Matthew Halsall - Oneness

Ανασύρει υλικό από τα συρτάρια του, φτιάχνοντας έναν δίσκο με καταπραϋντική δύναμη και αίσθηση βαθιάς οικειότητας, ο οποίος πετυχαίνει κάτι από την «πνευματική ενότητα» που αναζητούσε κάποτε ο Albert Ayler (αν και με πολύ διαφορετικά μέσα)...

Label
Gondwana
Κυκλοφορία
9/2019
Βαθμολογία
8
Βαγγέλης Πούλιος
Βαγγέλης Πούλιος
Ξεκινώ με κάτι σημειολογικό, ίσως και απολύτως επουσιώδες: με την απλή διαπίστωση ότι ο δίσκος που μας απασχολεί εδώ κυκλοφόρησε Σεπτέμβρη. Χωρίς ακριβώς να εννοώ κάποιου είδους μεταφυσική σύνδεση, αισθάνομαι ότι ο μήνας αυτός ταιριάζει στον Matthew Halsall· και ότι μια σεπτεμβριάτικη κυκλοφορία του είναι από εκείνες τις ωραίες συμπτώσεις, που, αν δεν συνέβαιναν, θα έπρεπε να τις εφεύρουμε. Εξηγούμαι…

Βαίνουμε πλέον κι επισήμως προς χειμώνα, αλλά φέρτε στο μυαλό σας τον Σεπτέμβρη. Ιδίως εκείνον τον μετακαλοκαιρινό μήνα, στον οποίον η πραγματικότητα μας εγκαλεί στον ετήσιο, «κανονικό» μας βίο (με τη μορφή της επιστροφής της όποιας καθημερινότητας) και ζητάει –αν δεν απαιτεί– να αφήσουμε πίσω τον έκτακτο. Σε αυτόν τον Σεπτέμβρη όλα μοιάζουν λοιπόν να επιστρέφουν στα καθόλου θερινά τους επίπεδα, αν και μέσα μας (ή και έξω μας, βοηθούσας της ιδιαιτερότητας του μεσογειακού κλίματος) εξακολουθεί να κατοικεί το κατακαλόκαιρο. Σε έναν τέτοιον Σεπτέμβρη μοιάζουμε περισσότερο ευάλωτοι, με μια έννοια παράξενη και αμφίθυμη· ευάλωτοι στον καλοκαιρινό ρεμβασμό, ευάλωτοι και σ’ αυτήν την επιστροφή της πραγματικότητας που, παρότι αναμενόμενη, μας βρίσκει κάθε φορά απροετοίμαστους.

Σε μια ανάλογη ευαλωτότητα πλέει και η μουσική του Halsall. Θα τολμούσα μάλιστα να πω ότι γεννήθηκε μέσα της. Διότι, μέσω και εξαιτίας αυτής της ευαλωτότητας, το έργο του μπορεί και αφηγείται θαυμάσια τις στιγμές που, πράγματι, ο «κόσμος ήταν ένα» (όπως το θέλει το υπέροχο άλμπουμ του 2014 When Τhe World Was One) ή τουλάχιστον έμοιαζε έτσι. Την ίδια στιγμή, όμως, ο αόριστος του ρήματος μας λέει ότι ο κόσμος δεν είναι πια ένα· ότι έχει διασπαστεί από ανώτερες εξουσίες, που τον έχουν διεμβολίσει και τεμαχίσει σε κατηγορίες γνώσης ή κοινωνικές ιεραρχήσεις (ή έχουν επιβάλει την επιστροφή σε τέτοιες). Εξού και ο Halsall μοιάζει να μας καλεί στον αδύνατο ρεμβασμό, στο τέλειο escape route, σε μια διαδρομή (νοητικής έστω ή συναισθηματικής) διαφυγής από ό,τι όντως είναι, προς ό,τι κάποτε ήταν (ή προς αυτό που αναγνωρίζουμε ή φανταζόμαστε πως ήταν). Τουλάχιστον στα δικά μου αυτιά, ένας τέτοιος ρεμβασμός του Halsall –κάπως μελαγχολικός, αδύνατος– μπορεί να κάνει τη μουσική του σχεδόν ακαταμάχητη.

Δεν κρύβω, ωστόσο, ότι δεν είχα εξαρχής αυτήν την άποψη. Είχα ακούσει για πρώτη φορά τον Halsall μετά από παραίνεση μιας ευγενικής ψυχής, που λειτουργεί δισκοπωλείο στο κέντρο της Θεσσαλονίκης· πρέπει να ήταν το φθινόπωρο του 2012, γιατί θυμάμαι ότι ήταν ακόμα φρέσκο το τότε άλμπουμ του Fletcher Moss Mark. Αγόρασα το CD (καθότι πάντα πρέπει να εμπιστεύεται κανείς τις παραινέσεις ενός ευγενικού δισκοπώλη), αλλά στην επόμενη συνάντησή μας του εξέθεσα τις επιφυλάξεις μου, ότι δηλαδή δεν είναι δα και καμιά πρωτοτυπία, εν έτει 2012, ένας τύπος από το Μάντσεστερ να αντλεί τόσο εμφανώς από τη γραμμή που μπορεί να ενώσει, φερ’ ειπείν, τη ρομαντική πλευρά του Miles Davis, την Alice Coltrane και τη λεγόμενη spiritual jazz. Κάπως έτσι του τα είχα πει. Η απάντησή του νομίζω πως μπορεί να συνοψιστεί σε ένα συγκαταβατικό νεύμα και σε κάτι του στυλ «ΟΚ, αλλά άκου λίγο καλύτερα». Τέλος πάντων, αυτό και έκανα· άκουσα καλύτερα και κατάλαβα. Ή τουλάχιστον έτσι νομίζω.

Έκτοτε, πάντως, οι καλές στιγμές του Halsall (γιατί, προφανώς, δεν είναι όλες τέτοιες) μπορούν να καταλύσουν κάθε μου αντίσταση. Η σύνθεση για παράδειγμα που λαμβάνει (όχι τυχαία, θα πω εγώ) το όνομα “The Sun Ιn September” (από το προαναφερθέν Fletcher Moss Park) είναι μια τέτοια στιγμή, ενώ παρόμοιες υπάρχουν και στο επίσης προαναφερθέν When Τhe World Was One. Αλλά και σε όλη την έκταση της δισκογραφίας του τρομπετίστα από το Μάντσεστερ, για να λέμε την αλήθεια. Είναι στιγμές που δεν έχουν σκοπό να αμφισβητήσουν, να αποδομήσουν ή να πάνε τα πράγματα παρακάτω (πού είναι άλλωστε αυτό το παρακάτω;), αλλά –μέσω εκείνου του αδύνατου ρεμβασμού– μπορούν να ξυπνήσουν ένα αίσθημα βαθιάς οικειότητας· να καταπραΰνουν και να γαληνέψουν, να δημιουργήσουν μια πρόσκαιρη έστω «πνευματική ενότητα», του είδους που έψαχνε κάποτε, αν και με πολύ διαφορετικά μέσα, ο Albert Ayler.

Στο Oneness, ο Halsall επιστρέφει στην περίοδο από την οποία προέκυψαν οι σημαντικότερες δουλειές του, επεξεργαζόμενος εκ νέου συνθέσεις που είχε καταγράψει τότε, πλην όμως κρατούσε στα συρτάρια του. Μια περίοδος που χονδρικά αναφέρεται στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 2010, στην οποία, πέρα από τους δίσκους που αναφέραμε, προέκυψε και μια ορχήστρα –η ομώνυμη με το label του Halsall, Gondwana Orchestra. Ένα σύνολο με μεταβαλλόμενη σύνθεση, απαρτιζόμενο επί των πλείστων από νεαρούς Άγγλους και νεαρές Αγγλίδες μουσικούς, συν κάποιες φιγούρες με μεγαλύτερη πείρα, όπως ο ντράμερ των Cinematic Orchestra, Luke Flowers, ή ο εξαίρετος σαξοφωνίστας Nat Birchall.

Σας βλέπω βέβαια να σκέφτεστε ότι μια τέτοια κυκλοφορία είναι κάπως ευκολάκι, για τον οποιοδήποτε μουσικό: ψάχνει τα κιτάπια του, βρίσκει 7 όλες κι όλες συνθέσεις από την κοινώς ομολογούμενη «καλύτερη περίοδό του», τις λουστράρει εκ νέου –και ορίστε ένας εύκολος και ανώδυνος τρόπος να επιστρέψεις στην επικαιρότητα, χωρίς καν να αναφέρεσαι σε εκείνη. Θα συμφωνούσα μαζί σας, αν οι περισσότερες από τις 7 συνθέσεις δεν κατέλυαν αυτές τις, όπως φαίνεται, ευκολοκατάβλητες αντιστάσεις μου. Αλλά, αλήθεια, αν ένας δίσκος περιέχει κομμάτια όπως το “Loving Kindness” ή το “Distant Land”, έχει καμιά αξία να πάμε το θέμα παρακάτω;

Φρονώ πως όχι. Ορθά-κοφτά, λοιπόν, σας γράφω ότι το Oneness εγγράφεται στα δικά μου κιτάπια ως μία από τις πιο ιδιαίτερες κυκλοφορίες του 2019. Αν δεν μας έπιανε μάλιστα το τέλος της δεκαετίας (πότε πέρασαν αλήθεια 10 χρόνια;) και η λαίλαπα των «καλύτερών» της, θα το μόστραρα στον αρχισυντάκτη μου ως ένα από τα κορυφαία άλμπουμ του έτους, έτσι για να τη σπάσω και λίγο σε όσους και όσες ψάχνουν διαρκώς για την επόμενη καινοτομία (συμπεριλαμβανομένου, όπως γίνεται αντιληπτό από τα παραπάνω, και ενός μέρους του δικού μου εαυτού). Διότι κάτι τέτοιοι δίσκοι μάς κάνουν, εμάς τους πρωτοποριακούς, να φαινόμαστε σαν τους χάνους που κοιτάζουν το δάχτυλο τη στιγμή που εκείνο δείχνει το φεγγάρι. Και, όπως και να το κάνουμε, το φεγγάρι έχει συνήθως μεγαλύτερη αξία από ένα δάχτυλο.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Σε εκκλησιαστική έξαψη, μεταμορφώνεται σε ενάρετο μαύρο Ρεπουμπλικάνο που ξεκινά μουσική ...
Ανασύρει υλικό από τα συρτάρια του, φτιάχνοντας έναν δίσκο με καταπραϋντική δύναμη και αίσθηση ...
Διαστέλλουν τον ήχο τους και επικεντρώνουν στη νεομυθολογική αλληλεπίδραση μεταξύ ανθρώπινης ...

FEATURED TODAY

503 δίσκοι διεκδίκησαν την είσοδό τους στην 100άδα της δεκαετίας σύμφωνα με την ψηφοφορία των συντακτών μας, η οποία έβγαλε άνετο νικητή, μα είχε και τις ...
Ο δίσκος που μας εισήγαγε στο σύμπαν της πιο καθολικής ποπ σταρ της τελευταίας δεκαετίας έμοιαζε με best of συλλογή και είχε εκτόπισμα παλαιάς κοπής, του ...
239 δίσκοι διεκδίκησαν την είσοδό τους στην 50άδα της δεκαετίας σύμφωνα με την ψηφοφορία των συντακτών μας, η οποία «έδειξε» τελικά προς χιπ χοπ κορυφή, σε
Top
Στo avopolis.gr χρησιμοποιούμε cookies για να διασφαλίσουμε την εύρυθμη λειτουργία του site και την καλύτερη εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την πλοήγησή σας στο site, αποδέχεστε τη χρήση των cookies και την πολιτική απορρήτου. More details…