Laster - Ons Vrije Fatum

Υποχθόνια black metal riffs συνυπάρχουν με «ανεβαστικές» ποπ μελωδίες, post-rock δάνεια και τζαζ περάσματα, σε ένα ανάλαφρο ταξίδι με τάσεις αυτοσαρκασμού και καμουφλαρισμένη «μαυρίλα»...

Label
Dunkelheit Produktionen
Κυκλοφορία
1/2017
Βαθμολογία
7
Κείμενο: Χρυσόστομος Τσαπραΐλης

Αν σε κάποιους το όνομα Lifelover προκαλεί άμεσους συνειρμούς με μπάντες όπως Forgotten Woods και Joyless, αλλά και με λογής-λογής αυτοκτονίες, τότε δεν ξέρω αν περάσανε καταπληκτικά εφηβικά χρόνια, πάντως έχουν γνωρίσει μία από τις πιο παράδοξες αισθητικά και συναισθηματικά σκηνές του black metal.

Η οποία σκηνή είχε δύο βασικά χαρακτηριστικά: τον συνδυασμό πριμαριστού ήχου (Burzum-ικής σχολής) με λεπτοφυές rock (ενίοτε συγχρωτιζόμενο με ξεκάθαρα pop μελωδίες), με απρόσμενη ποσότητα ανάτασης στο τελικό αποτέλεσμα και με καταθλιπτική θεματολογία. Οι Ολλανδοί Laster είναι ένα από τα σχήματα που θα μπορούσαν κάλλιστα να ενταχθούν στην κατηγορία αυτή, όσον αφορά το μουσικό στέλεχος τουλάχιστον, αν κρίνουμε από το φετινό 2ο άλμπουμ τους, Ons Vrije Fatum. Ακόμη και το (υπέροχο) εξώφυλλο, με τους αιρετικούς χρωματιστούς αλλά και τη σχετική θεματολογία, φέρει κάτι από την ειρωνική μελαγχολία των από πάνω ονομάτων.

Η συνταγή εδώ είναι έξυπνη: πάνω σε μια Burzum-ική συνθετική βάση, επικάθεται ένας οξύς, λεπτός και ιδιαιτέρως εκφραστικός κιθαριστικός ήχος, κατά τα Lifelover πρότυπα. Σε συνδυασμό με αρκετές αναφορές στις μελωδίες των Alcest, και κατ' επέκταση με δάνεια από post-rock φόρμες, το σύνολο παραπέμπει σε αιθερική εικονοπλασία. Κυριαρχεί εδώ η αντίθεση ανάμεσα στη (σχετικά περιορισμένη) υποχθόνια φύση των black metal riffs και στην ανάλαφρη ιλαρότητα των «ανεβαστικών» κιθαριστικών μελωδιών.

Τα φωνητικά, επιπλέον, έρχονται σε ένα σχετικό εύρος ποικιλίας, με τα (σχετικώς τετριμμένα) πηχτά ουρλιαχτά να εναλλάσσονται με πολύ μελωδικές και άκρως ηρεμιστικές καθαρές χροιές, καθώς και με samples γυναικείων φωνητικών –με πιθανώς κινηματογραφική προέλευση. Τα πολυπληθή πλήκτρα ακολουθούν την παράδοση της προαναφερθείσας σκηνής, με αποτέλεσμα να μπλέκονται σε ξεκάθαρα pop μονοπάτια χωρίς να αγνοούν όμως και ορισμένους jazz εναγκαλισμούς με το συνοδευτικό σαξόφωνο. Οι Laster βέβαια δεν ξεχνούν την κατά βάση metal φύση τους, ενσωματώνοντας αρκετά στοιχεία καθαρού heavy metal στις δομές τους, με αφετηρία τον τρόπο που το έκαναν οι At The Gates στο Slaughter Of The Soul (1995).

Με διάρκεια κάτι λιγότερο από 1 ώρα, το Ons Vrije Fatum είναι ένα συναισθηματικά ανάλαφρο ταξίδι, το οποίο μπορεί πολύ εύκολα να απευθυνθεί σε μη black metal ακροατήρια. Συνθετικά οι Laster έχουν ενδιαφέρουσα άποψη, παρότι δεν πρωτοτυπούν: φτιάχνουν ένα κράμα το οποίο χαρακτηρίζεται από ευχάριστη διάθεση, τάση για μη αναμενόμενες αλλαγές, και υπνωτική επίδραση. Πρόκειται για αξιοπρεπές δείγμα ενός κύματος με τάσεις αυτοσαρκασμού και καμουφλαρισμένης μαυρίλας· μιας ενδιαφέρουσας σκηνής, που ενίοτε προσπαθούσε να χρησιμοποιήσει καλοδιάθετες μελωδίες ως Δούρειο Ίππο για τη διάχυση δηλητηριωδών ιδεών.

Οι Laster, όσο μπόρεσα να αντιληφθώ (μιας και οι στίχοι τους είναι στη μητρική τους γλώσσα), δεν φαίνονται να καταπιάνονται με μισανθρωπική θεματολογία, οπότε χάνουν κάτι από τη σατυρική απειλή που εγκυμονούσαν μπάντες όπως οι Lifelover. Σαν τους Alcest, όμως, ενσωματώνουν το ήρεμο παραμύθι εντός ενός ακραίου ήχου, οπότε μπορούμε να μιλάμε για μια αντίστροφη εισβολή: αυτή της γαλήνης, εντός του απειλητικού black metal τοπίου.

 

Top