Η ψυχή των Dødheimsgard, ο Vicotnik, δεν στάθηκε ποτέ με ιδιαίτερη αμφιβολία μπρος στο σταυροδρόμι του διλήμματος περί συνεταιρικής, ή μη, συγγραφής ενός δίσκου. Δημιουργός και χαμηλών τόνων επικεφαλής του νορβηγικού σούπερ γκρουπ, ο τελειομανής Νορβηγοϊνδός έχει πάρει πάνω του τη σύνθεση ολόκληρης σχεδόν της δισκογραφίας της μπάντας, αφήνοντας ενίοτε τον συνοδοιπόρο Aldrahn να προσθέτει με διακοσμητικές πινελιές την παράνοιά του. 

Ο κανόνας αυτός δεν σπάει ούτε στο πέμπτο full-length, το (σχεδόν μαρτυρικά) αναμενόμενο A Umbra Omega, που βρίσκει τους Dødheimsgard με το μικρότερο line-up τους εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Συγκεκριμένα, πρέπει να πάμε πίσω στο ντεμπούτο του 1995 Kronet Til Konge για να ξαναδούμε τη μπάντα με τριμελή σύνθεση (με τον Fenriz στο μπάσο). Στροφή πλεύσης, λοιπόν, καθώς αφήνεται πίσω ο πληθυσμιακός πλουραλισμός της περιόδου 1998-2007, για χάρη του αρχικού πυρήνα: του δίπολου Vicotnik/Aldrahn, οι οποίοι συμπληρώνονται από τον John Vooren στα τύμπανα. Η ολιγοκοσμία αυτή αντικατοπτρίζεται σε μια γενικότερη αίσθηση ηρεμίας (αισθητικά περισσότερο, σίγουρα όχι συνθετικά) που αποπνέει το A Umbra Omega.

Το να απλώσεις 70 λεπτά σε 5 μόλις κομμάτια θέλει θάρρος και θράσος. Ο Vicotnik τα έχει αμφότερα, μαζί με καντάρια συνθετικής ευφυΐας. Το A Umbra Omega μετουσιώνεται έτσι σε ένα κουιντέτο σχιζοειδών κομματιών, στα οποία κρύβεται ένας οχετός ιδεών. Τα τόσο χαρακτηριστικά υπερηχητικά riffs του Νορβηγοϊνδού είναι πανταχού παρόντα, κεντώντας σπειροειδείς διαστημικές ατμόσφαιρες. Μαύρες τρύπες, και ο Aldhrahn ως η φωνή του Κενού, ελισσόμενος σαν μέσα από βαθυσκάφος (δίνουμε βάση στη σχεδόν καμπαρέ, υδάτινη ατμόσφαιρα στο μεσαίο τμήμα του “God Protocol Axiom”) σε όλο το φάσμα του λαρυγγιού του. Τζαζ, υπνωτικά σημεία, με το μπάσο να αποτελεί την κύρια δύναμη πίσω από το σαγηνευτικό λάκτισμα του ερπετού, και κομψή μηχανουργία (α λα 666 International). Ένα σαξόφωνο το οποίο δεν υπερβάλλει και ενσωματώνεται ικανοποιητικά, ενώ το πιάνο κλείνει τα μάτια στο παρελθόν των Νορβηγών. 

Ίσως ο Vicotnik το παράκανε με το πλήθος των ιδεών, και η συνοχή του υλικού δεν είναι πάντα η αρτιότερη δυνατή. Πράγματι, τα κομμάτια ενίοτε μοιάζουν με γόρδιο δεσμό πλεγμένο από σημεία εξαιρετικά διαφορετικής φύσης, τα οποία συνυπάρχουν, αλλά ενίοτε αρνούνται να συναναστραφούν. Εκεί ουσιαστικά έγκειται και το βασικό αρνητικό σημείο του δίσκου: στην υπερπροσφορά ποικιλίας, η οποία καταλήγει ώρες-ώρες να γίνεται στείρα επιδειξιομανία

Θα ξεχωρίσω δύο τραγούδια ως βαρομετρικά υψηλά του άλμπουμ: το εναρκτήριο “Aphelion Void” (το οποίο ήταν αυτό που έσπασε τη σιωπή του συγκροτήματος μετά από τόσα χρόνια) γιατί έχει την καλύτερη πλέξη τζαζ σημείων στον δίσκο, γιατί κάνει 15 ολόκληρα λεπτά να περνάνε με χάρη πεντάλεπτου, και γιατί μέσω του βασικού του riff έχει τα φόντα να γίνει το “Symptom” των ημερών μας. Και το "Architect Οf Darkness", γιατί είναι βαθιά ατμοσφαιρικό, γιατί ο Aldrahn παίρνει το κομμάτι εντελώς πάνω του με μια πανδαισία υπαρξιακών σπαραγμών και διονυσιακών απαγγελιών, αλλά και για τα folk στοιχεία λίγο πριν το καταιγιστικό κλείσιμο.

Εν τέλει, είναι μια δουλειά καλύτερη του Supervillain Outcast (2007), με πιο συγκεκριμένο και ήρεμο όραμα και ατμόσφαιρες, παρά την πληγή της επιμέρους συνοχής. Η οποία κοιτάει σχεδόν στα ίσα το 666 International του 1999 (για πιο πίσω, προσωπικά, ούτε λόγος να γίνεται). Με αυτό το «φλοϋδικό» εξώφυλλο-ωδή στον μινιμαλισμό, το A Umbra Omega είναι –και αυτό έχει σημασία– δίσκος που δίνει επιπλέον λάμψη στη μπάντα, και όχι το αντίστροφο. Μαζί με το φετινό Arcturus, η καλύτερη επιστροφή νορβηγικού συγκροτήματος εδώ και χρόνια.

{youtube}QJrI07bNfnc{/youtube} 

 

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured