έλλειψη συναισθηματικότητας που χαρακτηρίζει τις καθαρόαιμα αλγοριθμικές δουλειές του πρώτου και, δεύτερον, την εγγύτητα στην καθημερινότητα που απουσίαζε συνήθως από τον Χρήστου. Τα περίφημα τζιτζίκια του Ξενάκη μπορεί να χάθηκαν μέσα στις μαθηματικές φιγούρες του εξαίσιου αυτού συνθέτη, στις ηχογραφήσεις όμως του Αδάμη θα τα ακούσετε να χτυπούν τα λιλιπούτεια φτερά τους δίπλα σας. Από την άλλη, ενώ τα έργα του Χρήστου χανόταν στην αυτοψυχανάλυση και στην τρομώδη κατάβαση προς την ευρωπαϊκή κουλτούρα –κι ας τα στοίχειωναν ελληνικά οράματα– ο Αδάμης διατηρεί μια συγκινητική συνδεσμολογία με το εγχώριο τοπίο. Ο βυζαντινός κανόνας στο "Μοιρολόι" του 1970 (για δύο ψάλτες, δύο ισοκράτες, κρουστά και μαγνητοταινία) ή στο "Κράτημα" του 1971 (για ψάλτη, όμποε, τούμπα και ηλεκτρακουστική μουσική), αλλά και τα ίδια τα έντομα και τα θροΐσματα των φύλων ("Μινυρισμός", 1966) διατηρούν μια ακατέργαστη μα συνάμα εμπνευσμένη χροιά, η οποία τα καθιστά αναγνωρίσιμα μέσα σε δευτερόλεπτα.

Βασικό ωστόσο στοιχείο των έργων του Αδάμη είναι η μουσικότητα, πράγμα που έχει να κάνει με τις σπουδές του στη Βοστόνη. Γιατί η αμερικάνικη νομενκλατούρα του πειραματικού ήχου διαφέρει αισθητά από την αντίστοιχη της Ευρώπης: η εγκεφαλικότητα των κονσερβατορίων της τελευταίας πολλές φορές υπερβαίνει και την ίδια τη σημασία του ήχου, σε αντίθεση με την αμερικανική λογική, η οποία απαιτεί τη μουσικότητα να ενυπάρχει ως λίθος επικοινωνίας με το κοινό (το διαπιστώνουμε ακόμα και σε περιπτώσεις fiction αναλογικού harsh, όπως του Emil Beaulieau). Κι αυτή ακριβώς η μουσικότητα δεν έλειπε από τον Αδάμη ακόμα κι όταν προχωρούσε σε ανακατατάξεις ήχου μέσω μαγνητοφώνων, στις παλιότερες ηχογραφήσεις του της δεκαετίας του 1960.
 
Σαφώς βέβαια θα βρείτε εδώ και στιγμές που φανερώνουν ηλικίες και πεπερασμένες σχολές, όπως για παράδειγμα τον "Γλάρο ΙΙ" (σύνθεση του 1977, εκ νέου δουλεμένη το 2006), όπου το φλάουτο απηχεί δρόμους του ευρωπαϊκού νεο-ρομαντισμού κατά τη δεκαετία του 1970. Από την άλλη, μπορεί ο προαναφερθείς "Μινυρισμός" να θυμίζει τα πειράματα με μαγνητοταινία τα οποία πραγματοποιήθηκαν στις Η.Π.Α. του 1960, σε κανένα ωστόσο σημείο του δεν ακούγεται ως κάτι που ανήκει αποκλειστικά στο παρελθόν. Κάτι ανάλογο ισχύει και για την "Ιφιγένεια Εν Αυλίδι" (1970): η ενορχήστρωση απηχεί μεν τις λογικές μετάβασης (και όχι πλέξης) που ίσχυαν τότε –με δεδομένη και την εν Επιδαύρω εκτέλεση της σύνθεσης την ίδια χρονιά– αλλά έχει τρομακτικό ενδιαφέρον ότι ακούμε ένα όμποε να αναπαριστά το αρχαιοελληνικό ηχητικό σύμπαν.

Μην αφήσετε αυτήν την έκδοση να σας ξεφύγει σε περίπτωση που ενδιαφέρεστε γα τον παγκόσμιο χάρτη της πειραματικής μουσικής. Ακριβώς εξ αιτίας της σύμπλευσης ελληνικού και παγκόσμιου ηλεκτρακουστικού ήχου, θα βρείτε απαράμιλλα σημεία προς απόλαυση.  

{youtube}teebv8Gogzw{/youtube}

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured