4 άλμπουμ που αξίζει να ακούσεις αυτή την εβδομάδα

Η εβδομάδα κλείνει με τέσσερις δίσκους που δύσκολα χωρούν σε μία μόνο μουσική κατηγορία. Η Beth Orton επιστρέφει με ένα βαθιά συγκινητικό έργο που μετατρέπει την απώλεια σε ελπίδα, ο Olof Dreijer των The Knife αποκαλύπτει επιτέλους το πρώτο ολοκληρωμένο προσωπικό του άλμπουμ γεμάτο πολυρυθμίες και ηλεκτρονική ευφορία, οι Chanel Beads εξελίσσουν ακόμη περισσότερο την αινιγματική τους experimental pop, ενώ η Kelsey Lu παραδίδει έναν κινηματογραφικό δίσκο που ισορροπεί ανάμεσα στη soul, την ορχηστρική pop και τη σύγχρονη κλασική μουσική. Τέσσερις διαφορετικές προσεγγίσεις, τέσσερις ξεχωριστές μουσικές εμπειρίες που αξίζουν την προσοχή σας.


Beth Orton – The Ground Above (Partisan)

Η Beth Orton επιστρέφει με έναν από τους πιο εσωτερικούς και ώριμους δίσκους της καριέρας της. Στο The Ground Above, βγαίνουν στην επιφάνεια θέματα όπως η απώλεια και το πένθος, αλλά ευτυχώς δεν αντιμετωπίζονται ως αδιέξοδα, αλλά ως αφετηρίες για μια αργή, επίπονη αναζήτηση φωτός. Η γνώριμη folktronica αισθητική της τυλίγει όλο το άλμπουμ. Οι αιθέριες υφές των synths, τα διακριτικά πνευστά, οι ζεστές ενορχηστρώσεις και τα οργανικά κρουστά δημιουργούν ένα ηχητικό τοπίο που αναπνέει αργά, αφήνοντας τη χαρακτηριστική, εύθραυστη φωνή της Orton να καθοδηγεί κάθε σύνθεση.

Η φωνή της Orton παραμένει το ισχυρότερο όπλο της, μετατρέποντας κάθε στίχο σε εξομολόγηση. Από το υπνωτικό ομώνυμο κομμάτι που ανοίγει το άλμπουμ μέχρι το λυτρωτικό φινάλε του "Otherside", ο δίσκος ισορροπεί ανάμεσα στη μελαγχολία και την ελπίδα, επιμένοντας πως η αγάπη και η απώλεια δεν είναι αντίθετες έννοιες αλλά δύο όψεις της ίδιας εμπειρίας. Το The Ground Above δεν υπόσχεται λύσεις. Προσφέρει, όμως, μια σπάνια αίσθηση παρηγοριάς, θυμίζοντας ότι η επιβίωση περνά συχνά μέσα από την αποδοχή κάθε τι εύθραυστου σε αυτήν τη ζωή. 

Βαθμολογία: 7

Chanel Beads – Your Day Will Come (Jagjaguwar)

Το όνομα Chanel Beads είναι το προσωπικό project του μουσικού και παραγωγού Shane Lavers, με έδρα το Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης. Ξεκινώντας ως ένα πειραματικό εγχείρημα βασισμένο σε ηχητικά κολάζ, field recordings και αποσπασματικά φωνητικά, εξελίχθηκε σταδιακά σε μία από τις πιο ενδιαφέρουσες παρουσίες της σύγχρονης experimental pop. Αντλώντας στοιχεία από τη folk, την ambient, την glitch αισθητική και την art pop, ο Lavers δημιουργεί συνθέσεις που ισορροπούν ανάμεσα στο οργανικό και το ψηφιακό, με τη συμβολή μιας ευρύτερης κοινότητας μουσικών και συνεργατών. Το ντεμπούτο του, Your Day Will Come (LP1) (2024), καθιέρωσε τους Chanel Beads ως ένα από τα πιο πολυσυζητημένα ονόματα του σύγχρονου underground, ενώ η ομώνυμη συνέχεια του 2026 επιβεβαιώνει τη διαρκή δημιουργική του εξέλιξη.

Εδώ με το Your Day Will Come (LP2), ο Shane Lavers συνεχίζει να εξερευνά τον ασαφή χώρο ανάμεσα στη folk, την experimental pop και το ηχητικό κολάζ, παραδίδοντας έναν δίσκο που μοιάζει ταυτόχρονα γνώριμος και ελαφρώς μετατοπισμένος. Οι ακουστικές κιθάρες, τα επεξεργασμένα φωνητικά, τα έγχορδα και τα φθαρμένα samples, όλα χορεύουν σε ένα ηχητικό σύμπαν που θυμίζει τη σύγχρονη σκανδιναβική art pop, χωρίς ποτέ να χάνει τον υπόγειο αμερικανικό του παλμό. Σε σχέση με τον προκάτοχό του, ο δίσκος φέρνει τις φωνές πιο μπροστά, χαρίζοντας στις συνθέσεις μια πιο άμεση, σχεδόν ποπ διάσταση, χωρίς να εγκαταλείπει την αινιγματική αισθητική που χαρακτηρίζει το project. Αντί να ανατρέψει τη συνταγή, ο Lavers την εξελίσσει με αυτοπεποίθηση, παραδίδοντας ένα άλμπουμ που ακούγεται πιο συμπαγές, πιο μελωδικό και ακόμη πιο γοητευτικά ακαθόριστο. Ένα από τα πιο διακριτικά συναρπαστικά δείγματα της σύγχρονης experimental τραγουδοποιίας.

Βαθμολογία: 7

Olof Dreijer – Loud Bloom (dh2)

Με το πρώτο του προσωπικό άλμπουμ, ο Olof Dreijer αποδεικνύει ότι η δημιουργική του ταυτότητα εκτείνεται πολύ πέρα από τους The Knife και τις συνεργασίες του με τη Fever Ray. Αν εκεί οι πολυρυθμίες της cumbia, του dancehall και της techno συναντούσαν τη σκανδιναβική ψυχρότητα, εδώ ο Dreijer στρέφεται σε έναν πιο φωτεινό, οργανικό και σχεδόν ψυχεδελικό κόσμο. Οι συνθέσεις πάλλονται από περίπλοκους ρυθμούς, ανορθόδοξες μελωδίες και μια παραγωγή που μοιάζει διαρκώς να αποφεύγει κάθε τι προβλέψιμο, ενώ οι συμμετοχές των MaMan, Diva Cruz και Toya Delazy ενισχύουν τον πολυπολιτισμικό χαρακτήρα του δίσκου, με φωνές που φέρνουν μια εξωτική διάσταση στο στρεβλό techno του Dreijer.

Παρότι τα πιο ambient περάσματα στερούνται λίγη από την εκρηκτικότητα των χορευτικών κομματιών, διατηρούν την ίδια οργανική αίσθηση κίνησης και εξερεύνησης. Το αποτέλεσμα είναι ένας δίσκος που ανθίζει διαρκώς μέσα από τις αντιθέσεις του, γεμάτος χρώμα, λεπτομέρεια και ρυθμική φαντασία. Ένα από τα πιο συναρπαστικά ηλεκτρονικά άλμπουμ της χρονιάς, που επιβεβαιώνει πως ο Dreijer διαθέτει μια από τις πιο αναγνωρίσιμες μουσικές φωνές της σύγχρονης experimental electronica.

Βαθμολογία: 7

Kelsey Lu – So Help Me God (Dirty Hit)

Η Kelsey Lu είναι μία από τις πιο ξεχωριστές προσωπικότητες της σύγχρονης art pop. Τσελίστρια με κλασική παιδεία, τραγουδοποιός, συνθέτρια και παραγωγός, εγκατέλειψε τη θρησκευτική κοινότητα των Μαρτύρων του Ιεχωβά όπου μεγάλωσε για να ακολουθήσει μια πορεία που συνδυάζει την avant pop, τη soul, τη folk και τη σύγχρονη κλασική μουσική. Μετά το εξαιρετικό ντεμπούτο Blood (2019), αλλά και τις μουσικές που συνέθεσε για τις ταινίες Daughters και Earth Mama, επιστρέφει έπειτα από επτά χρόνια με το πιο φιλόδοξο έργο της μέχρι σήμερα.

Το So Help Me God είναι ένας δίσκος που μετατρέπει την προσωπική κατάρρευση σε καλλιτεχνική υπέρβαση. Οι πολυεπίπεδες ενορχηστρώσεις, στις οποίες συνεισφέρει καθοριστικά ο Jack Antonoff μαζί με τους Kim Gordon και Kamasi Washington, δεν λειτουργούν ως εντυπωσιακό περιτύλιγμα, αλλά ως μια πολυεπίπεδη οργανική προέκταση των συναισθημάτων που διατρέχουν τα τραγούδια. Το τσέλο της Lu, τα πλούσια έγχορδα, οι soul αναφορές, τα διακριτικά ηλεκτρονικά στοιχεία και οι κινηματογραφικές κορυφώσεις συνθέτουν έναν ήχο που ισορροπεί ανάμεσα στη θαλπωρή και την ένταση. Οι μακρόσυρτες συνθέσεις αφήνουν χώρο στις μελωδίες να αναπτυχθούν φυσικά, χωρίς βιασύνη. Το "Running to Pain" και το "852" αποτυπώνουν με σπάνια ειλικρίνεια τη δυσκολία της αποδέσμευσης από τοξικές σχέσεις και την επίπονη διαδικασία της αυτογνωσίας, ενώ σε όλο τον δίσκο η Lu τραγουδά με μια σχεδόν πνευματική ηρεμία, αποφεύγοντας κάθε ίχνος μελοδραματισμού. Αντί να αναζητά εύκολες λυτρώσεις, αφήνει τα τραγούδια να αναπνεύσουν μέσα στις αντιφάσεις τους. Το So Help Me God είναι ένας βαθιά προσωπικός αλλά ταυτόχρονα καθολικός δίσκος, που παντρεύει την orchestral pop με τη soul, τη chamber folk και την art pop σε ένα ενιαίο, συναρπαστικό σύνολο. Η Kelsey Lu επιβεβαιώνει ότι ανήκει στη μικρή κατηγορία δημιουργών που πέρα από τα τραγούδια τους, οικοδομούν ολόκληρους συναισθηματικούς κόσμους μέσα από αυτά.

Βαθμολογία: 7.5

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured