Ποιος δεν έμαθε πριν από μερικά χρόνια τον James Blunt με εκείνο το γεμάτο μελούρα και πρεμούρα single για τον φόβο μήπως και χάσει τη γυναίκα της ζωής του, που διατρύπησε το τύμπανό μας εξ αιτίας της συχνότητας μετάδοσής του από τα ραδιόφωνα; Κανένας στο (τότε) ηλικιακό φορμά των 16-46. Έκτοτε κύλησε νερό στο αυλάκι και τόσο ο ίδιος ο Άγγλος τραγουδοποιός, όσο και η εταιρεία του, προσπάθησαν να εξωραΐσουν την εικόνα του, παρουσιάζοντάς τον ως το αντίθετο του μετεωρικού καλλιτέχνη που δεν διέθετε βαθιές ρίζες στη μουσική δημιουργία. Στόχος που μάλλον επετεύχθη με δίσκους σαν το All The Lost Souls (2007) και κυρίως το Some Kind Of Trouble (2010), μιας και πειθόσουν κάθε φορά να δώσεις έστω μία ευκαιρία ακρόασης και να μην τους στείλεις εκ προοιμίου στην πυρά.

Παρέμεινε ωστόσο το από εποχής Back To Bedlam (2004) μόνιμο πρόβλημα των άλμπουμ του, αυτό της ανισομέρειας της παραγωγής τους –πρόβλημα το οποίο αναδεικνύεται κυρίαρχο και στο φετινό Moon Landing. Τουτέστιν, όχι μόνο κάθεται πολύ κόσμος στην κονσόλα, μα κι όλα περιστρέφονται σταθερά γύρω από τη φωνή του Blunt, η οποία τοποθετείται ψηλά στις μίξεις, με τα υπόλοιπα όργανα απλά να συνοδεύουν τις συνθέσεις και όχι να τις οδηγούν. Και ναι μεν πρόκειται για μια φωνή που δεν τη μπερδεύεις με καμία άλλη στον κόσμο, διαθέτει όμως μια υψηλοσυχνοτική λογική που απαιτεί προσεκτικούς χειρισμούς για να μην καταλήγει ο φορέας της να ακούγεται σαν καστράτος βομβαρδισμένος με πλουτώνιο.

Το Moon Landing, εντούτοις, ξεκινάει ενθαρρυντικά, με μια μοτοσικλέτα η οποία περνάει –με μια Alan Parsons λογική– σαν 3D ολόγραμμα από το στερεοφωνικό μας τοπίο, οδηγώντας στη συμπαθέστατη μπαλάντα "Face The Sun": μπορεί να μην εξελίσσεται σε κάτι το μεγαλειώδες, αλλά διαθέτει δομή και τυγχάνει μιας καλής ερμηνείας εκ μέρους του Blunt. Τα πράγματα δείχνουν να οδεύουν σε κάτι παρόμοιο στο "Satellites", μέχρι που ένα κάκιστο ρεφρέν διαλύει τις εντυπώσεις και καταπονεί τους κατά τα άλλα προσεγμένους στίχους. Από εκεί και πέρα, θα χρειαστεί να διανύσουμε τρία τραγούδια μέχρι να φτάσουμε στο "Miss America" και να συναντήσουμε μερικούς ακόμα καλοβαλμένους στίχους, οι οποίοι και πάλι όμως βυθίζονται στο ατυχέστατο τρίγωνο των Βερμούδων που συγκροτούν τα φωναχτά ρεφρέν, το μπες/βγες των οργάνων στην παραγωγή (μόνο και μόνο για εντυπωσιασμό) και το αλόγιστο για την εποχή μας ανεβοκατέβασμα της έντασης.

Αλλά το χειρότερο είναι πως σε αυτό το σημείο τελειώνουν ουσιαστικά και τα όποια καλά μπορείς τέλος πάντων να πεις για το Moon Landing, καθώς η υπόλοιπη διάρκειά του καλύπτεται από φιλεράκια μεγατόνων. Στο "Bones", ειδικά, ακούμε στα ξαφνικά μια εντελώς ξεκάρφωτη 1990s indie pop προσέγγιση, ενώ η γενική εικόνα χτίζεται με μπαλάντες που ρουτινιάρικα ανεβάζουν το τέμπο απλά και μόνο για να κάνει κάποια αίσθηση ο James Blunt στο ρεφρέν –και όχι γιατί οι ανάγκες της σύνθεσης ή των στίχων απαιτούν την ανάταση.  

Βρώμικη δουλειά το να παραμείνεις στην κορυφή και δεν είναι για όλους. Και ναι μεν δείχνει να τα κατάφερε για ακόμα μία φορά ο James Blunt, αφού το single "Bonfire Heart" (που σε καμία περίπτωση δεν είναι το καλύτερο τραγούδι εδώ) χτύπησε την πρώτη θέση στα charts Γερμανίας, Αυστρίας, Ελβετίας και Βελγίου, επενδύει όμως σε έναν δίσκο συναισθηματικής ψευδοανάτασης και κακοκατασκευασμένων μελό (γιατί υπάρχει και καλό μελό, να εξηγούμαστε), ο οποίος απλά δεν αντέχει σε κριτική αποτίμηση. 

 

{youtube}g1j1qwQQ8-Q{/youtube}

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured