Το τρίτο άλμπουμ των Incirrina, με τον λιτό τίτλο Trace, μοιάζει με ένα όμορφο παράδοξο. Από τη μία, δεν κρύβει ούτε στιγμή τις αγάπες του. Τα κλισέ της δεκαετίας του '80 βρίσκονται παντού, ίσως λίγο πιο επιμελημένα και προσεκτικά απ' όσο θα ήθελε κανείς που αναζητά περισσότερες αιχμές και λιγότερη νοσταλγία. Από την άλλη όμως, υπάρχει κάτι βαθιά ειλικρινές σε αυτή τη μουσική, κάτι που σε κάνει να συγχωρείς αμέσως κάθε γνώριμη αναφορά.
Γιατί οι Incirrina, ίσως χωρίς να το έχουν αντιληφθεί πλήρως, γράφουν πρωτίστως pop τραγούδια. Όχι την pop της ευκολίας, αλλά εκείνη τη σκοτεινή, ηλεκτρονική τραγουδοποιία που κάποτε καθιέρωσαν οι μετα-John Foxx Ultravox και οι Depeche Mode της εποχής του Music For The Masses. Σε εκείνο το πεδίο κινούνται οι Incirrina, εκεί όπου η μελαγχολία, η ρυθμική οικονομία και η μελωδία βρίσκουν έναν σχεδόν φυσικό τρόπο να συνυπάρξουν. Και τελικά, αυτό είναι που κάνει το Trace να ξεχωρίζει. Κάτω από τα στρώματα των synthesizers, τις σκιές του ηλεκτρονικού post-punk και τη γνώριμη αισθητική της (παλιάς και νέας) dark σκηνής, χτυπά η καρδιά ενός άλμπουμ που δεν φοβάται να είναι όμορφο.
Παράλληλα, το ντουέτο αφήνει να φανούν και κάποιες νέες όψεις του, χειριζόμενο με αξιοθαύμαστη σιγουριά το δικό του ηχητικό λεξιλόγιο. Σαν ένας έμπειρος ταχυδακτυλουργός που γνωρίζει καλά τα ξόρκια του, απελευθερώνει μια σαγηνευτική αύρα, ικανή να σε κρατήσει για σχεδόν μία ώρα μέσα στη γοητευτική της έλξη. Και αυτό, όσο κι αν ακούγεται παράξενο, είναι ίσως το πιο δύσκολο πράγμα σήμερα. Δηλαδή, όχι να αντιγράψεις μια αισθητική, ούτε να αναπαράγεις έναν ήχο, αλλά να δημιουργήσεις τη δική σου αύρα. Και οι Incirrina, δίσκο με τον δίσκο, μοιάζουν να πλησιάζουν όλο και περισσότερο εκείνο το σημείο όπου αναγνωρίζεις μια μπάντα πριν καν αρχίσεις να αναζητάς τις επιρροές της.
Το άλμπουμ ξεκινάει με το δυναμικό "Mutate", στο οποίο αυτό που ξεχωρίζει είναι τα φωνητικά της Ειρήνης Τηνιακού, όχι τόσο αγκιστρωμένα στο γνώριμο darkwave ύφος, αλλά πιο απελευθερωμένα από τις συμβάσεις του είδους, επιτρέποντας στη μελωδία να αναπνεύσει και να κινηθεί με μεγαλύτερη άνεση ανάμεσα στην ψυχρότητα των synthesizers και σε μια σχεδόν dream pop ευαισθησία. Αν απουσίαζαν κι αυτά τα γνώριμα συρτά ουρλιαχτά, θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για μια σχεδόν πλήρη χειραφέτηση από τα στερεότυπα της darkwave. Γιατί το "Mutate", εμένα μου δείχνει ξεκάθαρα πως οι Incirrina δεν ενδιαφέρονται πια να ανακυκλώσουν τις σκιές των 80s, αλλά να τις χρησιμοποιήσουν ως πρώτη ύλη για κάτι πιο προσωπικό και ζωντανό. Όπως, ακριβώς κάνουν στο "Find", το οποίο είναι ένα πανέμορφο pop κομμάτι που κουβαλάει στο σώμα του ολόκληρη την ιστορία της synthpop όπως την έχουμε γνωρίσει. Κι όμως, αυτό που το κάνει να ξεχωρίζει είναι η σταθερή, σχεδόν ανεπιτήδευτη ερμηνεία της Ειρήνης. Χωρίς τερτίπια και γνώριμα σκοτεινά κολπάκια, έρχεται σε δημιουργική αντίθεση με τη λαμπερή σύνθεση, μετατρέποντας το κομμάτι σε μία από τις πιο χαρισματικές και συγκινητικές στιγμές του δίσκου. Το "Alexia" ξεκινάει κάπως ζαλισμένο από τον πυρετό των 80s, σχεδόν παραδομένο στις γνώριμες αναφορές του είδους. Όμως, όσο εξελίσσεται, και ιδιαίτερα στο ρεφρέν και προς το κλείσιμό του, αποτινάσσει αυτή την εμμονή και αφήνεται σε μια πιο γλυκιά, ανθρώπινη μελαγχολία, εκεί όπου οι Incirrina ακούγονται πιο αβίαστοι και λιγότερο εγκλωβισμένοι στις σκιές των επιρροών τους.
Το "She Is In The Dream" αφήνεται άφοβα σε μια pop μελαγχολία, με τα synths του Γιώργου Κατσάνου να κινούνται πιο ελεύθερα, πάνω σε μια σχεδόν Berlin School λογική, χτίζοντας ένα πολύ καλό τραγούδι που μοιάζει να αιωρείται ανάμεσα στο όνειρο και την ανάμνηση. Χωρίς να απαρνείται τις ρίζες του, καταφέρνει να αποκτήσει μια κινηματογραφική διάσταση, από εκείνες που δεν ζητούν την άμεση προσοχή σου, αλλά σε ακολουθούν σιωπηλά για ώρες μετά την ακρόαση. To επόμενο, το "Region" είναι ίσως το προσωπικό μου αγαπημένο μέσα από το νέο άλμπουμ των Incirrina, γιατί η συνθετική δομή, το ρυθμικό σώμα και η φωνή του τραγουδιού, με αυτά τα όμορφα τραβήγματά της, παρουσιάζουν ένα σπάνιο επίπεδο ισορροπίας και εγκράτειας. Εδώ το ντουέτο μοιάζει να αφήνει πίσω του την ανάγκη να αποδείξει την αγάπη του για το παρελθόν και αφοσιώνεται απλώς στη δημιουργία ενός σπουδαίου τραγουδιού. Και κάπως έτσι, σχεδόν αθόρυβα, γεννιέται μια από τις πιο ολοκληρωμένες και συναισθηματικά φορτισμένες στιγμές του δίσκου.
Στο "Diver", ένα άλλο από τα αγαπημένα μου τραγούδια του δίσκου, η φωνή της Ειρήνης μοιάζει να κουβαλάει μια πιο βαριεστημένη, σχεδόν αλήτικη υπόσταση, σαν να περιφέρεται αδιάφορα πάνω από τη σύνθεση, μέχρι να έρθει η σειρά του ρεφρέν. Και αυτό, όσο κι αν μοιάζει αντιφατικό, λειτουργεί ευεργετικά. Γιατί εκεί, μέσα σε αυτή την ελεγχόμενη αποστασιοποίηση, το τραγούδι βρίσκει μια ιδιαίτερη ένταση, αποφεύγοντας τις εύκολες κορυφώσεις και αφήνοντας τη μελωδία να αναδειχθεί με τον δικό της, διακριτικό τρόπο. Το επόμενο "Presence" στοχεύει ξεκάθαρα προς την πίστα, αλλά είναι ίσως η στιγμή όπου οι Incirrina παγιδεύονται περισσότερο μέσα σε γνώριμα club κλισέ. Η αίσθησή μου είναι πως το κομμάτι θα κέρδιζε αν η παραγωγή του ήταν λιγότερο ατμοσφαιρική και λουστραρισμένη και περισσότερο εκρηκτική, με πιο κοφτερές γωνίες και μεγαλύτερη αίσθηση του επείγοντος. Έτσι όπως ακούγεται, μοιάζει να προτιμά την κομψότητα από την έκρηξη, κάτι που το κάνει να χάνει μέρος της δυναμικής που υπαινίσσεται η ίδια η σύνθεσή του.
Στο "Sometimes", ο Γιώργος αναλαμβάνει τα φωνητικά και οδηγεί μια αργόσυρτη σύνθεση που, όσο προχωρά, εμπλουτίζεται διακριτικά με επιπλέον φωνητικά στρώματα και μικρές λεπτομέρειες στο υπόβαθρο. Άλλη μια όμορφη συνθετική στιγμή. Μέχρι να φτάσει στη γέφυρα και στο ρεφρέν, το τραγούδι έχει ήδη αποκτήσει το απαραίτητο βάρος, επιτρέποντας στη φωνή του να αναδειχθεί επιβλητική και βαθιά μελαγχολική, παραμένοντας έτσι μέχρι το τέλος. Είναι από εκείνες τις στιγμές όπου η υπομονή της σύνθεσης ανταμείβεται, χαρίζοντας στο κομμάτι μια σχεδόν κινηματογραφική αίσθηση εσωτερικότητας. Το "Alien Room" κρύβει μικρές trance και world εκρήξεις, σε έναν συνδυασμό που, αν και ενδιαφέρων, μοιάζει κάπως παράταιρος μέσα στο κατά βάση δυτικοευρωπαϊκό αισθητικό πλαίσιο του υπόλοιπου δίσκου. Ίσως ακριβώς αυτή η απόκλιση να του χαρίζει τη δική του ταυτότητα, αν και προσωπικά δεν είμαι βέβαιος ότι ενσωματώνεται απόλυτα στη συνολική ροή των συνθέσεων. Και το άλμπουμ κλείνει με το περσινό single "ΚΡΥΦΟ", με το οποίο το ντουέτο έκανε τα πρώτα του βήματα στο ελληνόφωνο σύμπαν. Μια όμορφη κατακλείδα, που αφήνει αναπόφευκτα να πλανάται το ερώτημα γιατί αυτή η τόσο φυσική μετάβαση περιορίζεται σε μία μόνο στιγμή μέσα σε έναν κατά τα άλλα αγγλόφωνο δίσκο...
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως οι Incirrina έχουν παραδώσει έναν πολύ καλό δίσκο. Έναν δίσκο προσεγμένο μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια, με όμορφες μελωδίες, έξυπνες και σοβαρές ενορχηστρώσεις και αρκετές στιγμές που αποδεικνύουν πως το ντουέτο έχει αποκτήσει πλέον τη δική του μουσική γλώσσα. Κι όμως, κάθε φορά που το ακούω και περνούν τα τραγούδια στη σεςιρά, δεν μπορώ να αποφύγω την αίσθηση ότι αυτό που ακούω είναι η προετοιμασία για κάτι ακόμη μεγαλύτερο. Σαν οι Incirrina να μην έχουν φτάσει ακόμη σε εκείνη τη μία μεγαλειώδη στιγμή, εκείνη τη σπάνια συνάντηση έμπνευσης, τόλμης και εσωτερικής ανάγκης που γεννά όχι απλώς έναν πολύ καλό δίσκο, αλλά ένα συνεκτικό, σχεδόν μοιραίο αριστούργημα βγαλμένο κατευθείαν από τα σωθικά τους.
Γιατί η "μεγάλη" τέχνη, όσο άδικο κι αν ακούγεται, δεν αρκείται στην αισθητική συνέπεια ούτε στην τεχνική αρτιότητα. Χρειάζεται και εκείνη την ανεξήγητη ρωγμή, εκείνη τη στιγμή όπου ο δημιουργός παύει να συνομιλεί με τις επιρροές του και αρχίζει να συνομιλεί αποκλειστικά με τον εαυτό του. Και έχω την αίσθηση πως αυτή η στιγμή δεν βρίσκεται πίσω τους, αλλά κάπου μπροστά τους. Σαν να ακούμε ένα συγκρότημα που πλέον γνωρίζει πολύ καλά πώς να γράφει όμορφα τραγούδια, αλλά δεν έχει ακόμη παραδοθεί ολοκληρωτικά στον εαυτό του. Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο συναρπαστικό στοιχείο του δίσκου. Όχι ότι αποτελεί την κορυφή των Incirrina, αλλά ότι αφήνει να διαφανεί πως η κορυφή αυτή πιθανόν να μην έχει ακόμη κατακτηθεί.






