View More

Θανάσης Παπακωνσταντίνου και οι λαϊκεδέλικα - Τα Ζωντανά

Label
Λύρα
Κυκλοφορία
Ιουν-04
Βαθμολογία
8
Κείμενο: Γιώργος Φλωράκης

Δεν θα σου πω αν πρέπει να πάρεις το άλμπουμ, μη με ρωτάς αν η καρδιά σου έσφιγγε πριν φορτώσει η σελίδα - το έχεις ήδη. Και πήγες στο Γυάλινο Μουσικό Θέατρο το Μάρτιο του 2003, και στριμώχτηκες σ' αυτόν τον σκυλάδικης νοοτροπίας χώρο (με ανταμοιβή όμως την πιο λαϊκή και κρασοκατανυκτική πλευρά του ετεροβαρούς μίγματος), και θαύμασες στο Gagarin τον επόμενο Οκτώβρη την πιο ηλεκτρική του πλευρα, και κάθισες σταυροπόδι στο Θέατρο Χώρα, τον περασμένο Φλεβάρη ή Μάρτη, γνωρίζοντας πλέον και την τελευταία λεπτομέρεια μιας τελειοποιημένης, μέσα στο χύμα της, παράστασης. Μιας γοητευτικότατης σύγχυσης που αντανακλά το πιο ζωντανό κομμάτι του μανιερίστικου, πλέον, "εντέχνου", τη βιωματική παράδοση και μια post-punk λογική που σαφώς έχει επιβάλλει ο Μπάμπης Παπαδόπουλος (βλ. Τρύπες), ο οποίος τράβηξε και το μεγαλύτερο κουπί της ενορχήστρωσης. Από την άλλη, ο ίδιος ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου φρόντισε ώστε αυτή η έκδοση να αφορά ελάχιστους πέρα από εκείνους που τον παρακολούθησαν ζωντανά. Αποτελεί περισσότερο μια καρτ-ποστάλ αυτής της ιδιόμορφης και εν τέλει πανέξυπνης γεωμετρίας αισθημάτων και οργάνων (ο όρος χημεία είναι εκ του χρόνου αυτονόητος), η οποία όμως βασίζεται στο κομμάτι του προγράμματος που χαίρεσαι μετά τη δεύτερη ή τρίτη φορά που τον έχεις παρακολουθήσει. Να είναι η μόνιμη εμμονή του για εξαφάνιση κάθε ίχνους αγοραίας λογικής ή το ότι έχει αναπτύξει μια πιο προσωπική και συμ-βιωματική (τουλάχιστον στα λίγα λεπτά που κρατά η ευγενής φαντασίωση στο μυαλό όσων των παρακολουθούν ζωντανά) σχέση με το κοινό του, κι αρκείται εκεί; Ό,τι και να 'ναι, επιστρέφουμε στο αρχικό συμπέρασμα: Ο δίσκος αυτός περιλαμβάνει ερμηνευτικά κι οργανοπαιχτικά ζενίθ ενός χρόνου επιλεγμένων εμφανίσεων, περισσότερο με τη λογική του απογαλακτισμού από το κοινό που είδε φως και μπήκε. Κι εκεί είναι που μένουμε μετέωροι. Θα θέλαμε π.χ. να ακούσουμε τον "Πεχλιβάνη", με τη μπάντα να παίζει ταυτόχρονα δύο κομμάτια, ένα αμιγώς λαϊκό και ένα αμιγώς θορυβώδες rock κομμάτι, καταλήγοντας σε ντελιριακό κλείσιμο που θα θύμιζε noisy rock μπάντες. Δεν υπάρχει εδώ. Κομμάτια όπως το "Κάτω απ' το Μαξιλάρι", η "Τράτα", η "Ανδρομέδα", που δεν υπάρχει στόμα να μην τραγουδήσει αφθόρμητα ζωντανά, επίσης απουσιάζουν. Και μια διονυσιακή και συνάμα λαμπυρίζουσα "βαλκανική" εκτέλεση του στουντιακώς αποξηραμένου "Δένδρο Μοναχό", θα ήταν ό,τι πρέπει. Και μια ακόμα πιο, έστω και επιλεκτική -χάριν οικονομίας χώρου- παρατήρηση, μας αποκαλύπτει ότι ας πούμε από τον "Βραχνό Προφήτη" περιέχει τα "Σαμπάχ", "Ούτε Τριγμός Ούτε Λυγμός", "Α. Μάνθος", "Παλιά Πηγή", "Οι Γριές", "Ήμερος ύπνος" και δεν έχει ας πούμε το "Όταν Χαράζει" ή τον "Πεχλιβάνη". Κι ο "Αποσπερίτης";Η ουσία είναι ότι με τη βοήθεια της πιο αξιόλογης μπάντας αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα, η μουσική του Θανάση Παπακωνσταντίνου έχει καταφέρει να εισέλθει στην αισθητική, το γούστο και -γιατί όχι- στο ντεκόρ της καθημερινότητας ενός ευρέως φάσματος ακροατηρίου. Δεν είναι απλώς "εμπλοκή" της παράδοσης σε ένα στρατευμένο και ελαφρώς μανιερίστικο ροκίζον fusion. Είναι η ίδια η παράδοση (κι αυτό μπορεί να το δει κανείς παντού, στους ρυθμούς, στη δομή και την ουσία των στίχων, ακόμα και σε εισαγωγές από παραδοσιακά τραγούδια ή στη διασκευή ενός παραδοσιακού της Πάτμου), όπως την ζει και τη χαίρεται το "κεφάλι" της υπόθεσης, ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου, μαζί με τη βασική πλέον ερμηνεύτρια (που γίνεται όλο και καλύτερη) Μάρθα Φριτζήλα. Όχι όμως μια παράδοση αποστειρωμένη (πέραν των άμεσων αναφορών), ούτε με cult, φολκλορικές προεκτάσεις. Aποτελεί παράδοση που στα χέρια μιας μπάντας που μπλέκει τη μελόντικα, το βιολί, την τρομπέτα, τις κιθάρες και τη φυσαρμόνικα, μεταλλάσσεται σε κάτι πρωτότυπα γοητευτικό. Κι έτσι, όπως και στην παράσταση, το τελευταίο πράγμα που παίζει ρόλο, είναι τα συγκεκριμένα κομμάτια για το οποία ήρθε κανείς. Εκεί κάπου στην δεύτερη ώρα, μοιάζεις με πεταλούδα πιασμένη στους τροχούς ενός απόλυτα διυλισμένου μίγματος πνευστών βαλκανικής λογικής, τζαζ και noir χρωμάτων, ακόμα και κιθαριστικών ξεσπασμάτων, χωρίς να ξεχνάς ποτέ ότι αυτό που ακούς είναι ελληνικό τραγούδι. Αλλά και να το ξεχνάς, υπάρχουν εμβόλιμα μυσταγωγικά εμβάσματα. Ίσως αυτή είναι και η λογική του Θανάση Παπακωνσταντίνου στην επιλογή των κομματιών, πέρα από την (έστω και σαφώς ελιτίστικη) ικανοποίηση αυτής της μεγάλης μερίδας ανθρώπων με τους οποίους έχει αναπτύξει αυτού του είδους την ιδιότυπη σχέση.

Top