Το ευρύ κοινό γνώρισε τους Ledeloue μετά τη συνεργασία τους με τους Turboflow 3000. Βέβαια, το ντουέτο της Μαίρης Γεωργοπούλου και του Θανάση Αλεξανδρή μόνο άγνωστο δεν είναι με την μουσική, με τη μεν να έχει κλασσικές σπουδές στο φλάουτο και τον δε μακρά σχέση με τη δημιουργία μουσικής ως πολυοργανίστας, μέλος σε πληθώρα από μπάντες (Ρόδες United, Budgerigar, Turboflow 3000, The Noodles κ.α.) και ως παραγωγός και ιδιοκτήτης της Naiads Productions.
Πριν από τη συμμετοχή τους στο “Vasilias tu Underground”, το ντουέτο είχε κυκλοφορήσει ορισμένα singles (“Infinity”,” Oaas”) και covers (“Beg in Japan”, “The Truth (Somebody to love)”), τα οποία οδήγησαν στην κυκλοφορία του πρώτου ολοκληρωμένου άλμπουμ τους Ledulium αυτή την άνοιξη.
Το Ledulium είναι ένας μικρός, εύθραυστος θησαυρός με αδαμάντινη καρδιά. Με ρυθμικό πυρήνα την drum & bass, tribal techno αναφορές και τα αέρινα φωνητικά της Γεωργοπούλου σε πρωταγωνιστικό ρόλο, ο δίσκος αυτός ξεχωρίζει για τις υφές του και την παραγωγή του. Στα 26 λεπτά του καταφέρνει να δημιουργήσει έναν εφήμερο, λίγο glitchy, λίγο ritual, λίγο club, οπωσδήποτε υβριδικό κόσμο γεμάτο χρώματα.
Ξεκινώντας από το εναρκτήριο “Genesis” βυθίζεται κανείς στον κόσμο αυτό, με το “The Hill and the Sea” που ακολουθεί να χτίζεται σταδιακά, με τα φωνητικά να κάθονται απαλά πάνω στις κιθάρες, το μπάσο και μία γήινη ρυθμική γραμμή. Το “Toso Da”, με ελληνικούς στίχους, είναι τρυφερό σε λόγια και δυναμικό σε παλμό, και ίσως το πιο χαρακτηριστικό κομμάτι των Ledeloue, μιας και συνδυάζει ένταση και απαλότητα.
Το ”Tinafto” έχει τις πιο χαρακτηριστικές drum & bass επιρροές, μια μείξη ελληνικών και αγγλόφωνων στίχων, και το φλάουτο σε πρώτο πλάνο, σε μία σχεδόν trippy μείξη στοιχείων, ενώ σίγουρα δεν θα αναγνώριζες πως πρόκειται για εγχώρια παραγωγή εάν το άκουγες το “Clarity”, που έπεται, στο ραδιόφωνο. Το “My way” είναι εξίσου ονειρικό και παιχνιδιάρικο, ενώ το “The Portal” που κλείνει το δίσκο μάλλον ανοίγει την είσοδο στον κόσμο των Ledeloue. Ένα κόσμο που, τελικά, δεν ακολουθεί κάποια από τις κυρίαρχες τάσεις της εγχώριας εναλλακτικής σκηνής. Δεν επιδιώκει να ακουστεί «ξένος» για να αποκτήσει διεθνή απήχηση, ούτε βασίζεται στην ελληνικότητά του ως στοιχείο διαφοροποίησης. Οι ηλεκτρονικές υφές, οι κιθάρες, το φλάουτο, τα φωνητικά και οι χαμηλές συχνότητες συνυπάρχουν χωρίς να ανταγωνίζονται μεταξύ τους, δημιουργώντας έναν ήχο που αποκαλύπτει νέες λεπτομέρειες σε κάθε ακρόαση. Το αποτέλεσμα είναι ένας δίσκος που ακούγεται σύγχρονος, προσωπικός και αβίαστος.
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του Ledulium, όμως, βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο συνομιλούν οι δύο δημιουργοί του. Από τη μία, ο Θανάσης Αλεξανδρής κουβαλά την εμπειρία ενός μουσικού και παραγωγού που γνωρίζει πώς να χτίζει έναν ηχητικό κόσμο μέχρι την τελευταία του λεπτομέρεια. Από την άλλη, η Μαίρη Γεωργοπούλου προσεγγίζει αυτόν τον κόσμο με μια αφοπλιστική φρεσκάδα, σαν να τον εξερευνά την ίδια στιγμή που τον δημιουργεί. Η μεταξύ τους ισορροπία δεν θυμίζει σχέση καθοδήγησης, αλλά σχέση διαλόγου. Κι αυτό γίνεται αισθητό σε όλη τη διάρκεια του δίσκου, με τις συνθέσεις να μοιάζουν να γεννιούνται από τη συνεχή διαπραγμάτευση ανάμεσα στις δύο αυτές δυνάμεις. Όταν τα beats πυκνώνουν και οι μπασογραμμές αποκτούν βάρος, τα φωνητικά δεν προσπαθούν να τα υπερκαλύψουν αλλά τα ακολουθούν, τα παρατηρούν, αφήνουν χώρο. Και όταν η φωνή παίρνει το προσκήνιο, η παραγωγή αποσύρεται διακριτικά, χωρίς ποτέ να χάνει την παρουσία της.Έτσι, το Ledulium δεν ακούγεται ως το άθροισμα δύο μουσικών προσωπικοτήτων, αλλά ως η γέννηση μιας τρίτης, παιχνιδιάρικης, ζωηρής, και πολλά υποσχόμενης.






