Jan Garbarek & The Hilliard Ensemble - Remember Me, My Dear

Κουβαλώντας την κληρονομιά του Officium (1994), συναντήθηκαν ξανά σε μια εκκλησία της Ελβετίας, για μια τελευταία, μαεστρική πιρουέτα μεταξύ μεσαιωνικών ύμνων και τζαζ αυτοσχεδιασμών...

Label
ECM/AN Music
Κυκλοφορία
1/2020
Βαθμολογία
7,5
Χάρης Συμβουλίδης
Χάρης Συμβουλίδης
Η εμπειρία του Remember Me, My Dear είναι από τη φύση της μεταιχμιακή, όπως συμβαίνει με κάθε συνεργασία του Jan Garbarek και των Hilliard Ensemble: ριζώνει στη συνάντηση δύο διακριτών κόσμων, οι οποίοι συνδιαλέγονται προσπαθώντας να βρουν το (πιθανό) κοινό έδαφος. Με πολύ απλά λόγια, είναι σαν να πήγες στην εκκλησία, μα γύρισες με την εντύπωση ότι άκουσες τα θεία να τιμούνται με κάτι-σαν-τζαζ. Απλοποιώντας βέβαια τα πράγματα τόσο πολύ, ικανοποιείς μεν όσους έχουν την ανάγκη να τους «εξηγήσεις», αλλά κινδυνεύεις να χάσεις ορισμένες κρίσιμες ποιότητες.

«Σαν να πήγες στην εκκλησία», ας πούμε, δεν σημαίνει ότι είσαι και σε στούντιο· βρίσκεσαι όντως σε εκκλησία εδώ, συγκεκριμένα στην Chiesa della Collegiata dei SS. Pietro e Stefano, στη Bellinzona της Ελβετίας. Η όλη εμπειρία είναι μάλιστα ζωντανή, με την καταγραφή να χρονολογείται στον Οκτώβρη του 2014: αν δεν το υποψιαστείς στην αρχή, από ένα βήξιμο που ακούγεται στο φόντο, θα το καταλάβεις από το κυματιστό χειροκρότημα στο φινάλε. Ο δε Garbarek με τους Hilliard Ensemble το έχουν ήδη βρει το ζητούμενο κοινό έδαφος, ήδη από το 1994. Τότε δηλαδή που η προοπτική μιας συνεργασίας μεταξύ του διαπρεπούς Νορβηγού σαξοφωνίστα και των διακεκριμένων Άγγλων χορωδών γεννήθηκε σαν ιδέα στο κεφάλι του Manfred Eicher, για να αποτυπωθεί λαμπρά στο άλμπουμ Officium.

Η παρουσία βέβαια του Officium, αλλά και των δύο μετέπειτα συνεργασιών του Garbarek με τους Hilliard Ensemble (Mnemosyne, 1999 και Officium Novum, 2010), σημαίνει ότι το Remember Me, My Dear δεν έχει σύμμαχό του τον παράγοντα «έκπληξη». Ίσως μάλιστα να καταδεικνύει ότι ο κάποτε πρωτοποριακός διάλογος έχει πλέον εξαντλήσει τις βασικές δυνατότητές του, γενόμενος μια ήδη «δεδομένη» αισθητική πρόταση –ασχέτως αν το επίπεδο κρατιέται σε ένα άλφα ύψος. Στόχος ωστόσο της εκ νέου συνεύρεσης των δύο μερών στη Bellinzona δεν ήταν να γραφτεί ένα ακόμα κεφάλαιο. Αντιθέτως, εδώ έχουμε το κλείσιμο του κύκλου που άνοιξε στα μέσα των 1990s, λόγω της απόφασης των Hilliard Ensemble να διαλυθούν, ύστερα από 40+ έτη πορείας.

Ως εκ τούτου, μπορούμε κι εμείς να απολαύσουμε το Remember Me, My Dear ως ό,τι πραγματικά είναι, δίχως διερωτήσεις για τα καλλιτεχνικά του όρια ή για την επικαιρότητά του. Ως μια αποχαιρετιστήρια δηλαδή συναυλία για μια συνεργασία που έγραψε τη δική της ιστορία –τουλάχιστον για όσους δεν κρύβουν την ένδεια των ακουσμάτων τους και την άγνοιά τους για τα πέρατα της μουσικής τέχνης, αναμασώντας την «pop culture» τσίχλα. Υπό ένα τέτοιο πρίσμα είναι καλοδεχούμενες και οι εκ νέου επισκέψεις σε υλικό που έχει ήδη παρουσιαστεί στα προαναφερόμενα άλμπουμ, αφού η προσέγγιση διαφοροποιείται, αντανακλώντας τόσο τη στιγμή (ιδίως στο αυτοσχεδιαστικό των κινήσεων του Garbarek), όσο και την εμπειρία που έχει κερδηθεί στο μεταξύ.

Η γοητεία του Remember Me, My Dear δεν πηγάζει επομένως από το ποιες εκλογές αναδείχθηκαν πιο πετυχημένες ή το ποιες εκτελέσεις ξετύλιξαν πιο ευκρινώς το κρυστάλλινο φωνητικό τάλαντο των Hilliard Ensemble και την ευελιξία του σοπράνο σαξοφώνου του Garbarek. Μπορείς ασφαλώς να σταθείς και σε τέτοια σημεία· και η αλήθεια είναι ότι μόνο λίγα δεν τα λες.

Η ανατολικοευρωπαϊκή κατάνυξη του κατά Komitas "Ov Zarmanali" και της "Litany" του Nikolai N. Kedrov, το ανώνυμου δημιουργού "Sanctus", οι πτυχώσεις του "Most Holy Mother Of God" του Arvo Pärt, η παιγνιώδης μεσαιωνική διάθεση του Pérotin στο "Alleluia Nativitas" και η υπερβατικότητα του "O Ignis Spiritus" της Hildegard Von Bingen, είναι όλα τους εξαιρετικά κομμάτια. Στιγμιότυπα στα οποία μπορείς να θαυμάσεις πόσο στιβαρά συγκεκριμένοι αποτυπώνονται οι Hilliard Ensemble ή πόσο ωραία ταιριάζει ο κόσμος που εκπροσωπούν με την αυτοσχεδιαστική φαντασία ενός σπουδαίου τζαζίστα· ικανού να «ξεφυτρώνει» πάνω, κάτω, πλαγίως και υπογείως, προσφέροντας αντιστίξεις, συμπληρώσεις, βάθος ή λειτουργώντας ως μία ακόμα «φωνή» δίπλα στους χορωδούς. Ανά περιστάσεις, μάλιστα, κάνει το σαξόφωνό του να ηχεί σαν ζουρνάς, με την ακροαστική εμπειρία να φτάνει κοντά σε ό,τι ξέρουμε στη Δύση για την ethio jazz της Αιθιοπίας.

Σε ένα βαθύτερο κοίταγμα, όμως, βλέπεις ότι το «κλειδί» της επιτυχίας βρίσκεται σε πράγματα που ίσως σε πρώτη ματιά φαντάζουν αφηρημένα. Στις πέτρινες λ.χ. επιφάνειες της ελβετικής εκκλησίας και στον μπόλικο αέρα τον οποίον φιλοξενούν (για να θυμηθούμε μια παλιότερη φράση του ίδιου του Garbarek), που γίνονται αναπόσπαστα τμήματα πρώτα της συναυλίας, ύστερα της ακροαστικής εμπειρίας, «περνώντας» τέλος και στην ηχογράφηση. Με έναν τρόπο ίσως όχι τόσο απτό, μα εν τέλει σημαντικό. Γιατί, όπως ύμνοι θρησκευτικής φύσης από τον Μεσαίωνα συναντούν ένα κοσμικό όργανο πολύ μεταγενέστερο του χρονικού τους φάσματος, έτσι χώρος, άνθρωποι και υλικό τροφοδοτούν ένα δικό τους όλον με γήινες μα και υπερκόσμιες ποιότητες. Το οποίο απλά έρχεται μετά να αποκρυσταλλωθεί σε CD, μέσω της ηχογράφησης.

Top