Με ενδιαφέρον ξεκίνησα την ακρόαση του ντεμπούτο album των Eleusis, ενός group που έχει ήδη κάνει την παρουσία του αρκετά αισθητή για τα δεδομένα του και φαίνεται να αναζητά τολμηρούς νέους δρόμους έκφρασης, τέμνοντας το ελληνικό με το παγκόσμιο σε μια εποχή που στην Ελλάδα χρειαζόμαστε περισσότερες τέτοιες απόπειρες. Δυστυχώς όμως η ακρόαση υπήρξε κατά την άποψή μου απογοητευτική και το όλο εγχείρημα αποτυχημένο, διαψεύδοντας έτσι όλες τις καλλιεργούμενες προσδοκίες. Δύο είναι οι άξονες στους οποίους επιθυμώ να επικεντρώσω αυτή την κριτική: ο μελωδικός, τομέας περισσότερο του Γιώργου Παλαμιώτη, και ο ερμηνευτικός, τομέας όπου πρωταγωνιστεί η Φωτεινή Παπαδόδημα, τα δύο βασικά δηλαδή μέλη των Eleusis. Οι μελωδίες του Tales Of The Holy είναι αναντίρρητα φροντισμένες, με πεντακάθαρη, καλογυαλισμένη παραγωγή και τη συμμετοχή των Count Dubulah και Neil Sparkes να αποτελεί ένα credit άξιο αναφοράς, έστω και αν οι δύο Temple Of Sound περιορίστηκαν να κάνουν τη μίξη του ήχου - συμμετέχοντας δηλαδή σε ένα καθαρά τεχνικό θέμα, που δεν εφάπτεται άμεσα με την ωραιότητα ή την αισθητική ποιότητα των μελωδιών. Οι τελευταίες αποπειρώνται να ρίξουν σύγχρονες ηχητικές γέφυρες μεταξύ της αρχαίας ελληνικής αισθητικής, των παραδοσιακών νεοελληνικών τραγουδιών και των μουσικών πολιτισμών της νότιας Ινδίας και της δυτικής Αφρικής, φιλοδοξία μεγαλεπήβολη και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, η οποία νομίζω πως ούτε διαψεύστηκε, αλλά ούτε και άνθισε στον βαθμό που ήταν δυνατόν κάτι τέτοιο. Η “Τριανταφυλλιά” υπήρξε μια πραγματικά επιτυχημένη μείξη μεταξύ ενός παραδοσιακού ηπειρώτικου και μιας αφρικανικής μελωδίας, πράγμα που συνέβη τόσο στο “Ονείρου”, όσο και στο “Άστρον”, όπου ένας αρχαίος ορφικός ύμνος συναντήθηκε με ένα παραδοσιακό τραγούδι της Μπουρκίνα Φάσο. Στην υπόλοιπη όμως διάρκεια του album οι μελωδίες νομίζω πως δεν υπήρξαν όσο καίριες και τολμηρές μπορούσαν να είναι. Αντιθέτως, φάνηκαν δειλές και τρακαρισμένες, σαν έφηβοι σε πρώτο ραντεβού, με αποτέλεσμα να εμμείνουν απλά σε ένα πρωτόλειο new age επίπεδο, παρά να προχωρήσουν σε ουσιαστικότερο διάλογο πολιτισμών, όπως συνέβη στα προαναφερόμενα τραγούδια. Αλλά αυτό που κατά την άποψή μου τράβηξε απότομα το χαλί κάτω από τα πόδια του Tales Of The Holy, πλήττοντας ανεπανόρθωτα το όλο εγχείρημα, δεν ήταν η ατολμία των μελωδιών, αλλά οι ερμηνείες της Φωτεινής Παπαδόδημα. Κι αυτό γιατί, κατά την προσωπική μου γνώμη, η τραγουδίστρια αρκέστηκε απλά στο δεδομένο της καλλιφωνίας της δίχως να εξερευνήσει επαρκώς τον ψυχικό κόσμο που κρύβεται στα δημοτικά τραγούδια και τους αρχαίους ελληνικούς ύμνους τους οποίους έπρεπε να αποδώσει. Στίχοι όπως π.χ. «τι έχεις μηλιά μου και κλαις», «θυμούμαι και δακρύζω, δεν έχω άλλον από σε», «με γελάσανε τα πουλιά, της άνοιξης τ’ αηδόνια, με γελάσανε και μου ‘πανε ποτές δε θα πεθάνω» δεν είναι απλά ωραία στιχάκια που χρήζουν φωνητικών στολιδιών. Αποτελούν, για όσους τουλάχιστον έχουν μια σωστή και ουσιαστική επαφή με τον πλούτο της παραδοσιακής μας μουσικής, έκφραση ενός ολόκληρου συλλογικού ψυχισμού και λόγια επενδυμένα με μια ιδιαίτερη, σπαραχτική θα έλεγα, συναισθηματική φόρτιση, την οποία η ερμηνεύτρια δεν προσέγγισε ούτε στο ελάχιστο, αρκούμενη απλά στην τήρηση των κανόνων ορθοφωνίας. Το πόσο καταστροφικό στάθηκε αυτό για το Tales Of The Holy φανερώνεται σε όλη του την έκταση στην περίπτωση του “Μηλιά”, του “Νόστου”, του “Εξέφεξε”, του “Ποσειδών” ή του “Βάσανα”. Και καταλήγει όχι μόνο να εκθέσει μια καλή τραγουδίστρια η οποία σίγουρα μπορεί και καλύτερα, αλλά να αδικεί και κόπους δυόμισι χρόνων που κατέβαλε το group για να φτάσει ως εδώ.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured