Marc Almond - Chaos And A Dancing Star

Μπορεί να λείπουν οι βαρυκόκαλες μελωδίες και να υπάρχει μια ροπή προς εύηχες κοινοτοπίες, όμως είναι τέτοιας κλάσης οι ερμηνείες, ώστε φτάνουν και περισσεύουν, ανυψώνοντας ακόμα και τις πιο δεύτερες μπαλάντες...

Label
BMG
Κυκλοφορία
1/2020
Βαθμολογία
7
Χάρης Συμβουλίδης
Χάρης Συμβουλίδης
«Οὐκ ἐν τῷ πολλῷ τὸ εὖ» (λέγεται ότι) είπε ο μουσικός Καφισίας σε έναν μαθητή του στον αυλό, σε μία από τις πλέον διάσημες ρήσεις από την ελληνική αρχαιότητα. Κάτι τέτοιο συμβαίνει λοιπόν και με τον Marc Almond: μπορείς να πάρεις πολλά από αυτόν, ακόμα και αν σου φέρνει λίγα.

Άμα βέβαια το δεις αυστηρά γεωμετρικά ή ανήκεις σε εκείνους τους καημένους που ακόμα πιστεύουν στο παλιό παραμύθι του «old» και του «new» σε μια εποχή που το pop/rock στερέωμα ανατρέχει –διαρκώς και ξεδιάντροπα, πια– πότε στα 1970s, πότε στα 1980s και πότε στα 1990s, το Chaos And A Dancing Star δύσκολα θα σου φανεί ως άλμπουμ που αξίζει 60 λεπτά από τη ζωή σου.

Δεν υπάρχει άλλωστε τίποτα το αναληθές στο ότι ο Marc Almond είναι πια 62 ετών, στο ότι μένει πιστός σε ήχους και σε επιλογές παραγωγής που τον κάνουν να αισθάνεται οικεία, στο ότι το νέο άλμπουμ εμμένει σε μια λογική η οποία προκρίνει την ενορχηστρωτικά εμπλουτισμένη μπαλάντα (όπως λιγότερο ή περισσότερο συμβαίνει από το Heart On Snow του 2003 και μετά)· στο ότι είναι κι αυτό, όπως κι άλλοι προκάτοχοί του, μια συνθετικά άνιση υπόθεση.

Άνθρωπος-κλειδί στο Chaos And A Dancing Star είναι ο παραγωγός Chris Braide, ο οποίος αναγράφεται και ως συν-δημιουργός σε κάθε τραγούδι που ακούμε εδώ. Δεν ξέρω πόσοι τον γνωρίζουν από την ενεργή του πορεία με τους Downes Braide Association ή από το βραχύβιο τρίο των This Oceanic Feeling και πόσοι πράγματι θυμούνται ένα σόλο ντεμπούτο από το 1997, ωστόσο δύσκολα θα έλεγες ότι υπάρχει κάποιο διακριτό χάρισμα στη δουλειά του.

Είναι ένας προσεκτικός διαχειριστής και έμπειρος χωροτάκτης ηχητικών δεδομένων ο Braide, προφανώς εξοικειωμένος με τις ενορχηστρώσεις πιάνου, βιολιού και τσέλου που απαιτεί ο Almond, παρά ένας συνθέτης με φαντασία. Αν δηλαδή αφαιρέσεις τη φωνή από τα όσα ακούμε εδώ, θα μείνεις με εύηχες κοινοτοπίες και με προβλέψιμες κλιμακώσεις, παρά με βαρυκόκαλες, αυτόνομες μελωδίες. Μοναδικές μα οπωσδήποτε λαμπρές εξαιρέσεις το εξαιρετικό "Black Sunrise" και το "Lord Of Misrule", που κερδίζει πολύ από τη συμμετοχή-έκπληξη του Ian Anderson, ο οποίος κομίζει το σήμα κατατεθέν φλάουτό του, δίνοντας σε αυτό το βαθιά αγγλικό στιγμιότυπο κάτι από Jethro Tull.

Ό,τι αφήγημα επίκρισης κι αν επιχειρήσεις πάντως να στήσεις πάνω στα παραπάνω, θα στο υπονομεύσει, θα στο ανατινάξει και θα στο σκορπίσει ο παράγοντας Marc Almond. Γιατί μπορεί να συνήθισαν πια τα αυτιά μας στις περιορισμένης έκτασης φωνές και στα κομμένα και ραμμένα στα μέτρα των δυνάμεών τους τραγούδια καθώς διάβαιναν οι pop/rock δεκαετίες –συν όλο τον (ενίοτε δικαιολογημένο) θαυμασμό για το DIY και με όλη την εκτίμηση στην παλαιά τέχνη των αφηγητών/τραγουδοποιών– όμως ένας μεγάλος τραγουδιστής εξακολουθεί να αποτελεί αξία από μόνος του. Χωρίς μάλιστα να χρειαστεί να επιστρατευτεί εκείνο το χαριτόβρυτο μουσικογραφιάδικο κλισέ για τον τηλεφωνικό κατάλογο.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει λοιπόν και στο Chaos And A Dancing Star. Μπαίνει ο Marc Almond στα τραγούδια, πότε με εκείνες τις εύθραυστες φράσεις του, πότε με μια αίσθηση τσακισμένου ρομαντισμού, πότε με την αυτοπεποίθηση του πάθους του, πότε με τον αμίμητα απολαυστικό τρόπο με τον οποίον προφέρει την αγγλική γλώσσα –μόνο αυτός και ο Neil Tennant των Pet Shop Boys– και όλα νοηματοδοτούνται ξανά, από την αρχή. Τα κλισέ ζωντανεύουν ακόμα και στα πιο ...εξοργιστικά τους (κάτι "Giallo", "Chaos", "The Crow's Eyes Have Turned Blue"), διάφορες «γωνίες» φωτίζονται αλλιώς κάνοντάς σε να προσέξεις παραπάνω στιγμές σαν το "Slow Burn Love" ή το "Hollywood Forever", μερικά δε κομμάτια «διαλύονται» τόσο πολύ, ώστε γίνονται απλά μία ακόμα αφορμή για να απολαύσεις τις ερμηνείες ("Dust", "Chevrolet Corvette Stingray").

Έτσι συνέβαινε πάντοτε με τη μουσική· κι έτσι θα εξακολουθήσει να συμβαίνει. Δεν έχει να κάνει ούτε με το «παλιό» και το «καινούριο», ούτε με το «μπροστά» και το «πίσω», μα με πράγματα όχι και τόσο απτά, ικανά να ραγίσουν τα συνήθη κουτάκια των κριτικών με το βαθύ τους αποτύπωμα. Ας ξεπεράσουμε άλλωστε κι αυτόν τον ιδιότυπο «ρατσισμό» των ιντερνετικών καιρών, οι οποίοι περιφρονούν πια όσους βγάζουν ό,τι λέμε «καλό δίσκο», ψάχνοντας (αλαφιασμένοι, συνήθως) για το πού είναι το trend, το must και δεν ξέρω τι άλλο. Είπαμε, οὐκ ἐν τῷ πολλῷ τὸ εὖ.

Top
0
Shares