View More

Xylouris White - Black Peak

Τιτλοφορημένο από μια βουνίσια κορυφή της Κρήτης και με καλεσμένους τον Ψαραντώνη και τον Bonnie "Prince" Billy, είναι ένα εύφορο και σπουδαίο επιχείρημα για όσους υποστηρίζουν ότι η μουσική είναι μία...

Label
Universal
Κυκλοφορία
10/2016
Βαθμολογία
8
Κείμενο: Θάνος Σιόντορος

Την πρώτη φορά που είδα ζωντανά τους Dirty Three και ειδικότερα τον Jim White πίσω από τα ντραμς, δεν πίστευα στα μάτια μου, για να πω την αλήθεια. Ακριβέστερα, δεν φανταζόμουν ποτέ ότι αυτό που βλέπω θα μπορούσε να αντιστοιχεί σε αυτό που ακούω.

Ένας χαλαρός, με γήινη αυτοπεποίθηση τύπος, να βγάζει έναν τόσο μεστό και γεμάτο ήχο, με έντονο δυναμισμό και ανά στιγμές αυτοσχεδιαστική προσέγγιση, χωρίς καν να ιδρώνει, να ζορίζεται ή να έχει ξεσπάσματα και εμφανείς εκρήξεις. Σαν τα χέρια του να κινούνταν μονάχα από τους αγκώνες μέχρι τις παλάμες, σχεδόν χορευτικά, με μια πρωτόγνωρη ηρεμία και απλότητα για ντράμερ –και χωρίς κάτι τέτοιο να στερεί τίποτα από τη δυναμική των κομματιών, είτε είχαμε να κάνουμε με πιο low tempo στιγμές, είτε με πιο έντονες. Ο χαρακτηρισμός «ήρεμη δύναμη» είμαι πλέον 100% σίγουρος πως έχει βγει για κάτι τύπους σαν κι αυτόν.

Πριν 25 χρόνια, λοιπόν, στη Μελβούρνη, ο Αυστραλός Jim White γνώρισε τον λαουτίστα και τραγουδιστή Γιώργο Ξυλούρη (ή Ψαρογιώργη), ανιψιό του πασίγνωστου Νίκου Ξυλούρη και γιο του τόσο ιδιαίτερου Ψαραντώνη. Η συμπάθεια μεταξύ των δύο αντρών ήταν άμεση, με αποτέλεσμα στη δεκαετία του 1990 o Ψαρογιώργης να συμπράξει κάποιες φορές με τους Dirty Three. Καθώς τα χρόνια περνούσαν, η σχέση τους δεν χάθηκε. Και μετά τις εμφανίσεις του Ψαραντώνη στο αυστραλέζικο All Tomorrow’s Parties το 2009 (με curator τον Nick Cave), ο δρόμος για τη δημιουργία του ντουέτου Xylouris White ήταν πλέον ανοιχτός.

Το πρώτο τους πόνημα (Goats, 2014) προσδιόρισε το πεδίο στο οποίο θα ξεδιπλωνόταν η μουσική τους. Γιτσικιά ή …goatish –για όσους δεν γνωρίζουν κρητικά– χαρακτήρισε τη μουσική ο Ξυλούρης και νομίζω ότι τα κατάφερε καλύτερα από κάθε άλλον να την περιγράψει· ατίθαση, ελεύθερη αλλά όχι απλησίαστα άγρια, ακριβώς όπως και τα συμπαθή τετράποδα. Κι ενώ το Goats ήταν κυρίως ορχηστρικό και κάπως πιο πράο, πιο ανάλαφρο, το φετινό Black Peak βουτάει βαθύτερα: κοιτάει καλά μέσα του και μας παρουσιάζεται από δυνατό και ορμητικό, μέχρι ψιθυριστά ευλαβικό.

Στα δύο πρώτα κομμάτια ("Black Peak" και "Forging"), μια σχεδόν punk διαλογική μεταξύ εγχόρδων και κρουστών μας υπενθυμίζει ότι παραγωγός είναι ο Guy Picciotto (βλ. Fugazi), ενώ στιχουργικά αναδύονται η μοναξιά και η λαϊκή οργή. Στο "Hey, Musicians", πάλι, το γνώριμο μοτίβο σταδιακής δόμησης που οριοθέτησε ως είδος το post-rock είναι πανταχού παρόν, μέχρι να επιτευχθεί το επιθυμητό επίπεδο έντασης και το κομμάτι να κορυφωθεί σχεδόν θρησκευτικά.

Κρήτη επίσης δίχως Ερωτόκριτο είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς, οπότε στο 4ο και ομώνυμο κομμάτι συναντάμε τον Bonnie “Prince” Billie να μουρμουράει στο υπόβαθρο καθώς ο Ψαρογιώργης απαγγέλει στίχους από την πασίγνωστη έμμετρη μυθιστορία. Πιο κάτω, το "Short Rhapsody" είναι κατ' εμέ το πιο όμορφο κομμάτι του άλμπουμ μέσα στην ασύμμετρη συμμετρία του και την πολύπλοκη απλότητά του, το "Pretty Kondiles" σε ξεγελά με τη χαρμόσυνη εκκίνηση καθώς θεριεύει ενώ ξετυλίγεται, ενώ το "The Feast" –με καλεσμένο τον Ψαραντώνη– αποτελεί ιδανικό επίλογο. Αν έχει ποτέ γραφτεί αλλόκοσμη ψυχεδελική folk εμπνευσμένη από τα μέρη μας, αυτή είναι της καλύτερης ποιότητας.

Τιτλοφορημένο από μια βουνίσια κορυφή στην Κρήτη, το πολυπολιτισμικό και ηχητικά εύφορο άλμπουμ των Xylouris White είναι ένα ακόμα σπουδαίο επιχείρημα για όλους εμάς που υποστηρίζουμε πως η μουσική, στην ουσία της, είναι μία –και όλα τα υπόλοιπα έπονται. Με μοναδική μου ένσταση μια έλλειψη ομογενοποίησης των συστατικών κάποιες από τις φορές που η ταχύτητα ανέβαινε και κοίταγε προς punk ή rock μεριά, αλλά πλήρη εξισορρόπηση όταν έπεφτε και άφηνε τη δημιουργική πλευρά της εσωστρέφειας να πάρει τα ηνία, το Black Peak είναι τόσο γερό, αληθινό, καλοδουλεμένο και δυνατό, όσο και ο μακροχρόνιος δεσμός των δύο μουσικών.

Δεν φανταζόμουν ποτέ στη μέχρι τώρα ζωή μου ότι θα κλείσω κείμενο με μαντινάδα, μιας και η σχέση μου με την Κρήτη περιορίζεται στον απλό θαυμασμό ενός επισκέπτη. Αλλά τα λόγια του Ψαρογιώργη «πολύ καιροί με δέρνουνε μα οι κλώνοι μου δεν σπούνε γιατί έχω ρίζες δυνατές βαθιά και με βαστούνε» αντικατοπτρίζουν πλήρως το παρελθόν, το παρόν και (καλώς εχόντων των πραγμάτων) το μέλλον των Xyloyris White.

 

 
Top
0
Shares