Εδώ και κάποιον καιρό, ο Μάριος Φραγκούλης έχει ξεκινήσει και μια παράλληλη προς τα αμιγώς κλασικά του ενδιαφέροντα τραγουδιστική πορεία, δισκογραφώντας σε ένα βασικά ελληνόφωνο «έντεχνο» πλαίσιο, το οποίο εμπλουτίζει έτσι ώστε να ικανοποιούνται στοιχειωδώς και οι ανάγκες της διεθνούς προβολής της δουλειάς του. Στη λογική αυτή υπακούει και το νέο του album Σκοτεινός Έρωτας, με τη διαφορά ότι τούτη τη φορά έχουμε ένα πολύ πιο φιλόδοξο και συνεκτικό εγχείρημα. Κι αυτό γιατί ο Σκοτεινός Έρωτας απαρτίζεται αποκλειστικά από μελοποιήσεις ποιημάτων του Federico García Lorca, αποδοσμένα στα Ελληνικά από τον Σωτήρη Τριβιζά και μελοποιημένα από έναν νέο στο στερέωμα συνθέτη, τον Δημήτρη Μαραμή, για τον οποίον μάλιστα εκφράζεται με θερμά λόγια σε συνοδευτικό της έκδοσης κειμενάκι και ο μεγάλος Μάνος Ελευθερίου. Έκδοση που, όπως συνηθίζεται στις δουλειές του Φραγκούλη, συνοδεύεται από ένα πολύ προσεγμένο βιβλιαράκι, με τρίγλωσση απόδοση των στίχων του Lorca (Ελληνικά, Αγγλικά και Ισπανικά) και κοσμημένο με όμορφα σχέδια του ζωγράφου Στάθη Βατανίδη. Τα επιλεγμένα ποιήματα του Lorca προέρχονται από την εφηβική του περίοδο και φανερώνουν μια εξαιρετικά ταλαντούχα, μα άγουρη ακόμα ποιητική φύση, η οποία - όπως είναι ευρέως γνωστό - ανελίχθηκε στη συνέχεια σε καλλιτεχνικά επίπεδα πολύ υψηλότερα των όσων συναντούμε εδώ. Η απόδοσή τους στα Ελληνικά από τον Τριβιζά ήταν προσεγμένη και τα βοήθησε νομίζω αρκετά στο να μπορούν να γίνουν τραγούδια, δίχως να προδίδεται ιδιαίτερα η ποιητική τους ιδιότητα. Οι άλλοι δύο όμως βασικοί τομείς του εγχειρήματος δεν ήταν κατά τη γνώμη μου το ίδιο πετυχημένοι, με αποτέλεσμα το σύνολο να μένει τελικά καθηλωμένο σε μια συμπαθή μετριότητα. Οι μελοποιήσεις του Δημήτρη Μαραμή ήταν μελοποιήσεις στις οποίες κατατέθηκε μεγάλη φροντίδα. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο συνθέτης δούλεψε σκληρά και με σοβαρότητα πάνω στο έργο. Σεβάστηκε πρώτα-πρώτα τον εφηβικό χαρακτήρα των συγκεκριμένων ποιημάτων, προσφέροντάς τους ανάλαφρο και λιτό ύφος, ενώ από την άλλη συναισθάνθηκε βαθιά την εποχή του ποιητή, επιλέγοντας να τα ντύσει με μια ατμόσφαιρα Μεσοπολέμου, μακριά από παράταιρα «εκσυγχρονιστικά» πειράματα. Προσωπικά όμως βρήκα πως οι μελοποιήσεις του υπήρξαν μεν ευπρόσωπες, μα δίχως κάτι το προσωπικό, κάτι με βαρύτητα, ικανό να οπλίσει τις λέξεις με ρυθμό και να τις μεταφράσει σε τραγούδια. Έμειναν αντίθετα πολύ προσκολλημένες πότε σε ένα Χατζιδακικό κλίμα και πότε στις Ελαφρές αναφορές του Μεσοπολέμου. Πάντως, αν αυτά είναι τα πρώτα του διαπιστευτήρια ως συνθέτη, ο Δημήτρης Μαραμής έχει τα φόντα για να μας απασχολήσει ξανά, με περισσότερες αξιώσεις. Μεγαλύτερη ευθύνη για την κατά τη γνώμη μου μετριότητα στην οποία ναυαγούν οι φιλοδοξίες του Σκοτεινού Έρωτα φέρει ο Μάριος Φραγκούλης. Ο ίδιος σημειώνει στο δικό του κειμενάκι πως αισθάνεται μια «δυνατή ψυχική συγγένεια» με τον ποιητή, ανατρέχοντας στο παράδειγμά του «κάθε φορά που κλονίζονται τα καλλιτεχνικά του πιστεύω». Αυτήν ακριβώς την ψυχική συγγένεια όμως είναι που δεν βρήκα στις περισσότερες ερμηνείες του. Τη συνάντησα μονάχα στο εναρκτήριο “Η Νύχτα Δίψασε Για ΄Ισκιους” και αρκετά πιο μετά, στο “Μαδριγάλι” - τις δύο κατά τη γνώμη μου ευτυχέστερες στιγμές της δουλειάς. Με μέτρο σύγκρισης αυτές, στα υπόλοιπα τραγούδια ο Φραγκούλης εμφανίζεται υπερβολικά προσκολλημένος στην τεχνική αρτιότητα των εκτελέσεών του, σαν να ξέχασε ότι παράλληλα έπρεπε να επικοινωνήσει στο απαραίτητο συναισθηματικό βάθος και με τα λόγια του Lorca. Πιστεύω πως είχε όντως τις καλύτερες προθέσεις, ασυναίσθητα όμως - ίσως ανησυχώντας υπερβολικά για την τεχνική αρτιότητα του Σκοτεινού Έρωτα; - πόνταρε αποκλειστικά στις φωνητικές του ικανότητες, αντί για τις ερμηνευτικές.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured