Το καλοκαίρι του 1961, ο John Coltrane βρισκόταν σε κατάσταση αδιάκοπης δημιουργικής έξαρσης∙ το μαρτυρούν οι δίσκοι που ηχογράφησε τους προηγούμενους είκοσι περίπου μήνες στην εταιρεία Atlantic: “Giant Steps” (1960), “Coltrane Jazz” (1961), “My Favorite Things” (1961), “Olé Coltrane” (1961). Ο κορυφαίος σαξοφωνίστας τονικά διαφοροποιείται από τον «τροπικό αυτοσχεδιασμό» (modal-jazz), στον οποίο είχε και ο ίδιος συμβάλλει καθοριστικά με τη συμμετοχή του στο οριακό “Kind Of Blue” του Miles Davis (Columbia, 1959). Σε διαλεκτική σχέση με τον «συλλογικό αυτοσχεδιασμό», που πρότεινε ο Ornette Coleman σε album όπως τα “The Shape Of Jazz To Come” (Atlantic, 1959) και “Free Jazz”: A Collective Improvisation” (Atlantic, 1959), o ‘Trane στράφηκε και ο ίδιος σε παραπλήσιες, ελευθεριακές ατραπούς. Αυτή την περίοδο σχηματοποιείται και το περίφημο «κουαρτέτο του Coltrane»: Elvin Jones (τύμπανα), McCoy Tyner (πιάνο), Reggie Workman (μπάσο)∙ η σύνθεσή του αποκρυσταλλώθηκε με τον ερχομό του Jimmy Garrison στη θέση του τελευταίου.

Pixel

Άτυπο πέμπτο μέλος του κουαρτέτου εκείνη την εποχή θα μπορούσε να θεωρηθεί ο σαξοφωνίστας-φλαουτίστας Eric Dolphy (1928 – 1964). Ο Dolphy είχε ήδη πάρει μέρος σε ηχογραφήσεις όπως το “Free Jazz” του Coleman και το “Olé Coltrane”, ενώ είχε και ο ίδιος ηχογραφήσει ορισμένες πολύ σπουδαίες δουλειές «ελευθεριακού αυτοσχεδιασμού» το διάστημα 1960-1961: “Out There” (New Jazz, 1961), “Far Cry” (New Jazz, 1962), “At the Five Spot, Vol. 1 & Vol. 2” (New Jazz, 1961, 1963).

Το 1961 ο Coltrane έλυσε το συμβόλαιό του με την Atlantic και υπέγραψε με την Impulse!, την πιο προοδευτική ετικέτα της δεκαετίας του ’60. Το πρώτο album που ηχογράφησε με το κουαρτέτο στη νέα του εταιρεία ήταν το “ Africa/ Brass” (Μάιος-Ιούνιος 1961), με τη συμμετοχή του Dolphy. Για να παρουσιάσει ζωντανά το υλικό, τον Αύγουστο το σχήμα έκλεισε μια σειρά εμφανίσων στο Village Gate της Νέας Υόρκης.

Από το 1958, το Village Gate αποτέλεσε έναν από τους πυλώνες της jazz σκηνής - και όχι μόνο. Η σκηνή του club, στην γωνία της Thompson και της Bleecker Street, φιλοξένησε πρωτοκλασάτα ονόματα της jazz, όπως τους Charles Mingus, Nina Simone, Dexter Gordon, Art Blakey, Lee Mogan, Horace Silver, ποιητικές βραδιές με τον Allen Ginsberg, jazz βραδιές με τον λάτρη του είδους Woody Allen, και αργότερα καλλιτέχνες του rock και της soul, όπως τον Jimi Hendrix, την Aretha Franklin και την Patti Smith. Κατέβασε τελικά ρολά το 1994.

Οι ηχογραφήσεις του κουαρτέτου (με τον Dolphy) στο Village Gate ηχογραφήθηκαν αυθόρμητα επί τόπου από τον μηχανικό ήχου Richard Alderson. Η ποιότητα είναι άριστη. Επί σειρά ετών οι ηχογραφήσεις θεωρούνταν χαμένες, έως ότου ανακαλύφθηκαν στη συλλογή της Δημοτικής Βιβλιοθήκης της Νέας Υόρκης. Το album κυκλοφόρησε για πρώτη φορά τον περασμένο Ιουύλιο, με τον τίτλο “Evenings at the Village Gate: John Coltrane with Eric Dolphy”, από την Impulse! Records. Τις σημειώσεις της έκδοσης υπογράφει ο ιστορικός και μουσικοκριτικός Ashley Kahn, διδάκτορας του Πανεπιστημίου Columbia και συγγραφέας σημαντικών βιβλίων όπως τα “Kind of Blue: The Making of the Miles Davis Masterpiece" (Da Capo Press, 2001), “A Love Supreme: The Story of John Coltrane's Signature Album” (Viking Penguin, 2002) και “The House That Trane Built: The Story of Impulse! Records” (W. W. Norton, 2006).

Τo album περιλαμβάνει πέντε συνθέσεις, που στις ζωντανές εκτελέσεις τους επεκείνονται από τα 10 περίπου λεπτά σε διάρκεια (η πιο σύντομη) στα 23 λεπτά σε διάρκεια (η εκτενέστερη). Το session ανοίγει μια φευγάτη εκτέλεση στο "My Favorite Things", όπου το φλάουτο του Dolphy ακροβατεί ρυθμικά, ανοίγοντας χώρους για τις κραυγές στο σοπράνο σαξόφωνο του ‘Trane. Ο ίδιος περνά στο μπάσο κλαρινέτο και κλέβει την παράσταση στο "When Lights Are Low", καταδεικνύοντας ότι ακόμα και στον πυρήνα της free-jazz, σιγοκαίει το swing – όχι το μουσικό είδος, η ρυθμική ευελιξία, το jive στην αφροαμερικανική ιδιόλεκτο. Η δεκάλεπτη, ζωντανή εκτέλεση στο “Impressions” προοικονομεί τους περιπετειώδεις δρόμους που έμελλε να χαράξουν ο Coltrane και ο Dolphy στο ομώνυμο album (ηχογραφήθηκε στο στούντιο σε τρία sessions, ανάμεσα στον Νοέμβριο του 1962 και τον Απρίλιο του 1963).

Το προαναφερθέν album “Africa/Brass” αντιπροσωπεύεται από δύο κομμάτια. Στο “Greensleeves”, που αποτελεί ανακατασκευή της παραδοσιακής εγγλέζικης μελωδίας "A Newe Northen Dittye of ye Ladye Greene Sleves" του 1580, το σαξόφωνο και το φλάουτο ακούγονται σαν να κονταροχτυπιούται και η σύγκρουσή τους οδηγεί το κομμάτι σε ένα ασύλληπτο κρεσέντο. Στο πολυρυθμικό "Africa", που κλείνει τον δίσκο με τα περίπου 23 λεπτά του, με τη συμμετοχή του Art Davis ως δεύτερου μπασίστα, ο ‘Trane διατυπώνει με νότες την ιδεολογία του παναφρικανισμού, αναπόσπαστης συνιστώσας του κινήματος του Black Power στα 60’s∙ το παίξιμό του εγκολπώνει σύμμεικτα στοιχεία από την tribal ρυθμολογία της «Μαύρης Μητέρας». Εκτέλεση-ντελίριο!  

Λίγο με τις εμφανίσεις του στο Village Gate, ο Coltrane και ο Dolphy έφυγαν για τουρνέ στην Σκανδινβία. Έχει κυκλοφορήσει το σχετικό “Live In Stockholm, 1961” ως bootleg από διάφορες εταιρείες (προτιμητέα η έκδοση της Charly), όμως η ποιότητα του ήχου δεν είναι η καλύτερη∙ προτιμότερα ας αναζητήσει κάποιος το box-set “Live Trane: The European Tours” (Pablo, 2006), που περιέχει αρκετές ζωντανές ηχογραφήσεις του κουαρτέτου, που είχε γίνει πια επισήμως κουιντέτο με τη συμμετοχή του Dolphy. Αντίθετα, ο Dolphy δεν συμμετέχει στο εξαιρετικό, κατά τα άλλα, “John Coltrane Quartet: The Complete November 19, 1962 Stockholm Sessions” (Domino, 2011).

Επιστρέφοντας στις ΗΠΑ, το κουιντέτο θα ξεκινήσει τον Οκτώβριο του 1961 μια σειρά εμφανίσεων που απαθανατίστηκαν στο “Coltrane Live at the Village Vanguard” (Impulse!, 1962). Από κει και πέρα, η πορεία του ‘Trane, που θα οδηγήσει πρώτα στο ανεπανάλητο αριστούργημα του “A Love Supreme” (Impulse!, 1965) και ύστερα στη «μουσική της στρατόσφαιρας», είναι λίγο-πολύ γνωστή.

Όσο για τον Dolphy, αυτός θα ηχογραφήσει σημαντικά album όπως το “Conversations” (1963) ή το “Out to Lunch!”, που εκδόθηκε το 1964 από την ετικέτα της Blue Note. Οι εγγραφές του στα πρώτα χρόνια της δεκαετίες του 1960 καταδεικνύουν ότι περιστρεφόταν σε παραπλήσιες, πολυδιάστατες ριζοσπαστικές τροχιές με τον Coltrane. Δυστυχώς το νήμα της ζωής του κόπηκε πρόωρα, τον Ιούνιο του 1964, στο Βερολίνο. Αμέσως μετά την πρώτη του εμφάνιση, όπου φάνηκε ότι ήταν ανήμπορος να παίξει, μεταφέρθηκε εσπευσμένα σε νοσοκομείο, όπου έπεσε σε διαβητικό κώμα και δεν επανήλθε. Πιθανότατα έπασχε από διαβήτη που δεν είχε διαγνωστεί. Δεν έπαιζαν drugs στην περίπτωσή του. Ο Charles Mingus, που ήταν στενός φίλος του, το επιβεβαιώνει: «απ’ όλο το σινάφι μας, ο Dolphy ήταν ένας από τους λίγους που ήταν πάντα καθαροί. Και ένας από τους λίγους που δεν έβλαψαν ποτέ κανέναν».

Το ερώτημα «τι άλλο θα μπορούσε να προσφέρει ο Eric Dolphy» παραμένει ένα από τα μεγάλα αναπάντητα what if? της μουσικής ιστορίας.  

 https://open.spotify.com/album/7AleWm3WG8Ko8AJjfaa3oW?si=Cd4soULLQ4a2Z3KxqQGUbA

 

Evenings at the Village Gate: John Coltrane With Eric Dolphy (Impulse!, 2003)

Track listing:

"My Favorite Things" (Oscar Hammerstein II and Richard Rodgers) – 15:45
"When Lights Are Low" (Benny Carter) – 15:10
"Impressions" (Coltrane) – 10:00
"Greensleeves" (traditional) – 16:15
"Africa" (Coltrane) – 22:41

Personnel:

John Coltrane – soprano saxophone, tenor saxophone
Eric Dolphy – alto saxophone, bass clarinet, flute
Art Davis – double bass
Elvin Jones – drums
McCoy Tyner – piano
Reggie Workman – double bass

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured