YG – THE GENTLEMEN’S CLUB

Ο YG αποτέλεσε μία από τις πιο χαρακτηριστικές φωνές της δυτικής ακτής στα 2010s. Δουλεύοντας δίπλα σε εξέχοντες παραγωγούς, όπως ο DJ Mustard, πρεσβεύοντας στο 100% τον ήχο του Los Angeles, σε μία πιο σύγχρονη g-funk εκδοχή, κυκλοφόρησε μερικές σπουδαίες δουλειές, όπως το My Krazy Life και το Still Brazy. Η συνέχεια όμως δεν ήταν εξίσου καλή, μιας και ακολούθησε μια σωρεία μέτριων κυκλοφοριών, οι οποίες, όπως δήλωσε και ο ίδιος ο YG, αποτέλεσαν πολλές φορές προσπάθεια απαλλαγής από το συμβόλαιο που είχε υπογράψει, μη καταβάλλοντας την προσπάθεια και τη δείψα που είχε στα πρώτα του βήματα. Μετά από  συζήτηση που είχε με τον Kendrick Lamar, ο οποίος φαίνεται να ενέπνευσε σε μεγάλο βαθμό αυτό το δίσκο, αποφάσισε να κινηθεί σε πιο προσωπικά νερά, βάζοντας σαν προτεραιότητα την προσωπική έκφραση και σε δεύτερο ρόλο την φθηνή και γρήγορη mainstream απήχηση.

Το αποτέλεσμα αυτής της στόχευσης του THE GENTLEMEN’S CLUB, ένα κλαμπ όπου βρίσκονται άντρες οι οποίοι έχουν έρθει αντιμέτωποι με τα συναισθήματά τους, τις ανασφάλειές και τα προσωπικά τους τραύματα και έχουν ωριμάσει μέσα από αυτά σύμφωνα με τον δίσκο, είναι σε γενικές γραμμές ένας ανάμεικτος σάκος. Αφενός, το στοιχείο της west coast μουσικής υπάρχει ακόμα έντονο, με την επιρροή του “gnx” να διαχέεται παντού στο δίσκο. Κομμάτια, όπως το “OMG”, το “ON THE LOW” και το “GANG BIZNESS” ευωδιάζουν California, με βαριά 808s, μινιμαλιστικές σκοτεινές μελωδίες και ανεβαστικά drums. Δυστυχώς, το καλύτερο από τα 3 feats είναι του PayGotti, γεγονός απογοητευτικό αν σκεφτεί κανείς πως τα άλλα δύο είναι ο Pusha T και ο Tyler, The Creator, με τον ίδιο τον YG να αποτελεί το highlight των κομματιών αυτών. Ευτυχώς, την ίδια μοίρα δεν είχαν και οι  JID και Ab-Soul, τα οποία ενώ δεν έχουν την τεχνική ευχέρεια που αναμένει κανείς από αυτούς, με το verse του Ab να αποτελεί σχεδόν αφήγηση, το στιχουργικό περιεχόμενο, ντυμένο στο μελαγχολικό τόνο της παραγωγής, ενισχύει σε μεγάλο βαθμό το μήνυμα και την κεντρική ιδέα του δίσκου. Παράλληλα, το  lead single του δίσκου, “HOLLYWOOD” σε συνεργασία με τους Shoreline Mafia, αποτελεί ίσως το πιο funky και ευχάριστο άκουσμα του δίσκου, βγαλμένο από τα ηχεία μιας cadillac που διασχίζει την Long Beach.  

Επίσης, στο πλαίσιο της αφήγησης του δίσκου, μου άρεσε πολύ η ιδέα των κομματιών “HITMAN” και “READY TO DIE”, όπου ο YG προσπαθεί να σκοτώσει το βίαιο παρελθόν του και τον παλιό του εαυτό, κι ας μην έχει την λυρική ευχέρεια να το εξερευνήσει σε βάθος. Το 1ο αποτελεί ένα mid 2000s banger, σαν ένα θαμμένο διαμάντι στον σκληρό του  Dr. Dre, με ένα από τα αγαπημένα μου ρεφρέν στο δίσκο, όπου απευθύνεται σε έναν πληρωμένο δολοφόνο που του δίνει εντολή να σκοτώσει τον παλιό του εαυτό. Το “READY TO DIE” από την άλλη, αποτελεί την οπτική του παλιού  YG, ο οποίος καθρεφτίζει το σκοτεινό, δύσβατο και βίαιο παρελθόν του, ο οποίος συνειδητοποιεί πως πρέπει να αφήσει αυτή τη ζωή πίσω του, και να ωριμάσει μέσα από αυτή την κατάσταση. Άλλωστε, αυτή η ευγνωμοσύνη για όσα έζησε και τον σφυρηλάτησαν, αλλά και η ανάγκη απομάκρυνσης από αυτό τον τρόπο ζωής, θίγεται πολλάκις στο δίσκο. Από το “INTRO” και τη σημειολογία της ένδυσης του στο εξώφυλλο με κοστούμι ως σύμβολο ωρίμανσης, μέχρι το “WE KNOW THE TRUTH”, όπου διευθετεί την λανθάνουσα κατηγορία του για δολοφονία και το “KUDUS”, ένα πιο μελωδικό και παιχνιδιάρικο κομμάτι, με ένα πιασάρικο ρεφρέν, το οποίο μάλλον αποτελεί φόρο τιμής στο “Kill You” του  Eminem, η διάθεση του ίδιου να αποποιηθεί την gangsterική πλευρά του είναι πέρα για πέρα εμφανής.

Βέβαια, στην προσπάθεια του για εμβάθυνση στον εσωτερικό του κόσμου και στην ανάδειξη κάποιων πιο σοβαρών θεμάτων, υπήρξαν κάποιες άστοχες προσεγγίσεις. Εν αντιθέσει με την εξαιρετική διευθέτηση της επιδίωξης εφήμερων ερωτικών σχέσεων ως απόρροια της τραυματικής πρώτης σεξουαλικής του εμπειρίας στο single “2004”, το οποίο δυστυχώς απουσιάζει από το δίσκο, κομμάτια, όπως το “DINNER DATES & HEART BREAKS” και ειδικότερα το “TIFFANY” υστερούν σε σκέψη, εκτέλεση και αποτύπωση του συναισθήματος που θέλει να περάσει. Αρχικά, στο “DINNER DATES & HEART BREAKS” μας δείχνει πως η σχέση του με την ράπερ Saweetie, την πρώτη μετά από καιρό που ένιωθε πως είχε μακροπρόθεσμη διάρκεια, καταλήγει σε τοξικό καυγά και ένταση, μετά από την απόκρυψη της κοπέλας πως βρέθηκε με τον πρώην της, και τον ίδιο τον YG εκτός εαυτού να ζητάει να του πει την αλήθεια. Βέβαια το γεγονός πως το τέλος κάπως αιωρείται, σε συνδυασμό με την έλλειψη βάθους στην ιστορία και ένα βαρετό instrumental και ρεφρέν, δεν βοηθάνε στο να δημιουργηθεί κάποια ενσυναίσθηση με το πρόσωπο του YG στο προσωπικό του αυτό δράμα. Τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα στο  “TIFFANY”, όπου ο Chris αφού καταλήγει σπίτι του με την  Tiffany και αυτή του εκμυστηρεύεται γεμάτη φόβο πως είναι τρανς, απειλεί πως θα την σκοτώσει. Ενώ προσπαθεί να θίξει αφενός την βίαη συμπεριφορά ανθρώπων στο ghetto και τον κίνδυνο που αντιμετωπίζουν άτομα, λόγω της σεξουαλικότητάς τους, η τραβηγμένη κα, στα μάτια μου, ακατανόητη αυτή τροπή της ιστορίας, σε συνδυασμό με ένα άκρως ασύνδετο beat-switch, κάνουν το αποτέλεσμα να προκαλεί περισσότερο αμηχανία και απορία στον ακροατή, παρά συμπόνοια και συγκίνηση. Ευτυχώς, η επιλογή του “MID LIFE CRISIS” ως πέσιμο της αυλαίας ήταν ο ιδανικότερος τρόπος να κλείσει ο δίσκος. Οι αυτοκτονικές τάσεις, η αυτοεκτίμηση στα τάρταρα, ο αλκοολισμός, η κρίση μέσης ηλικίας, όλοι αυτοί οι δαίμονες θίγονται στο κομμάτι αυτό, υπό τις νότες μιας άκρως ατμοσφαιρικής παραγωγής, με τον ίδιο τον YG στο τέλος να πατά την σκανδάλη, σκοτώνοντας το σκοτάδι αυτό, και κερδίζοντας μια θέση στο THE GENTLEMEN’S CLUB, ως ένας πιο σκληραγωγημένος και ώριμος άνθρωπος.

Καταληκτικά, το THE GENTLEMEN’S CLUB αποτελεί ένα καθρέφτισμα της ψυχολογικής κατάστασης στην οποία βρίσκεται ο YG, με πολλές αναδρομές και απεικονίσεις στιγμών που στιγμάτισαν και καθόρισαν τη ζωή του. Ενώ, πολλές φορές, η φτωχή δόμηση των κομματιών σε συνδυασμό με τον πενιχρό  λυρισμό του, αποτέλεσαν τροχοπέδη σε μια καλλιτεχνική αναγέννηση για τον ίδιο, η αύρα που κουβαλάει όταν νιώθει άνετα σε west coast beats, παράλληλα με ορισμένες στιγμές που προκάλεσαν, αν μη τι άλλο, συναισθηματική φόρτιση στον ακροατή, ήταν αρκετά για να δημιουργήσουν μια μουσική εμπειρία άνω του μετρίου, και γιατί όχι, μια καλλιτεχνική στροφή για τον ίδιο.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured