Καλώς ή κακώς, συνεχίζουν να Tool-ιμπανίζουν οι Chevelle. Οι «Μεϊναρντισμοί» του Pete Loeffler πάνε κι έρχονται ως συνήθως στον έβδομό τους δίσκο, αφήνοντας ένα έντονο αίσθημα ντεζαβού, ενώ και οι υφολογικές επιλογές της μπάντας από το Ιλλινόι δεν απέχουν πολύ από εκείνες των Καλιφορνέζων τιτάνων του heavy art rock. Πέραν ωστόσο της αναμενόμενης αυτής προμνησίας, το τρίο επιλέγει να εναγκαλιστεί πλήθος από γκαργκόλια, δαίμονες και άλλους απειλητικούς σατανάδες, αφήνοντας ξωπίσω τα περισσότερα nu metal μπαγκάζια του. Kαι με οδηγό (για δεύτερη συνεχόμενη φορά, παρακαλώ) την πολύτιμη εμπειρία του “Evil” Joe Barresi στα της κονσόλας, καταθέτουν ένα δεμένο και ατόφιο alt-metal άλμπουμ, 48 λεπτά μπολιασμένα με πλήθος ηλεκτρισμένων ριφ και εκρηκτικών μοτίβων.

To La Gárgola αποτελεί ένα δυναμικό εγχείρημα, το οποίο φλερτάρει αρκετές φορές με τον τίτλο του καλύτερου δίσκου της (ευρύτερης) οικογένειας Loeffler, ακόμα κι αν δεν διακρίνεται για την πρωτοτυπία του. Θα ήταν ψευδής οποιαδήποτε αναφορά σε μια «αναμορφωμένη» μπάντα που «ρισκάρει» και «πειραματίζεται» ηχητικά –άλλωστε ποτέ δεν έκαναν κάτι τέτοιο οι Chevelle. Αντιθέτως, (δείχνουν να) αρκούνται στο να ακονίζουν την ίδια ακριβώς ηχητική λεπίδα που χρησιμοποιούν από το 1999, όταν και μας πρωτοσυστήθηκαν δισκογραφικά, χωρίς ποτέ να παραστρατούν προς τυχόν αδιέξοδες αναζητήσεις επαναπροσδιορισμού της ταυτότητάς τους. Εδώ όμως διαφοροποιούνται μερικά από τα επιμέρους στοιχεία που τους διακρίνουν.

Πρώτα-πρώτα, η αυξημένη του σύνηθους διάρκεια των κομματιών: είναι κάτι που δίνει χώρο στη μπάντα για να αναπτυχθεί πιο αποτελεσματικά· η αίσθηση ειδικά του κατεπείγοντος που επιτυγχάνεται από τις πρώτες νότες του "Ouija Board" συντηρείται με άνεση σε όλο το πρώτο μισό του δίσκου. Οι Chevelle δείχνουν επίσης να επιταχύνουν τις συνηθισμένες mid-tempo κιθαριστικές τους ροπές, αποκτώντας ένα πιο επιθετικό, σχεδόν μπλοκμπάστερ, προφίλ –βοηθούν βέβαια και οι σύντομες ηχητικές γέφυρες μεταξύ των τραγουδιών, από τα οποία ξεχωρίζει το πρώτο single "Take Out The Gunman" με τις «blinding riot« παραβολές του. Έτσι, τα 5 πρώτα κομμάτια ρολάρουν με εξαιρετική άνεση, παρασύροντάς σε να πατήσεις λίγο παραπάνω γκάζι ενώ οδηγείς ή να τρέξεις εκείνο το έξτρα μίλι αν αθλείσαι –ή, απλά και παραδοσιακά, να κοπανηθείς με μεγαλύτερο ζήλο.

Αυτή ομως η μανιώδης φόρμα, δεν συντηρείται και στη συνέχεια του δίσκου. Κάτι οι ρυθμοί που πέφτουν, κάτι η σταδιακή επανάληψη κάποιων κλισέ της τραγουδοποιίας της μπάντας, κάτι η έκδηλη θεματική ανισορροπία –από την πράσινη στιχουργική του "One Ocean" στην απέθαντη του "The Damned"– δεν τον αφήνουν να προχωρήσει. Και παρότι σε αυτό το σημείο ο υπογράφων διερωτήθηκε για την πραγματική θέση του La Gárgola στην αβοπολίτικη βαθμολογική κλίμακα, χαμηλώνοντας ελαφρώς το βλέμμα, η παρουσία του εξαιρετικού "Chocking Game" (συν κάποιων σταθερών επιπέδων εκτελεστικής απόδοσης), δεν του επέτρεψαν το ολίσθημα.

Μπορεί λοιπόν να μην επεκτείνει τους ορίζοντες των Chevelle το La Gárgola και να μην αποτινάσσει από πάνω τους το πανταχού παρόν Tool-light κατηγορητήριο, αλλά αναδεικνύει υποδειγματικά μια εξαιρετικά δεμένη μηχανή παραγωγής αξιόλογου alternative metal –τόσο σε επίπεδο μεμονομένων τραγουδιών, όσο και ολοκληρωμένων συνόλων. Τα οποία μπορεί να μην αγγίξουν ποτέ το στάτους του «συναρπαστικού», στέκονται όμως με συνέπεια (μα και συνέχεια) σε υψηλό επίπεδο, παρ' όλες τις αδυναμίες τους.

 

{youtube}w0fCzvAdR3E {/youtube}

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured