Hot Face – Automated Response

Ζήτω οι κιθάρες! Φέτος δεν έχουμε internet wonders όπως οι Geese ή οι Turnstile, έχουμε όμως ενδιαφέρουσες κιθαριστικές κυκλοφορίες, με το Automated Response των Hot Face να αποτελεί μία από αυτές. Οι νεοσύστατοι βρετανοί επιδιώκουν να μεταφέρουν την ακατέργαστη, ωμή ατμόσφαιρα της συναυλιακής εμπειρίας μέσα στη δισκογραφία τους, με το ντεμπούτο άλμπουμ τους που κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 2026 μέσω της Speedy Wunderground, αποτελώντας μια εκρηκτική συμπύκνωση garage punk, psych rock, noise και post-punk στοιχείων μέσα σε μόλις 24 λεπτά.

Οι Hot Face είναι ένα psych-punk τρίο από το Λονδίνο, το οποίο ξεκίνησε χτίζοντας τη φήμη του μέσα από μικρούς χώρους, DIY συναυλίες και μια ολοένα αυξανόμενη παρουσία στη βρετανική ανεξάρτητη σκηνή. Από τις πρώτες τους κυκλοφορίες φάνηκε πως δεν ενδιαφέρονταν για την καθαρότητα της παραγωγής ή για τις συμβάσεις του σύγχρονου indie rock. Ο ήχος τους βασίζεται στην παραμόρφωση, στα νευρικά riffs, στα απρόβλεπτα ξεσπάσματα και σε μια ψυχεδελική διάθεση που συχνά συναντά το garage punk και το noise rock, με τις κιθάρες-ξηράφια να πρωταγωνιστούν. Η μέχρι σήμερα δισκογραφία τους περιλαμβάνει τα singles “Dura Dura” (2023), “17 Day Migraine” (2024), “Pink Liquor” (2025) και “Bumble Been” (2026), τα οποία λειτούργησαν ως μια λαχταριστή γεύση της αισθητικής τους, που τελικά οδήγησε στο πρώτο τους ολοκληρωμένο άλμπουμ.

Η πορεία προς το Automated Response είναι τόσο ενδιαφέρουσα όσο και το ίδιο το άλμπουμ. Η ιστορία ξεκινά στο φεστιβάλ Left Of The Dial στο Ρότερνταμ, όπου μετά από μια χαοτική μεταμεσονύκτια εμφάνιση, το συγκρότημα και ο παραγωγός Dan Carey αποφάσισαν να ηχογραφήσουν έναν δίσκο που θα αποτύπωνε την ενέργεια των συναυλιών τους χωρίς φίλτρα και διορθώσεις. Το σχέδιο ήταν παράτολμο. Ολόκληρος ο δίσκος ηχογραφήθηκε μέσα σε μία ημέρα, σε τρεις λήψεις κατευθείαν σε ταινία, με την τελευταία να πραγματοποιείται μπροστά σε κοινό. Λίγο αργότερα οι Hot Face βρέθηκαν στο Studio 3 των Abbey Road Studios, όπου κατέγραψαν το υλικό που τελικά αποτέλεσε το άλμπουμ.

Αυτή η διαδικασία εξηγεί απόλυτα τον χαρακτήρα του δίσκου. Το Automated Response δεν ακούγεται σαν ένα προσεκτικά επεξεργασμένο στούντιο έργο. Ακούγεται σαν μια μπάντα που βρίσκεται μόνιμα στο χείλος της κατάρρευσης και καταφέρνει να βγαίνει αλώβητη χάρη στο ένστικτό της, αλλά και χάρη στην παραγωγή του Dan Carey, ο οποίος φροντίζει να διατηρεί τις ατέλειες, τις παραμορφώσεις και τη φυσική τραχύτητα των εκτελέσεων.

Το άλμπουμ ανοίγει με το “Defenestration”, ένα σύντομο αλλά ιδιαίτερα επιθετικό κομμάτι, με τις κιθάρες να μοιάζουν να βγαίνουν από χαλασμένο ενισχυτή, ενώ η μπάντα παρουσιάζει αμέσως τη φιλοσοφία της: καμία εισαγωγή, καμία προειδοποίηση, μόνο άμεση επίθεση. Το “Sinnes” συνεχίζει σε αντίστοιχο ρυθμό, με περισσότερο groove και έναν σχεδόν χορευτικό πυρήνα κάτω από τα στρώματα θορύβου. Εδώ γίνεται εμφανής η post-punk πλευρά των Hot Face, η οποία ισορροπεί δημιουργικά με το garage υπόβαθρο, θυμίζοντας κάτι από Wire.

Το “Liar” είναι κολλητικό, το “Bumble Been” εκρύγνειται σε μόλις ένα λεπτό, θυμίζοντας την κλασσική punk λογική όπου ένα τραγούδι τελειώνει ακριβώς τη στιγμή που έχει πει όσα χρειάζεται να πει, ενώ στο “Cruel Tutelage” το συγκρότημα απλώνεται περισσότερο χρονικά και παρουσιάζει μια πιο σύνθετη, ίσως συναισθηματική, πλευρά του. Οι ψυχεδελικές αναφορές γίνονται εντονότερες και η σύνθεση αποκτά μεγαλύτερη δυναμική ανάπτυξη.

Στη συνέχεια, το “Red Fuzz”, με τις κιθάρες να φέρνουν στο μυαλό τόσο την αμερικανική garage παράδοση όσο και τις πιο βρόμικες στιγμές του βρετανικού psych rock. Το “Pink Liquor” που ακολουθεί είναι ίσως το πιο ολοκληρωμένο κομμάτι του δίσκου. Εδώ οι Hot Face πετυχαίνουν την καλύτερη ισορροπία ανάμεσα στη μελωδία και την ωμή ενέργεια, σε ένα ιδιαίτερα αποτελεσματικό ρυθμικό σκελετό.

Το ομώνυμο “Automated Response” συμπυκνώνει θεματικά και ηχητικά το σύνολο του έργου και την αίσθηση μιας κοινωνίας που λειτουργεί μηχανικά, με την παρανοϊκή ταχύτητα και την ειρωνική διάθεση να αποτυπώνονται μέσα σε μόλις ενενήντα δευτερόλεπτα. Το “Cavern Killer” επιστρέφει στον πιο βαρύ και σκοτεινό χαρακτήρα του συγκροτήματος, σε μία υπόγεια, απειλητική ατμόσφαιρα, ενώ το φινάλε έρχεται με το “I Love You”, ένα τραγούδι που χρησιμοποιεί έναν παραπλανητικά απλό τίτλο για να κλείσει τον δίσκο με έναν συνδυασμό σαρκασμού και θορύβου.

Συνολικά, το Automated Response σίγουρα δεν είναι ένας τέλειος δίσκος (δεν το επιδιώκει επ' ουδενί άλλωστε), αλλά ακριβώς η ακατέργαστη φύση του και το περιβάλλον μέσα στο οποίο δημιουργήθηκε αποτελούν το μεγαλύτερο πλεονέκτημά του. Οι Hot Face καταγράφουν μια στιγμή, μια μπάντα και μια συναυλιακή ενέργεια σχεδόν αυτούσια, χωρίς να ενδιαφέρονται για ένα κρυστάλλινο στουντιακό άλμπουμ. Το αποτέλεσμα θυμίζει ένα χαμένο νήμα που συνδέει το βρετανικό punk των 70s, την garage αναβίωση των 2000s και τη σύγχρονη ψυχεδελική σκηνή του Λονδίνου, σε μια δουλειά που και λόγω της διάρκειας της διατηρεί αμείωτη ένταση και αφήνει την αίσθηση ότι το συγκρότημα έχει ακόμη πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες να εξερευνήσει.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured