Συνήθως λένε ότι η κάθε προσπάθεια κρίνεται εκ του αποτελέσματος. Ίσως για το νέο album των Sigmatropic, περισσότερο το προσωπικό μουσικό όχημα ενός σπουδαίου έλληνα μουσικού, του Άκη Μπογιατζή, ακόμα και οι φιλοδοξίες, και μόνο αυτές, να ήταν ικανές να ορίσουν την αξία του μουσικού έργου. Το παραπάνω επιχείρημα ίσως και να το υποστηρίζαμε εάν το τελικό αποτέλεσμα ήταν πολύ μέτριο. Από την στιγμή όμως που αυτό που έφτασε τελικά στην δισκοθήκη μας και στo cd-player είναι κάτι πολύ παραπάνω από αξιοπρεπές δεν έχει και τόσο νόημα.Τα χαϊκού είναι ένα είδος ποίησης που πρωτοεμφανίστηκε στην Ιαπωνία το 16ο αιώνα και υιοθετήθηκε στην Ευρώπη στις αρχές του εικοστού. Χαρακτηριστικό αυτών στην αυθεντική στιχουργική μορφή τους, την οποία τηρεί ως επί το πλείστον και ο Γιώργος Σεφέρης στα 16 χαϊκού που μελοποιεί και μας παρουσιάζει ο Μπογιατζής, είναι το ότι αυτά τα μικρά ποιήματα αποτελούνται από 17 συλλαβές σε ένα ενιαίο στίχο. Αφαιρετικά, χωρίς το νόημα τους να έχει ιδιαίτερη σημασία, τα χαϊκού λειτουργούν περισσότερο ως μία ηχητική εικόνα λέξεων και φθόγγων. Ο Μπογιατζής στην προσπάθεια του να μας παρουσιάσει αυτά τα χαϊκού, συν κάποιες «άλλες ιστορίες», επίσης ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη, κράτησε μία προσέγγιση πολύ συγκεκριμένη. Αφαιρετική όσο τα χαϊκού, προσπάθησε και εκείνος να δημιουργήσει εκείνες τις ηχητικές εικόνες, που θα ταίριαζαν στα χαϊκού, σαν η μουσική του να αποτελούσε τον ζωγραφισμένο καμβά, πάνω στον οποίο χάραξε ο ποιητής τις λέξεις.Τα 53 λεπτά που διαρκούν οι ηχογραφήσεις, οι στίχοι, απαγγελμένοι από τον ίδιο και από τις Ανδρομάχη Μπογιαντζή, Σοφία Βασάλου και Χαρά Δημοπούλου κυλούν με λυρισμό, όχι αυτόν τον αντιπαθητικό και σνομπ αρκετών από των και καλά «έντεχνων», με ζεστασιά, ανθρωπιά και αμεσότητα, με θεατρική άποψη, πιάνοντας σωστά το όποιο νόημα τους, που πολλές φορές δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα παιχνίδι λέξεων του νεαρού τότε Σεφέρη με έντονη χιουμοριστική ή αυτοαναιρετική διάθεση.Η ιδιαίτερη electronica με τις τέμνουσες κουλτούρες, ελληνική και δυτικογενή, των Sigmatropic, δένει με τους στίχους, και επιτυγχάνει αυτό που θεωρώ ότι ήταν και ο σκοπός του μουσικού-δημιουργού. Οι στίχοι ακούγονται ως μέρος της μουσικής, και η μουσική ως μέρος των στίχων, δημιουργώντας ένα ενιαίο ηχητικό δημιούργημα, με βάθος και ψυχή, ενώ η έντονη χρήση κιθαριστικών περασμάτων, κρουστών αλλά κυρίως πιάνου, δεμένα με τα samples και τις επαναλαμβανόμενες λούπες και την εξαιρετική μετα-παραγωγή, μίξη και τις συμπληρωματικές ηχογραφήσεις και διορθώσεις του «μάστορα» Coti K, μας δίνουν ένα αποτέλεσμα που σίγουρα μπορεί να σταθεί ως μία από τις πιο προσεγμένες εγχώριες παραγωγές.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured