Αρκούσε η επιμονή του σε μια ...εμμονή (απ' αυτές που οι καλλιτέχνες συνήθως κουβαλούν σε αφθονία) για να «κακοχαρακτηριστεί» ο Δημήτρης Παπαδημητρίου. Και αναφέρομαι, βέβαια, στη για πολύ καιρό επιλογή της Φωτεινής Δάρρα –μιας ερμηνεύτριας με αρκετά θέλγητρα, αλλά και ευδιάκριτες αδυναμίες– ως μόνιμης συνεργάτιδάς του. Μπορεί η δυσπιστία απέναντί του να έμεινε εν πολλοίς εντός του δημοσιογραφικού και καλλιτεχνικού κύκλου (και πάλι όχι καθολικά, αφού πάντα υπάρχουν οι πρόθυμοι κόλακες), όμως η ζημιά υπήρξε, νομίζω, σημαντική.

Κι αν άφησε το συναίσθημα να υπονομεύσει κάποιες αποφάσεις του, πάντως, ο Παπαδημητρίου σπάνια αστόχησε συνθετικά. Παρέμεινε δηλαδή προσηλωμένος στη μελωδία, πολυδιάστατος και ανήσυχος, είτε έγραφε τραγούδια, είτε συνέθετε ορχηστρική μουσική. Η φετινή μάλιστα χρονιά τον βρίσκει να εκδίδει 3 νέα άλμπουμ: το Μέρες Επιταφίου (σε στίχους Νίκου Γκάτσου και ερμηνεία του Μανώλη Μητσιά), το Μύθοι Του Αισώπου (σε στίχους και κείμενα του Γιώργου Κορδέλλα) και μια συλλογή μελοποιήσεων σε ποιήματα του Διονύση Καψάλη, με την οποία καταπιανόμαστε εδώ.

Το άλμπουμ, από τον τίτλο του κιόλας, κάνει αναφορά στον Μάνο Χατζιδάκι, κάτι που γίνεται σαφές από τις πρώτες νότες της “Μπαλάντας Των Ατθίδων” και διατρέχει σχεδόν όλα τα τραγούδια. Υπάρχουν και σημεία όπου το ύφος των μελωδιών παραπέμπει περισσότερο στον έτερο ...Καππαδόκη, τον Μίκη Θεοδωράκη, σε κάθε όμως περίπτωση δεν επισκιάζουν τέτοιες αναφορές δεν επισκιάζουν την ουσία της δουλειάς, η οποία αναγνωρίζεται εύκολα ως «παπαδημητρέϊκη». Και μάλιστα ως μια αληθινά καλή στιγμή της μελωδικής φλέβας του συνθέτη.

Ένα από τα πράγματα που χαρακτηρίζουν τον Παπαδημητρίου και έχουν συμβάλει στην ανάδειξή του σε σημαντικό δημιουργό είναι η ιδιαίτερα ακριβής δουλειά του στη μελοποίηση όσων στίχων έχει κάθε φορά μπροστά του. Αν προσέξει κανείς εδώ τους τρόπους με τους οποίους ακολουθούν οι μελωδίες του τις λέξεις του Καψάλη, σίγουρα θα εντυπωσιαστεί από τα αποθέματα ιδεών που διαθέτει και από τις διεξόδους που βρίσκει, ξεφεύγοντας –στο παρά τρίχα πολλές φορές– από την ταύτιση με τα μεγάλα έπη του παρελθόντος του ελληνικού τραγουδιού. Παράλληλα, τα 11 τούτα τραγούδια, παρότι γράφτηκαν μέσα σε μια 20αετία, διατηρούν συνέχεια και συνέπεια, σχηματίζοντας ένα σύνολο με αξιοθαύμαστη συνοχή και ισορροπία διαθέσεων, χωρίς προφανείς κορυφές ή κοιλάδες. Καθαρά προσωπικές μου προτιμήσεις τα “Απόψε”, “Μη Σπέρνεις Γύρω Σου Σκοτάδι”, “Άσυλο” και “Νύχτα Που Φέρνεις Πρόσωπο”.

Τούτη τη φορά, όμως, ο Παπαδημητρίου πετυχαίνει διάνα και στην επιλογή του ερμηνευτή: ο Γιώργος Φλωράκης, ένας βοκαλίστας με προϋπηρεσία στους ροκάδες Raw Silk, αποκαλύπτει εδώ ένα διαφορετικό, πιο λυρικό αλλά συνάμα σύγχρονο πρόσωπο, και μεταφέρει τα τραγούδια προς τον ακροατή με αξιοζήλευτο μέτρο και ζύγισμα. Είναι τέτοια η προσήλωσή του στο κείμενο, ώστε σχεδόν δεν προσέχεις τον ίδιο, τη χροιά και την τεχνική του, παρά μόνο σε επόμενες ακροάσεις.

Εκεί που υπάρχει μια αμφιθυμία είναι ο τομέας των ενορχηστρώσεων. Ο Παπαδημητρίου επέλεξε να έχει τον απόλυτο έλεγχο, παίζοντας όλα τα όργανα ο ίδιος, χωρίς τη χρήση μετρονόμου κατά την ηχογράφηση. Κάτι τέτοιο, από τη μία δίνει μια «χειροποίητη» και ανοίκεια αίσθηση στο άκουσμα, το οποίο εμπλουτίζεται και με ευπρόσδεκτους απόηχους από τα πρώτα ηλεκτρονικά άλμπουμ του συνθέτη. Από την άλλη, υπάρχει σε σημεία ένα φόρτωμα από όργανα και μια θολούρα, στοιχεία που αφαιρούν πυγμή από το εγχείρημα και που ένα ουδέτερο αυτί, ενός παραγωγού π.χ., θα είχε πιθανότατα βοηθήσει να σενιαριστούν. Φέρνω ως παράδειγμα την πολύ πιο λιτή μα και πιο σαφή ηχητική εικόνα της Αισθηματικής Ηλικίας του Δημήτρη Μαραμή, για να υποστηρίξω αυτή τη θέση μου.

Παρά τις όποιες μικρές ενστάσεις, θεωρώ ότι Οι Μπαλάντες Της Οδού Ατθίδων αποτελούν άξια προσθήκη στη δισκογραφία του Δημήτρη Παπαδημητρίου. Το ήδη μεγάλο εύρος της οποίας μπορεί να μην επιτρέπει να εκπλαγούμε από όσα ακούμε εδώ, δεν αφαιρεί, όμως, κάτι από την απόλαυση ενός ιδιαίτερα όμορφου και ανταποδοτικού δίσκου.

{youtube}3x1-y_WzzvQ{/youtube}

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured