Η Σμύρνη, για ακόμα μία φορά. 90 χρόνια συμπληρώνονται φέτος από την πτώση του σημαντικότερου ελληνικού αστικού κέντρου της Μικράς Ασίας –κοντά αιώνας δηλαδή– κι όμως νάτη πάλι εδώ. Να ανακινεί μνήμες, να θυμίζει την κολοσσιαία της παρακαταθήκη στην τελική διαμόρφωση της νεοελληνικής ταυτότητας, να «απειλεί» να αναστατώσει ξανά τη σύγχρονη μουσική ζωή, όπως δηλαδή πολλές φορές έχει κάνει και στο παρελθόν. Χώρια τις αναστατώσεις της πολιτικής ζωής, με τα «στοιβάγματα» στις προκυμαίες και το κλασικό ακαδημαϊκό δίλημμα Μικρασιατική Καταστροφή vs Μικρασιατικός Πόλεμος (που, επί της ουσίας, μόνο ακαδημαϊκό δεν είναι).

Αλλά η Σμύρνη του Γιάννη Κότσιρα και της Εστουδιαντίνας Νέας Ιωνίας (Βόλου) δεν έχει τίποτα από εκείνη τη γνώριμη δύναμη. Τι κι αν τη βρίσκουμε στα πιο ερωτικά της σε τούτα τα 18 τραγούδια + 5 ορχηστρικά; Δεν είναι παρά μια φόρμα χωρίς ζωή, μια παράδοση αξιοσέβαστη και ισχυρή που έμεινε όμως δίχως άξιους επιγόνους –και για τον λόγο αυτόν αδυνατεί να δείξει το κάλλος της και τα όσα την έκαναν σαγηνευτική για ανθρώπους που ποτέ δεν περπάτησαν στα στενά της και δεν μεγάλωσαν στις γειτονιές της.

Η Σμύρνη Του Έρωτα είναι βασικά ένας δίσκος διασκευών. Ακόμα κι αν ντύνεται με το κοστούμι ενός θεματικού αφιερώματος και προικίζεται με προσεγμένο βιβλιαράκι και εισαγωγικό σημείωμα του Παναγιώτη Κουνάδη, περιέχει τραγούδια πολύ γνωστά και χιλιοτραγουδισμένα. Υλικό δηλαδή κλάσης, αναγνωρισμένο, τιμημένο και ζωντανό σε πάμπολλα λαϊκά και νεορεμπέτικα προγράμματα ανά τη χώρα –από τσιπουράδικα ως και μεγάλες πίστες. Πήχης ιδιαίτερα υψηλός, ο οποίος από μόνος του θέτει και το ζητούμενο: τι άλλο έχετε να προσφέρετε στα συγκεκριμένα τραγούδια, Γιάννη Κότσιρα & Εστουδιαντίνα;

Ως προς το ζητούμενο λοιπόν αυτό, βρίσκω ότι οι συντελεστές της Σμύρνης Του Έρωτα απέτυχαν (εξ ου και η βαθμολόγησή μου). Ακούγοντας στην έναρξη κιόλας τον Κότσιρα να τραγουδά “Πού Να Βρω Γυναίκα Να Σου Μοιάζει;” το μυαλό τρέχει μόνο του στον Αντώνη Νταλγκά και η σύγκριση καθίσταται μοιραία. Όπως μοιραία καθίσταται και μόλις ηχεί το “Αμάν Κατερίνα Μου” –εδώ έρχεται η Αλεξίου στη Χαρούλα έκφανσή της και τα τελειώνει όλα– ή και παρακάτω, σε περιπτώσεις όπως η “Μισιρλού”, το “Γελεκάκι”, το “Κουκλί Της Κοκκινιάς”, ο “Μπαρμπαγιαννακάκης”, ή το “Τα Ματάκια Σου Τα Δυο (Ελενάκι)”. Σκέφτεσαι πόσα πράγματα πέτυχε η Γλυκερία στην Όμορφη Νύχτα με βάση τα σμυρναίικα και αναρωτιέσαι γιατί εδώ πήγαν όλα τόσο στραβά.  

Οι βασικές αιτίες, κατά τη γνώμη μου, είναι δύο. Η μεν Εστουδιαντίνα –υπεύθυνη για τις ενορχηστρώσεις– κατέδειξε ξανά την εμπειρία και τη γνωσιολογία της (δεν τα αμφισβητώ επουδενί), το έκανε όμως με τρόπο ξερό, ακαδημαϊκώς αναπαραγωγικό. Στα χέρια της η σμυρναίικη παράδοση μεταχειρίστηκε ως ένα λαογραφικό τεκμήριο, ως πολύτιμο έκθεμα. Ενώ το θέμα είναι αντίθετα η ζωντάνια της και η σχέση της με το σήμερα, το πώς μπορούμε να την κάνουμε επίκαιρη για μία ακόμα γενιά. Οι μουσικοί της Εστουδιαντίνας είναι λ.χ. κατά πολύ ανώτεροι του Τρίο Τεκκέ, κι όμως το ανήσυχο νεαρό αυτί έχει να μάθει κάτι παραπάνω για τον “Αντώνη Τον Βαρκάρη” ακούγοντας την περσινή εκτέλεση του κυπριακού σχήματος, παρά την παρούσα. Πρόκειται βέβαια για τεράστια συζήτηση, για την οποία όμως ο συγκεκριμένος δίσκος δεν έχει να πει κουβέντα –και αυτό το κομμάτι βαραίνει την Εστουδιαντίνα.

Η δεύτερη αιτία είναι ο Γιάννης Κότσιρας. Ούτε και σε εκείνον θα αμφισβητήσω τις ικανότητες –οι ερμηνείες του στο Μόνο Ένα Φιλί έχουν μείνει στην ιστορία. Κάνει όμως εδώ το ίδιο ακριβώς λάθος που έκανε και στο Live του 2002, όταν τραγούδησε το “Δεν Θα Ξαναγαπήσω” και το “Αγριολούλουδο”: καταπιάνεται με υλικό πιο λαϊκότροπο από αυτό που μπορεί να υποστηρίξει, με τραγούδια που απαιτούν διαφορετικές ικανότητες στην απόδοση του σκέρτσου, της χαρμολύπης και του ερωτικού πόνου. Η σμυρναίικη παράδοση τα σκιαγράφησε με τρόπο τέτοιο, ώστε ορθά θεωρήθηκε πρόγονος του ρεμπέτικου, κατ’ επέκταση και του λαϊκού της μετα-Τσιτσάνη εποχής.

Αντίθετα, ο Γιάννης Κότσιρας ανήκει στην πιο «ευρωπαϊκή» (ας πούμε) όχθη. Γι’ αυτό και θα τα κατάφερνε, πιστεύω, περίφημα αν είχε κάνει έναν δίσκο για την Αθήνα ή την Πλάκα του έρωτα, αφιερωμένο στο προπολεμικό ελαφρό τραγούδι και στις καντάδες. Πώς να το κάνουμε, άλλο πράγμα ο κόσμος του Πέτρου Επιτροπάκη και του Τίτου Ξηρέλλη, κι άλλος εκείνος του Τούντα, του Περιστέρη, του Νταλγκά. Μπορεί να τα ακούς όλα και να τ’ αγαπάς με την ίδια καρδιά, μα δεν μπορείς απαραίτητα να τα τραγουδήσεις και με την ίδια φωνή.  

{youtube}2BwAhPoWaro{/youtube}

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured