Δίσκοι σαν το Goodness, δεν ταιριάζουν στο 2016. Εννοώ πως εδώ συναντάμε μία πλούσια συλλογή τραγουδιών, γεμάτη διδάγματα για τη ζωή, φιλοσοφικές ανησυχίες και μουσικές «δηλώσεις», οι οποίες όμως θα πνιγούν στον χαμό των νέων κυκλοφοριών και είναι βέβαιο ότι δεν θα βρουν ανταπόκριση στην εποχή της επιφανειακής, διεκπεραιωτικής ενασχόλησης με την τέχνη του ολοκληρωμένου άλμπουμ. Η 3η –και πιο ουσιώδης– δουλειά της μπάντας από το Worcester της Μασαχουσέτης, είναι μία ροκ ωδή στην αναζήτηση της αυθεντικής επαφής με τον φυσικό κόσμο και τον εαυτό μας μέσα σε αυτόν, η οποία απαιτεί όμως επίμονη και αδιάλειπτη επαφή μαζί της, προκειμένου να κοινωνήσει τις αρετές της.

Αφήνοντας πίσω το αγωνιώδες, βρασμένο μέσα σε ζουμιά νεανικής ορμής, pop punk του Home, Like Noplace Is There (2014) και τις τραυματικές μέρες εθισμού και καταχρήσεων που αποτυπώνονται στους στίχους του –οι οποίοι το ανέδειξαν σε ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά αποτυπώματα της λεγόμενης «emo αναζωπύρωσης»– οι Hotelier ξεχύθηκαν στις αγροτικές, δασώδεις εκτάσεις της Νέας Αγγλίας και αποφάσισαν να αναζητήσουν την αγάπη, την προσωπική ελευθερία, και τελικά την αυθεντικότητα μέσα από έναν νέο, πιο οπτιμιστικό και καθαρόαιμο ροκ ήχο.

Τα φωτεινά φυσιολατρικά στοιχεία, πέρα από το συμβολικό και με γονική συναίνεση εξώφυλλο, υπονοούνται έτσι σε πολλά σημεία του δίσκου, όπως λ.χ. σε στίχους σαν κι εκείνους του “Sun”, όπου η λέξη επαναλαμβάνεται σαν ύμνος, αλλά και στις γήινες, ακουστικές ηχογραφήσεις που έχουν πραγματοποιηθεί στην ύπαιθρο. Αυτές μάλιστα συμπίπτουν με τα τρία ιντερλούδια του άλμπουμ, τα οποία αναγράφονται ως γεωγραφικές συντεταγμένες της περιοχής όπου μεγάλωσε ο δημιουργικός μοχλός της μπάντας, Christian Holden, ορίζοντας σημεία με ξεχωριστή σημασία για τον ίδιο.

Αλλά το ενδιαφέρον βρίσκεται στο γεγονός πως το Goodness λειτουργεί, και σε σημεία εντυπωσιάζει, για όλους τους αντίθετους λόγους από όσους χάρισαν πρόσφατα το crossover στους Hotelier. Εδώ δηλαδή δεν νιώθεις τον ηλεκτρισμό και την ένταση να σε διαπερνάει κάθε δευτερόλεπτο, όπως στην προηγούμενή τους προσπάθεια: οι κιθάρες ακούγονται λιγότερο τσιτωμένες και επιθετικές, τα φωνητικά δίνουν νόημα σε κάθε λέξη και δεν μένει αναξιοποίητη ούτε μία σπιθαμή ηχητικού χώρου και χρόνου. Με άλλα λόγια, πρόκειται για έναν δίσκο μουσικής μα και προσωπικής εξέλιξης, ο οποίος γεννιέται από τη φυσική ανάγκη για απαντήσεις σε νέα ερωτήματα, που πάνε χέρι-χέρι με την ενηλικίωση και την απομυθοποίηση της αιώνιας νεότητας.

Έτσι, από έναν ήχο που αποτελούσε φόρο τιμής σε θρυλικές emo μπάντες όπως τους American Football και τους Get Up Kids, οι Hotelier αντιλαμβάνονται πλέον την ιδέα του ροκ πιο ανοιχτόμυαλα και ολιστικά, πατώντας σε κάθε γωνιά της, χωρίς όμως να θυμίζουν τίποτα με προφανή τρόπο. Με τη σειρά τους, οι τυπικοί emo στίχοι δίνουν τη θέση τους σε υπαρξιακά, πνευματικά βιώματα με ποιητική χροιά. Ακούστε λ.χ. το σπαραχτικό “Piano Player” και σταθείτε λίγο παραπάνω στην ιδέα της διατήρησης της παντοτινής αγάπης για την οποία μιλάει ή απολαύστε τα ανθεμικά ντραμς και φωνητικά του “Goodness Pt.2”, με τους αλληγορικούς, νατουραλιστικούς στίχους.

Τελικά όμως το Goodness ξεχωρίζει γιατί είναι ένα φιλόδοξο και ακομπλεξάριστο ροκ άλμπουμ. Σε μία χρονιά όπου αυτός ο τόσο παρεξηγημένος όρος εκπροσωπείται είτε από μπάντες που επιμένουν στις παθογένειες της υποκατηγορίας στην οποία ανήκουν, είτε από άλλες που νομίζουν ότι ακόμη είμαστε στο 1978, συνθέσεις όπως το επικό “Soft Animal” και το συγκινητικό “End Of Reel” δείχνουν με τον πιο πειστικό τρόπο πώς φτιάχνεται ένας σύγχρονος ροκ δίσκος. Το Goodness μπορεί λοιπόν να μην ταιριάζει στο 2016, αλλά είναι μια δουλειά που του χρειαζόταν και έχει πολλά να του προσφέρει.

{youtube}6obpg-TYRus{/youtube}

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured