Ακούγοντας τη μουσική που φτιάχνει στα 33 του ο William Grigahcine, είναι δύσκολο να τον φανταστείς να μεγαλώνει στα παριζιάνικα προάστια με Cypress Hill και με το Μίσος του Mathieu Kassovitz. Εξίσου δύσκολο, όμως, είναι να μιλήσεις για το σημερινό mainstream αφήνοντας έξω αυτόν τον Γάλλο που έχει αποδειχθεί ευέλικτος σαν το καλλιτεχνικό του ψευδώνυμο: πότε με τον Lil Jon, πότε με τον Diplo, πότε με τον Justin Bieber, πότε με τη Selena Gomez και την Cardi B, ο DJ Snake έχει βρεθεί καβάλα στον αφρό μιας τρελής πενταετίας. Με το δε "Taki Taki" να κατακτά φέτος (και) το ελληνικό νούμερο 1, τον είδαμε και στην Αθήνα για πρώτη φορά, να πλαισιώνει τον J Balvin στο Primer Festival 2019 (δείτε τι έγραψε ο Δημήτρης Λιλής, εδώ).

Ο σημερινός Τύπος αρέσκεται στην ταμπέλα «EDM» για να περιγράψει αυτό που κάνει ο Γάλλος παραγωγός. Όμως μία ακρόαση στο 2ο του άλμπουμ αρκεί για να καταλάβει κανείς ότι ο όρος είναι άνευ περιεχομένου –ένα ακόμα από τα μανατζερίστικα τρικ της αμερικάνικης μουσικής βιομηχανίας, η οποία προσπαθεί να ξαναπουλήσει παλιό προϊόν σε νέα συσκευασία. Γιατί στο Carte Blanche ο DJ Snake φιλοξενεί πάνω σε ένα ηλεκτρονικό υπόστρωμα ό,τι μπορεί να σε κάνει «να το κουνήσεις» σε ένα club του 2019: λίγο house, λίγη trance, λίγο dubstep, λίγο dancehall, λίγο trap, λίγο reggaeton.

Είναι «πολυσυλλεκτικότητα»; Ή πρόκειται περί «αχταρμά»; Η ελληνική γλώσσα μπορεί να γίνει πονηρή εδώ, καθώς το νόημα μένει πάνω-κάτω ίδιο, όχι όμως και το πρόσημο: ο «αχταρμάς» ενέχει κάτι το αρνητικό, η «πολυσυλλεκτικότητα» διαθέτει κάτι το θεσμικό. Στο Carte Blanche καλείσαι πάντως σε 60 λεπτά μουσικής, από τα οποία απουσιάζει τελικά η ταυτότητα του δημιουργού και οι ενοποιητικές ραφές μεταξύ των όσων ακούς. Το πέρασμα από το ένα στο άλλο συχνά αποτυπώνεται άγαρμπο, ενώ η ανισορροπία κρίνεται μεγάλη. 

Βασικές μα ευπρόσδεκτες μελωδικές ιδέες ("Butterfly Effect") και ευήχως mainstream ηλεκτρονικά στο πνεύμα του Avicii ("Recognize") κάθονται δίπλα-δίπλα σε τραγούδια που προσβάλλουν τη νοημοσύνη με τα νηπιακά τους «Bamb bamb bamb di gi di da dam» ("Magenta Riddim") και τις άθλιες καραμούζες τους, ενώ ορεξάτες συμμετοχές συνυπάρχουν με την "Taki Taki" φτήνια. Επίσης, ας μην τρώμε άλλο τον σανό της «φρέσκιας παραγωγής», επειδή ζούμε σε καιρούς με προηγμένη στούντιο τεχνολογία: πλην την τελευταία, στιγμές σαν τα "Quiet Storm" και "When The Lights Go Down" δεν είναι επί της ουσίας παρά απόνερα της rave περιόδου. Στο δε "Frequency 75" πέφτεις πραγματικά σε χρονική λούπα, λες και βρίσκεσαι συντονισμένος στον Jeronimo Groovy των πρώιμων 1990s, έτοιμος να ακούσεις πάνω από το beat την επωδό «this is Quadrohonia»

Όποιος πάντως διαθέτει υπομονή, θα εντοπίσει και τις γωνιές του Carte Blanche όπου αρθρώνεται κάτι πιο ενδιαφέρον: η Βραζιλιάνα Anitta διασκεδάζει τη συμμετοχή της στο "Fuego" και του προσφέρει τέμπο, ενώ ο Zhu κομίζει αποτελεσματικά μια σκελίδα συναίσθημα στο "No More". Στο "Paris", πάλι, ο Κοσοβάρος ράπερ Gashi ζωντανεύει την ομώνυμη μητρόπολη κρατώντας κάτι από την οπτική ματιά του κλασικού γαλλικού χιπ χοπ. Και στο "Enzo", Sheck Wes, Offset, 21 Savage & Gucci Mane βαστούν έναν αμερικάνικο ραπ παλμό, παρά την κάπως ρουτινιάρικη προσέγγισή τους. 

Ωστόσο κανένα από αυτά τα κομμάτια δεν δίνει τον τόνο. Στο μεγαλύτερό του μέρος, το Carte Blanche κυριαρχείται από μια στανταρισμένη DJ λογική, η οποία απλά επικαιροποιεί με τη δέουσα φροντίδα τα φαντεζί κόλπα του Skrillex και του Steve Aoki. O DJ Snake αποδεικνύει βέβαια ότι γνωρίζει τα ζητούμενα του clubbing και ότι έχει τους τρόπους να τα ικανοποιήσει, μεταμορφωνόμενος στο πιτς φυτίλι από Γάλλο χαουζά σε reggaeton αστέρα της σύγχρονης Καραϊβικής. Όμως ο ορίζοντας του άλμπουμ κρίνεται μικρός και η αισθητική του απομένει αλυσοδεμένη στην αγοραία χορευτική διασκέδαση μιας νεολαίας για την οποία η μουσικοφιλία εξαντλείται σε φωτιές, κομφετί, χέρια ψηλά και προμιξαρισμένα sets

Μπορούμε ασφαλώς να συζητήσουμε πολλά εδώ για το ποια είναι η εποχή και ποιες οι επιταγές της. Από τη μεριά μου, πάντως, θα ρίξω στο τραπέζι τη λέξη «οπισθοδρόμηση» ως περιγραφή όσων εκφράζουν στο καθαρό τους πηλίκο δίσκοι σαν το Carte Blanche. Γιατί δεν ζούμε σε καταστάσεις Mad Max, στις οποίες θα έπρεπε να ανακαλυφθεί εκ νέου ο Ωκεανός του Ήχου και το κατά Larry Levan πάρτι. Ίσα-ίσα, ζούμε σε μια περίοδο που έχει ως σημαία της την εύκολη πρόσβαση στην Πληροφορία. Άρα και στη Μνήμη.

{youtube}ixkoVwKQaJg{/youtube}

 

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured