Η δισκοκριτική είναι δύσκολο πράγμα. Σίγουρα θα μπορούσαμε να συζητήσουμε για ώρες το τι συνιστά ασφαλές τεκμήριο μιας κριτικής – η τεχνικότητα, η ενορχήστρωση, η ευκρίνεια και λοιπά. Από την άλλη, επιτρέψτε μου να επιμείνω πως όταν αναφερόμαστε στο πόνημα της εκάστοτε καλλιτέχνιδας ή καλλιτέχνη, καμία αιτιολόγηση δεν μπορεί να είναι αρκετά αντικειμενική.

Τουλάχιστον όχι για εμένα, και τον τόπο στον οποίο στέκομαι – εκεί που η τέχνη συναντά το συναίσθημα, τις ιδέες, την αισθητική, που είναι πέρα για πέρα προσωπική υπόθεση του κάθε ατόμου.

Υποκειμενικότατα τα κριτήρια, λοιπόν, πολλώ δεν μάλλον, όταν έχουμε να κάνουμε με ένα δίσκο που εξ’ αρχής μας συστήνεται ως «ένα χαλαρό concept album, […] ένα νέο είδος ποπ όπως το οραματίζεται ο καλλιτέχνης» - όπως μας παρουσιάστηκε, δηλαδή, η νέα δουλειά του Prins ObiNew World Boi.

Πολυγραφότατος και αεικίνητος, ο Prins Obi, κατά κόσμον Γιώργος Δημάκης, έχει αποδείξει πως οι μουσικές του αναφορές ποικίλλουν – από το funk και την ψυχεδέλια του σχήματος Duke Abduction, στο χαρακτηριστικό groove μείγμα kraut, ποπ και (σταθερά) ψυχεδελικού ροκ των Baby Guru, κι έπειτα όλων αυτών αλλά και indie πειραματισμών στο προσωπικό του project.

Το New World Boi, το πέμπτο solo album του το οποίο κυκλοφόρησε στις 20 Οκτωβρίου 2023 από την Inner Ear Records, περιλαμβάνει στοιχεία hip hop, ορχηστρικής ποπ, reggae/dub, sophisti-pop και spoken word, μεταξύ άλλων, ενώ παράλληλα θέτει νέα όρια όσον αφορά στην σύνθεση των τραγουδιών και την παραγωγή. Ο ίδιος ο Prins Obi είναι εξ’ ολοκλήρου υπεύθυνος για την δημιουργία του δίσκου αυτού, πράγμα που είναι αρκετά σαφές τόσο αισθητικά όσο και μουσικά.

Το πρώτο ομώνυμο κομμάτι του album φέρνει στο μυαλό τη θεατρικότητα και τις υπαρξιακές ανησυχίες  ενός νεαρού David Bowie. Το “The Slumber Machine”, μέσα από τις μουσικές εναλλαγές του,  σε οδηγεί μάλλον σε μια διαπίστωση ματαιότητας. Το vintage αισθητικής "UFO από άλλο πλανήτη" έρχεται να απαντήσει στην ματαιότητα αυτή ως πρόσκληση φυγής.

Το "Sister Can’t Help Falling Down", η μπαλάντα του δίσκου, είναι όλα εκείνα που θα ήθελες να πεις σε εκείνα τα άτομα που αγαπάς αλλά περισσότερο στον εαυτό σου. Τα επόμενα τρία κομμάτια, "Deep Sleep", "Resurrection" και "Yawning Caves of Blue" ακούγονται και ως τριλογία.

Ακολουθεί το προσωπικά αγαπημένο μου, "Alice (Don ‘t you call me back home)", το οποίο ξεχώρισα για την έντονη κινηματογραφικότητά του. Το “Ninja Assasin” έχει ξεκάθαρες dub αναφορές κι εξίσου ξεκάθαρο κοινωνικοπολιτικό σχόλιο. Το "Oh Vera" λίγο πριν το κλείσιμο, σκάει σαν ρετρό τσιχλόφουσκα στο πρόσωπό σου, όμως σύντομα ακολουθεί η  κατάθεση-"Αυτοψυχανάλυση" του Prins Obi. «Kαθώς μεγαλώνω, συνειδητοποιώ όλο και περισσότερο ότι η ευτυχία δεν βρίσκεται στην καταξίωση […]. Η ευτυχία τελικά είναι κατακερματισμένη σε στιγμές και την βρίσκει κανείς όταν ξετυλίγει το κουβάρι των αναμνήσεων, χρησιμοποιώντας ως πυξίδα την ψυχή».

Οι εν λόγω στίχοι, τελικά, φαίνεται να συνοψίζουν όλη την ουσία του δίσκου. Το αγόρι του καινούριου αυτού κόσμου δεν ακολουθεί τους κανόνες. Φτιάχνει τραγούδια προσωπικά, σε κάθε μήκος και πλάτος. Είναι οι δικές του αφηγήσεις, οι προσωπικές μουσικές εμμονές, οι επιρροές, άνθρωποι και στιγμές που βλέπουμε μέσα από ένα ηχητικό καλειδοσκόπιο. Ενδεχομένως, μία αντικειμενική οπτική θα έλεγε πως το άλμπουμ αυτό, μέσα στην πολυσυλλετκικότητά του, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ακριβώς «συμπαγές». Από την άλλη, με απόλυτη σιγουριά μπορώ να πω ότι η ρευστότητα της καθημερινότητά επιτάσσει αυθεντικότητα, ρίσκο, ειλικρίνεια καθώς και το να μην παίρνουμε τόσο στα σοβαρά τον εαυτό μας, πράγμα που ο Prins Obi καταφέρνει οπωσδήποτε στο New World Boi.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured