Οι M83, εδώ και πολλά χρόνια πια στην ουσία solo project του εναπομείναντα Anthony Gonzalez, υπήρξαν από τα κρίσιμα για την διαιώνιση της shoegaze, που στις αυγές της χιλιετίας θεωρούνταν ήδη προ πολλού ξεπερασμένη, αν όχι νεκρή, σχήματα.  Ακολουθώντας και εκσυγχρονίζοντας παράλληλα το παράδειγμα που είχαν θέσει οι My Bloody Valentine, λούζοντας τον ήχο τους περισσότερο σε πλούσια, ονειρικά synths αντί οργιαστικής κιθαριστικής παραμόρφωσης όπως οι προαναφερθέντες, με αποκορύφωμα το αριστουργηματικό, και δυστυχώς όπως αποδείχθηκε αξεπέραστο Before the Dawn Heals Us στα μέσα της δεκαετίας των 00's.

Το σαν να ξεπήδησε μέσα από παστέλ ζαχαρένια σύννεφα νοσταλγίας Saturdays=Youth που ακολούθησε σηματοδότησε και την τελευταία φορά που μπορούσαμε χωρίς δισταγμό να χαρακτηρίσουμε shoegaze κάποια δουλειά τους. Η αρχή της προηγούμενης δεκαετίας βρήκε τους M83 με το φιλόδοξο, διπλό άλμπουμ Hurry Up We're Dreaming όχι μόνο να έχουν βρει την νέα κατεύθυνση στον ήχο τους, αλλά και την μεγαλύτερη επιτυχία τους, καθώς η ενδεδυμένη neon χρώματα synthpop και dreampop του άλμπουμ «κούμπωσαν» απόλυτα με το zeitgeist.

Λίγο μετά τη δεκαετή επέτειο του Hurry Up We're Dreaming οι M83 κυκλοφορούν το Fantasy, ένα επίσης διπλό άλμπουμ, που αντιθέτως δεν φιλοδοξεί να έχει την επιτυχία εκείνου, αφού κατά τα λεγόμενά του Gonzalez ίσως ήταν μεγαλύτερη από όση τον έκανε νιώθει άνετα όλη η προβολή και αντιθέτως αποτελεί μια απόπειρα να επιστρέψει η αίσθηση πως βρίσκεται και συνθέτει ξανά με μπάντα στο στούντιο. Η αισθητική των M83 εδώ και πολύ καιρό έχει κατασταλάξει σε αυτό το 80s revival στυλ που, αν και υπήρξαν ανάμεσα στους πρωτεργάτες που το επανακαθιέρωσαν, κυριάρχησε τόσο σε όλα τα μεσα την προηγούμενη δεκαετία που έχει  αρχίσει να κουράζει. Πρώτη φορά στο Fantasy, έστω κι αν πρόκειται για τα visuals, οικειοποιούνται την σκοτεινή πλευρά αυτής της αισθητικής, και δη, και αν κρίνουμε από την υψηλού contrast παλέτα και τον ίδιο τον Gonzalez μακιγιαρισμένο/μασκαρεμένο ως γκροτέσκο τέρας, αυτή που παραπέμπει στις cult κινηματογραφικές ταινίες φαντασίας με πρακτικά εφέ που γυρίζονταν κατά κόρον την περίοδο εκείνη, σαν το εμβληματικό Krull.

Δεν μπορείς να μάθεις γέρικο σκυλί νέα κόλπα, λένε, κι όμως είναι όποτε βαδίζει σε μονοπάτια synthpop κι ευδαιμονικής electro παρά όταν πλέει σε γνώριμα από το παρελθόν ambient ή shogaze νερά που μας προσφέρει τις καλύτερες στιγμές το Fantasy, όπως στο italo-disco ομότιτλο του άλμπουμ, με μόνη εξαίρεση το καταδικασμένο να γίνει το hit αυτής της σοδειάς, έστω κι αν δεν φτάσει τα εκατοντάδες εκατομμύρια streams του "Midnight City", πομπώδες και ανεβαστικό throwback στις shoegaze μέρες τους πρώτο single "Oceans Niagara". Από την άλλη, όπου λείπουν τα χορευτικά (ή έστω, chill out) beats καταλήγει να προκαλείται αδιαφορία, όπως π.χ. στο εναρκτήριο "Water Deep", το “Us and the Rest”, το adult-pop (με σαξόφωνο) κλισέ “Laura”  ή το αμήχανο folk-y "Radar, Far Gone".

Δεν είναι ότι μετά τέτοια πλούσια σε λαμπρές στιγμές πορεία αποδυναμώθηκε το ταλέντο του Gonzalez στην τραγουδοποιία, μπορεί όμως στην ανεξήγητη επιλογή να επιχειρήσει να καλύψει μια ολόκληρη ώρα διάρκειας του άλμπουμ να έχασε το μέτρο, γιατί αν απέσταζε τα καλύτερα τραγούδια ή σημεία από αυτό και ξεφορτονώταν τα υπόλοιπα, θα ήταν αρκετά να καλύψουν μια συντομότερη, αλλά τελικά ανώτερη, εκδοχή του Fantasy.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured