Υπήρξε μία εποχή (όχι και τόσο παλιά), όταν οι Fat White Family θεωρούνταν η μεγαλύτερη ελπίδα του ανήσυχου βρετανικού rock. Η punk στάση τους απέναντι στη μουσική βιομηχανία, η μούρλα που έβγαζαν στις συναυλίες, οι αμφιλεγόμενοι, κοινωνικοπολιτικοί στίχοι και η «επανάσταση εκ των έσω» που χαρακτηρίζει τη φιλοσοφία τους, οδήγησε mainstream και underground μέσα της πατρίδας τους να τους αγκαλιάσουν αμφότερα. Βέβαια, δεν είναι το ίδιο εύκολο να είσαι οι Fat White Family σε αυτήν την περίοδο νεο-συντηρητισμού την οποία διανύουμε: ό,τι κάποτε έμοιαζε με μαύρο χιούμορ, τώρα ερμηνεύεται ως ρατσιστική επίθεση· και εκείνο που κάποτε θεωρούταν rock 'n' roll τρέλα, τώρα ονομάζεται επικίνδυνη τοξικότητα μίας προνομιούχας παρέας λευκών.

Δεν μπορώ να γνωρίζω αν για την κανονικοποίηση των Fat White Family ευθύνεται αυτή η συστηματικά καλλιεργημένη ατμόσφαιρα φόβου παραβίασης της πολιτικής ορθότητας ή αν φταίνε τα πραγματικά προβλήματα εθισμού τα οποία αντιμετώπισαν διάφορα μέλη της μπάντας μετά την ηχογράφηση του Songs For Our Mothers (2016). Πάντως στην τρίτη τους δισκογραφική δουλειά έχουν πια απολέσει σημαντικό μέρος της έντονης προσωπικότητάς τους. Στο Serfs Up!, το γκρουπ από το Peckham του Λονδίνου μοιάζει σαν να προσπαθεί να νοικοκυρευτεί, να μπει στον «ίσιο δρόμο» και να διορθώσει την παραβατική συμπεριφορά του παρελθόντος. Λες και η βρετανική πραγματικότητα, μαζί με τις προσωπικές μάχες, τους έχουν κάνει ισχυρό ηλεκτροσόκ. Και, αντί αυτό να πυροδοτήσει μία ακόμη πιο δριμεία επίθεση από πλευρά τους, αναχαίτισε την ορμητικότητα και την ενέργεια των προηγούμενων χρόνων.

Το τίμημα δεν το πληρώνουν τόσο οι στίχοι, οι οποίοι περνούν εύστοχα υπαινιγμούς για τα κακώς κείμενα της αντι-κοινωνικής πολιτικής που ασκείται στο Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά κυρίως ο ήχος. Αυτός είναι δηλαδή που ακούγεται «mainstream» (πάντα για τα δεδομένα του γκρουπ) όχι με την εμπορική έννοια του όρου, μα την ουσιαστική. Οι συνθέσεις ακολουθούν την παλιομοδίτικη δομή κουπλέ/ρεφρέν και στηρίζονται σε συγκεκριμένα μοτίβα από επαναλαμβανόμενες μπασογραμμές, πυκνά synths και διάσπαρτες κιθάρες, διαμορφώνοντας τραγούδια με ανεπαίσθητα ίχνη κινδύνου και περιπέτειας. Ειδικά οι μπαλάντες ("Oh Sebastian" και "Rock Fishes") δίνουν την εντύπωση μίας αδρανοποιημένης μπάντας, στην οποία δεν πάει καθόλου το κυνήγι της προφανούς, όμορφης μελωδίας.

Ωστόσο, μέσα στη ροή του άλμπουμ υπάρχουν και ορισμένες στιγμές στις οποίες εντοπίζονται αυτά τα ψήγματα του ανατρεπτικού και απρόβλεπτου στοιχείου που είχαμε συνηθίσει να απολαμβάνουμε στους Fat White Family. H νουάρ διάθεση στο “Vangine Dentata”, οι lo-fi, ψυχεδελικές κιθάρες στο “Kim’s Sunsets”, το νοσηρά ηλεκτρονικό funk του “Fringe Runner” και το σόλο σαξόφωνο στο φινάλε του φεστιβαλικού "Tastes Good With The Money", αποδεικνύουν πως δεν είναι και τόσο εύκολο να ξεφύγει κανείς από τις αληθινές του καταβολές, όσο κι αν προσπαθεί για το αντίθετο.

Πιθανώς το Serfs Up! να είναι ο δίσκος που θα βγάλει τους Fat What Family από τη λίστα όσων ονομάτων θεωρούνται ότι προσφέρουν φρεσκάδα και ζωντάνια στην περίεργη βρετανική σκηνή του σήμερα. Εκείνο όμως που ενοχλεί περισσότερο είναι ότι, στην προσπάθεια εύρεσης νέου ήχου, ακόμη μία μπάντα ξεχνάει τη βάση από την οποία ξεκίνησε. Η μουσική των Βρετανών έγινε πλέον αρκετά πιο εύκολη για τον βολεμένο ακροατή και λιγότερο ελκυστική για τον φιλοπερίεργο μουσικόφιλο. Τώρα, αν αυτό είναι ένα ακόμη κακόγουστο αστείο των Fat White Family ή απλώς η αρχή της αφομοίωσής τους από το σύστημα, θα το διαπιστώσουμε στην επόμενη δουλειά τους.

 

{youtube}avXN2a0WJ5U{/youtube}

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured