Χρήστος Λεοντής - Φλόγα Που Καίει

Δίσκος «παλαιάς κοπής», βρίσκει τον συνθέτη να ξαναβάζει σε τροχιά τα κεκτημένα με τη βοήθεια τριών όμορφων νέων φωνών, ικανών τόσο για επιδόσεις, όσο και για συναισθηματικές αποτυπώσεις...

Label
Μετρονόμος
Κυκλοφορία
5/2017
Βαθμολογία
7
Χάρης Συμβουλίδης
Χάρης Συμβουλίδης

H “Αδέσποτη Καρδιά”, το 8ο στη σειρά κομμάτι της Φλόγας Που Καίει, έχει κάτι μούρλια μπουζούκια, μιας λεβέντικης «ποικιλίας» που έχω καιρό να ακούσω στη δισκογραφία. Αμέσως μετά, η “Κόκκινη Κραυγή” θέτει με τη ζωηράδα της δυναμικής της ενορχήστρωσης ένα απρόσμενα μοντέρνο στίγμα, του είδους που ψάχνεις (μάταια) σε πολλά άλμπουμ νέων στην ηλικία δημιουργών. Στα καπάκια, έρχεται ο μετρημένος, ατόφιος λυρισμός της “Σιταρήθρας”, στην οποία μπορείς να φορέσεις τον χαρακτηρισμό έντεχνο δίχως όμως η λέξη να ακούγεται ως βρισιά.

Είναι, πιστεύω, τα 3 ωραιότερα τραγούδια αυτής της καινούριας δουλειάς του Χρήστου Λεοντή, την οποία ο Κρητικός συνθέτης εμπιστεύεται σε 3 διαφορετικές φωνές. Κάθε μία μάλιστα, λέει και από ένα από τα παραπάνω: το πρώτο ο Αλέξανδρος Τσιωνάς, το δεύτερο ο Θοδωρής Βουτσικάκης, το τρίτο η Ιωάννα Φόρτη. Και οι τρεις τους αποτελούν παράγοντες επιτυχίας για το πώς (επι)κοινωνείται ο δίσκος, καθώς διαθέτουν όμορφες, γυμνασμένες φωνές, ικανές για επιδόσεις μα και για συναισθηματικές αποτυπώσεις, έστω κι αν υπάρχουν για όλους περιθώρια βελτίωσης –ο Τσιωνάς λ.χ. ακούγεται μερικές φορές υπέρ το δέον σαν Μανώλης Μητσιάς, ενώ ο άριστος στις πιο χαμηλότονες στιγμές Βουτσικάκης (βλ. “Παράξενη Νοσταλγία”) βασίζεται στην έκτασή του για τις έξω καρδιά επιλογές, ενώ θα έπρεπε ίσως να ακούγεται περισσότερο «χαμογελαστός», αντικατοπτρίζοντας τη διάθεσή τους.

Χωρίς να είναι συντηρητικός δίσκος, η Φλόγα Που Καίει μπορεί να χαρακτηριστεί ως «παλαιάς κοπής», καθώς δεν απομακρύνεται από ό,τι συνιστά «ζώνη ασφαλείας» για τον Λεοντή. Είναι δηλαδή η δουλειά ενός βετεράνου δημιουργού, ο οποίος αισθάνεται άνετα με όσα έχει κατακτήσει και προσπαθεί έτσι να βρει έναν τρόπο να τα ξαναβάλει σε τροχιά, παρά να ψάξει για αχαρτογράφητες γωνιές. Ως εκ τούτου, στον απόηχο του άλμπουμ ανιχνεύονται εύκολα τα soundtracks του συνθέτη για το θέατρο (ειδικά σε στιγμές σαν τα “Γυμνός Στη Φωτιά” και “Όλοι Στο Χορό Να Μπούμε”, που φέρνουν στον νου βάκχους και αριστοφανικά χορικά), αλλά και το αποτύπωμα δίσκων σαν το Αχ… Έρωτα (1974). Το ενδιαφέρον δεν διατηρείται πάντοτε σταθερό, σε κάθε όμως περίπτωση διακρίνεις την ενάργεια των μελωδιών του Λεοντή και τις πραγματικά ζηλευτές του ενορχηστρώσεις.

Για ακόμα μία φορά, ο Λεοντής βασίζεται στους στίχους του Δημήτρη Λέντζου, ο οποίος και έχει φτιάξει εδώ έναν πλήρη κύκλο 13 τραγουδιών. Ο Λέντζος γράφει κι αυτός α-λα-παλαιά, δεν μπορώ όμως να αρχίσω να σας περιγράφω πόσο αναζωογονητικό ακούγεται κάτι τέτοιο, τόσο που έχουμε πια απελπιστεί να ακούμε σαχλαμάρες με επίφαση ποιητικότητας ή ωραίες λέξεις να πέφτουν απλά στο κενό των συνοδευτικών τους προτάσεων. Δεν είναι γκράντε βέβαια οι στίχοι του Λέντζου, ωστόσο το μετρούν προσεκτικά το βάρος των όσων λένε, ακόμα και αν δεν καταφέρνουν σε κάθε περίπτωση να «παίξουν» στο τερέν του Μάνου Ελευθερίου, όπως διακαώς επιθυμούν: ο τελευταίος παραμένει ασυναγώνιστος μάστορας στο πώς αφήνει να αναδυθεί το μη προφανές, πεδίο στο οποίο ο Λέντζος είναι ακόμα μαθητής, με αποτέλεσμα ορισμένες φορές να του ξεφεύγουν τα πράγματα και να μπουρδουκλώνονται αναίτια –όπως λ.χ. στον “Άναρχο”, σε εκείνο το καταληκτικό δίστιχο «Στ’ άχυρα σκότωσα τον μαύρο τον ψύλλο/και είμαι ένοχος πάλι εγώ».

Συχνά βλέπω δίπλα στο όνομα του Χρήστου Λεοντή τα επίθετα «μεγάλος» και «σπουδαίος» και σκέφτομαι ότι όσοι τα γράφουν προσπαθούν είτε να κολακέψουν μια δική τους προτίμηση, είτε να διορθώσουν μια ιστορική αδικία. Έχω δηλαδή την αίσθηση ότι τον τοποθετούν σε ένα βάθρο ίσο με λίγο-πολύ σύγχρονούς του σαν τον Σταύρο Ξαρχάκο, τον Δήμο Μούτση ή τον Μάνο Λοΐζο, δίχως όμως κάτι τέτοιο να έχει όντως περάσει «εκεί έξω». Ασφαλώς, μιλάμε για έναν δημιουργό που αισίως μετράει φέτος 55 χρόνια καριέρας, αλλά και για τον άνθρωπο που έχει γράψει το μουσικό θέμα της Αθλητικής Κυριακής –ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα δηλαδή στην ελληνική τηλεόραση (1969). Την ίδια όμως στιγμή, νομίζω ότι ο Λεοντής και το έργο του παραμένουν θολοί έξω από μια παλιότερη γενιά ακροατών που πολιτικοποιήθηκε με την Αριστερά και τον ακολουθεί αναγνωρίζοντάς του (πρωτίστως) την ιδιότητα ενός συνθέτη που δεν φοβήθηκε να εκτεθεί πολιτικά, καταθέτοντας π.χ. ένα άλμπουμ σαν την Καταχνιά σε ένα δύσκολο έτος σαν το 1964.

Ένας δίσκος έτσι σαν τη Φλόγα Που Καίει μπορεί να θέσει ένα διαφορετικό πρίσμα αντιμετώπισής του, αφού τον επαναφέρει στην επικαιρότητα όχι ως «στρατευμένο συνθέτη», μα πρωτίστως ως έναν δημιουργό προερχόμενο από εκείνα τα «μυθικά» χρόνια του ελληνικού τραγουδιού, στα οποία η λαϊκότητα και τα μπουζούκια συμπορεύτηκαν με την ποίηση, αλλά και με το θέατρο. Τα υπόλοιπα, από εκεί και πέρα, μπορούν όλα να συζητηθούν.

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Το νέο άλμπουμ του Αμερικανού τραγουδοποιού τον βρίσκει μπερδεμένο, ανάμεσα σε μία «κάθομαι με τη
Ήχοι λιτοί και νοήματα πυκνά χτίζουν έναν δίσκο με βαθιά νερά, γεμάτο με τραγούδια για τα
Ακούγεται αξιοπρεπής, όμως δεν πήρε κανένα ρίσκο της προκοπής, ενώ δεν έχει τελικά να πει και κάτι

FEATURED TODAY

 

Η δεκαετία του 1980 είναι ξανά «στη μόδα», μαζί και η μουσική της, είτε με διεθνούς εμβέλειας αναβιώσεις των τότε ήχων (το post-punk έρχεται άμεσα κατά ...

Ένα μωσαϊκό της ζωής της, πιασάρικο και ξεσηκωτικό, σχεδόν διονυσιακό, αλλά και πολύ αιχμηρό την ίδια στιγμή για να χαϊδεύει αυτιά, έχοντας επίγνωση ότι το ...
Στο μουσικό συνέδριο Eurosonic στο Groningen της Ολλανδίας, στην ουσιαστική δηλαδή Eurovision των indie της Ευρώπης, φτωχός συγγενής ήταν και πάλι η Ελλάδα.

HOT STORIES

Δείτε όλες τις πληροφορίες για τα εισιτήρια και την προπώληση
Ακούστε πώς έγιναν τα θρυλικά "Δειλινά", για τον κύκλο με Τα Σκέτα
Top
0
Shares
0
Shares
Στo avopolis.gr χρησιμοποιούμε cookies για να διασφαλίσουμε την εύρυθμη λειτουργία του site και την καλύτερη εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την πλοήγησή σας στο site, αποδέχεστε τη χρήση των cookies και την πολιτική απορρήτου. More details…