Οι ερμηνευτές που συνοδοιπόρησαν με τον Βασίλη Τσιτσάνη ακολούθησαν τις ορμήνιες του, εξασφαλίζοντάς του έτσι την απόδοση του ηχοθόλου που αυτός είχε κατά νου για τις δισκογραφικές του καταθέσεις. Και είναι φανερό ότι ο Τσιτσάνης –τέκνο μιας εποχής όταν ο συνθέτης ήταν σε θέση να κυκλοφορήσει μόνο 2 τραγούδια, την α και β πλευρά του δίσκου γραμμοφώνου– συνέχισε σε όλη του την πορεία να αντιμετωπίζει την κάθε ηχογράφηση σαν αυτόνομο πλανήτη, με δική του τροχιά και ηλιοστάσιο. Κατασκεύαζε δηλαδή ανά σύνθεση τελείως διαφορετικές γραμμές στο επίπεδο του αναδυόμενου «αρώματος», δένοντάς το άρρηκτα με τους στίχους, αλλά και με την ενορχήστρωση. 
 
Κάτι επίσης που συχνά παραλείπεται από την αποτίμηση του Τσιτσάνη, είναι πως παραγωγός των συνθέσεών του ήταν ο ίδιος. Σε αντίθεση δηλαδή με πολλούς συμπλέοντες μαζί του, μουσικούς ή/και συνθέτες οι οποίοι πήγαιναν απλά στη στουντιακή χώρα και προσπαθούσαν ν' ακουστούν, ο Δάσκαλος δεν την αντιμετώπιζε μήτε ως αναγκαίο κακό, μήτε σαν terra incognita. Μπορεί ο Χατζιδάκις με τον Θεοδωράκη να έδειξαν μια διαφορετική πραγματικότητα καλώντας εκείνους τους λαϊκούς ανθρώπους ως session μουσικούς –αυτήν δηλαδή της αντιμετώπισης του στούντιο ως χώρου δημιουργίας και όχι ως χώρου καταγραφής– αλλά ο Τσιτσάνης είχε ήδη αντιληφθεί την τελειότητα της εγγραφής ως ένα ακόμα μπουντέλι στη γέφυρα μεταξύ δημιουργού και κοινού. Δεν θα είχε εξάλλου κανέναν λόγο να τοποθετήσει στα εσώτερα του ρεμπετογενούς τραγουδιού ακίδες από ρυθμολογίες και κλίμακες που αποτελούσαν τοτέμ φρίκης για τα τότε «ήθη» –βλέπε λ.χ. ορισμένες δυτικότροπες συμβάσεις στα ντραμς, τα οποία του άρεσαν– αν δεν μπορούσαν τέτοια στοιχεία να υποστηριχθούν μέσα στο στούντιο. 
 
Αποτελεί επομένως λάθος να λέμε πως όσες φωνές προχώρησαν παράλληλα με τον Τσιτσάνη όρισαν δικές τους ερμηνείες πάνω στο υλικό του, πόσο μάλλον τη συνολική εικόνα των ηχογραφήσεων. Τέτοιες προσεγγίσεις εμφανίζονται μονάχα σε μεταγενέστερα χρόνια, μαζί με ένα ρεύμα τραγουδιστών οι οποίοι δούλεψαν ελάχιστα μαζί με τον Δάσκαλο –ή και καθόλου. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν (σαφώς) η Δήμητρα Γαλάνη, ο Γιώργος Νταλάρας και η Γλυκερία. Ακόμα πιο πέρα στον χρόνο, έχουμε όσες περιπτώσεις έκριναν σκόπιμο ν' αναφερθούν στο έργο του, είτε αποσπασματικά, είτε μέσω ολόκληρων αφιερωματικών δίσκων. Από τις τελευταίες, η πιο αλλόκοτη είναι αυτή του Λευτέρη Πανταζή. Ο οποίος βοήθησε πάντως πολύ να καταλάβουμε πόσο μαεστρικά χειρίστηκε ο Τρικαλινός δημιουργός το θέμα της ενορχηστρώσεων, ώστε να διατηρήσουν το ευάερο και ευήλιο που τόσο απλόχερα τους χάριζε, δίχως ποτέ να φτάσουν στην αρκουδιάρικη αισθητική που παρουσίασε ο Πανταζής το 1994. 
 
Ίσως το έπιασα από πολύ μακριά, έχει ωστόσο σημασία ότι η ιδιαίτερη ματιά ενός από τους πλέον χαρισματικούς Έλληνες έρχεται φέτος να προστεθεί σ' αυτήν ακριβώς τη δισκογραφία αναγνώσεων. Άλλωστε ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, εκτός της θαυμάσιας ποιητικής του, έχει και μια πασίγνωστη και δηλωμένη λατρεία στον Τσιτσάνη: η υπογραφή του βρίσκεται σε τρία μεγάλου ενδιαφέροντος βιβλία για τον τρικαλινό master, τα οποία ξεχώρισαν για την άριστη μεθοδολογία της έρευνας και για το πνεύμα της καταγραφής συγκεκριμένων περιόδων στο έργο του. Προχώρησε μάλιστα ακόμα παραπέρα το 1998, δημιουργώντας με μερικούς φίλους την Παρέα Του Τσιτσάνη, με την οποία και φτάνει τώρα στο δεύτερο δισκογραφικό πόνημα. Το συγκρότημα αποτελείται από μία κιθάρα (Νίκος Ζυγούρας) κι ένα μπουζούκι (Νίκος Στρουθόπουλος), ενώ στις φωνές ακούμε τη Δώρα Στρουθοπούλου, όπως βέβαια και τον ίδιο τον ποιητή.
 
Προξενεί όμως μεγάλη εντύπωση που ο Χριστιανόπουλος αποτυγχάνει στον συγκεκριμένο διπλό δίσκο, εκεί ακριβώς όπου περίμενες πως θα έβαζε τα γυαλιά σε πολλούς. Ενώ δηλαδή ανθολογείται εδώ ένα μεγάλο εύρος του τσιτσάνειου έργου, κυριαρχεί μια λογική η οποία θέλει τα όργανα να ηχογραφούνται με ξερό τρόπο και με λάθος τοποθέτηση του χώρου. Το «ξερός τρόπος» δεν έχει να κάνει με το παίξιμο, αλλά με τον ήχο: σε ένα όργανο πρέπει δηλαδή να ακούς τη μελωδία που αφήνει στον αέρα, όχι το τσίγκινο της χορδής· ακόμα κι όταν πρόκειται για ένα λακωνικό όργανο, όπως το μπουζούκι. 
 
Δεν υποστηρίζω βέβαια ότι η Παρέα Του Τσιτσάνη χρειαζόταν περισσότερα όργανα, επιπλέον εφέ ή άλλα τερτίπια. Ούτε και με πειράζει ότι ο ήχος προκύπτει φτωχός. Με ενοχλεί όμως που ένας πιουρίστας στην προσέγγισή του στον Τσιτσάνη, όπως ο Χριστιανόπουλος, καταφεύγει εδώ σε αναγνώσεις που σε καμία περίπτωση δεν αποδίδουν το άρωμα των πρωτότυπων τραγουδιών. Αυτό δεν συμβαίνει μόνο εξ αιτίας όσων ανέφερα πιο πάνω, αλλά και λόγω της στεγνής εκτέλεσης που ακούμε από το μπουζούκι του Στρουθόπουλου: ακριβώς γιατί η εν λόγω αίσθηση δεν φανερώνει κατά τη γνώμη μου επιλογή, μα μονόδρομο. Μπορείς επίσης να διαφωνήσεις με διάφορες ερμηνείες εδώ, κυρίως ως προς τη συνάφειά τους με τις δυναμικές που αναπτύσσονται από την ίδια τη μουσική –ένα ακόμα σοβαρό ζήτημα, εάν λάβουμε υπ' όψιν την πολεμική του Χριστιανόπουλου κατά ορισμένων ερμηνειών (π.χ. την κατά Στέλιο Καζαντζίδη "Συννεφιασμένη Κυριακή") και την εκ μέρους του ανάδειξη υπερβολών ή/και λαθεμένων προσεγγίσεων.
 
Τέτοια χαρακτηριστικά κάνουν τον δίσκο να μοιάζει με μομφή προς τις υπόλοιπες προσεγγίσεις του Τσιτσάνη, αν αναλογιστούμε πως, ενώ εκείνος είχε την πλήρη εποπτεία των όσων έφτιαξε, ο Χριστιανόπουλος –ένας τόσο εμβριθής μελετητής τους– έρχεται τώρα να προτείνει έναν κώδικα ασύμβατο με το πνεύμα τους. Δεν μπορώ έτσι παρά να σηκώσω τις μπάρες, απαγορεύοντας στο τραίνο της Παρέας Του Τσιτσάνη να περάσει στα κατ' εμέ αγαπημένα και επιτυχημένα επισκεπτήρια στον μεγάλο συνθέτη. 
 

{youtube}pjc0G-QOO7g{/youtube}

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured