View More

Empty Frame - The Blackbird Flies

Label
B Minor
Κυκλοφορία
Ιουν-14
Βαθμολογία
7
Βαγγέλης Πούλιος
Βαγγέλης Πούλιος
Δεύτερο άλμπουμ για το αθηναϊκό σχήμα των Empty Frame κι αν κάτι άλλαξε σε σχέση με το ντεμπούτο τους They Think We Are Eskimos (2011), έχει σίγουρα αλλάξει προς το καλύτερο. Στο περίπου, βέβαια, τους ίδιους δρόμους περιδιαβαίνουν κι εδώ, μόνο που πλέον νομίζω πως οι μελωδίες έχουν γίνει πιο ακριβείς, οι δε ενορχηστρώσεις περισσότερο διεξοδικές. Σημαντικό για μία μπάντα που στηρίζεται ακριβώς σ’ αυτά τα δύο σημεία. 
 
Με το The Blackbird Flies βρισκόμαστε σ’ έναν μουσικό χώρο ο οποίος κάποιες φορές χαρακτηρίζεται με το σημειολογικά οξύμωρο «εναλλακτική ποπ» και άλλες με το «ποπ δωματίου», το οποίο ίσως να είναι λιγάκι πιο περιεκτικό –δεδομένου ότι υπονοεί ενορχηστρώσεις όπου, πέραν των «τυπικών» οργάνων, ανακατεύονται επίσης πιάνα, βιολιά και τσέλα, δίνοντας στο αποτέλεσμα έναν εντονότερο τόνο λυρισμού. Εν πάση περιπτώσει, τέτοιοι χαρακτηρισμοί δημιουργούν ζητήματα (και στη δεύτερη ειδικά περίπτωση αυτά δεν λύνονται ούτε κατά διάνοια...), οπότε ο απλούστερος τρόπος για να τα παρακάμψουμε είναι να καταφύγουμε στον ορισμό διά των παραδειγμάτων. Σε μια συζήτηση λοιπόν για το ποιόν των Empty Frame δεν θα παραλείπαμε ονόματα όπως αυτά των Decemberists, Sufjan Stevens, Owen Pallett ή (μια ίσως πιο «ορθολογική» εκδοχή των) Gorgy’s Zygotic Mynci. 
 
Αλλά κι αυτή η «φάβα» εμπεριέχει έναν «λάκκο» και τούτος δεν αφορά μόνο στην πρόσληψη του μουσικού αντικειμένου, αλλά και την εξ αρχής δημιουργία του. Διότι θέτει τον πήχη εκτός του συλλογικού εγώ των Empty Frame, περιγράφοντας ένα ιδανικό ή –ορθότερα– ένα πρότυπο βάσει του οποίου θα κρίνουμε εμείς αν μας άρεσε ο δίσκος τους ή όχι και οι ίδιοι το πότε ένα κομμάτι είναι αρκετά καλό για να ηχογραφηθεί και να περιληφθεί σε αυτόν. Νομίζω πάντως πως οι Empty Frame δείχνουν την απαιτούμενη οξυδέρκεια ώστε ν' αποφύγουν να λειτουργήσουν με ένα τόσο αυστηρά προκαθορισμένο «πρότυπο» (τον ήχο του τάδε ή τη γραφή του δείνα) και χρησιμοποιούν τις όποιες αναφορές απλώς για να χαράξουν το περίγραμμα του χώρου στον οποίον κινούνται· όχι δηλαδή για να ξεπατικώσουν μια συγκεκριμένη φρασεολογία. Πρόκειται βεβαίως για λεπτή διαφορά και η αλήθεια είναι πως, άπαξ και ξεκινήσουμε τη συγκεκριμένη συζήτηση (κι εδώ το ξεκίνημα μάλλον «βαραίνει» κατ' αρχάς την πλευρά των δημιουργών), άσχετα αν βρεθούμε στη μία άκρη ή στην άλλη, μοιραία θα καταλήξουμε σ’ εκείνο το «κάτι» το οποίο θυμίζουνε. 
 
Είναι επίσης αλήθεια πως οι Empty Frame δεν προσφέρουν τίποτα το απρόβλεπτο στα 50 λεπτά του The Blackbird Flies, ώστε να καθαρίσουν και από την τελευταία «ρετσινιά». Όμως αν αυτό το ποπ που προστίθεται στους πιο «θεσμικούς» ορισμούς διαθέτει χρησιμότητα, έχει τελικά να κάνει με μια λογική η οποία δεν στηρίζει τη δύναμή της στο απρόβλεπτο, αλλά στο οικείο. Η επιτυχία επομένως ή αποτυχία του δίσκου θα πρέπει να κριθεί ακριβώς στο πώς δομείται το οικείο, όπως επίσης και στο κατά πόσο κινδυνεύει να γίνει… υπερβολικά οικείο!
 
Υπό μια τέτοια λοιπόν γωνία, θεωρώ πως ο δεύτερος δίσκος των Empty Frame καταγράφει μια ξεκάθαρη επιτυχία. Τον ακούς δηλαδή μια-δυο φορές (γρήγορα μάλιστα κι αποσπασματικά) και πιάνεις έκπληκτος τον εαυτό σου να σιγομουρμουράει ορισμένες γραμμές του, οι οποίες μπορούν να κάνουν αυτό το ταξίδι· κάποιες μελωδίες που μπορούν να ξεφύγουν από την «οργανική» τους λειτουργία μέσα σ’ ένα κομμάτι και να συνεχίσουν αυτονομημένες (χωρίς πριν και χωρίς μετά) να στριφογυρνούν στο κεφάλι σου. Ανατρέχεις ύστερα στο CD και διαπιστώνεις πως το συγκρότημα δεν πετά απλώς μερικές πιασάρικες μελωδίες· τις αφήνουν να κυλούν, αποκτώντας μια επαρκώς δική τους ιδιοσύσταση, φτιάχνοντας τελικά τραγούδια με αξιοπρεπέστατο επίπεδο ανάλυσης και εσωτερικής εξέλιξης. Τα παραδείγματα είναι αρκετά: ας σημειώσω, έτσι για τη συζήτηση, τα “Bright Lights”, “A Velvet Dream” και “Only In Darkness” ή ορισμένα σημεία του “Legacy”.  
 
Απ’ την άλλη, έχω την αίσθηση ότι ορισμένες φορές το πράγμα αφήνεται να μελώσει κάπως παραπάνω. Ότι δηλαδή κάπου θα χρειαζόταν λίγο περισσότερο γκάζι για να… ξεμπουκώσει το σύστημα. Μιλάω είτε για στιγμές στις οποίες ο λυρισμός υπερβάλλει, είτε για τους ίδιους τους Empty Frame, που παρασύρονται από μια καλή ιδέα επενδύοντας σε αυτήν περισσότερα απ’ όσα μπορεί να αντέξει. Ίσως μια πιο γεμάτη παραγωγή, η οποία θα τόνιζε αποτελεσματικότερα τις (ήδη πλούσιες) διακυμάνσεις των συνθέσεων, θα καμουφλάριζε ορισμένα τέτοια ζητήματα. Ή ίσως να μιλάμε απλώς για μερικές μικρές αστοχίες μέσα σε ένα γενικά (παραπάνω από) ικανοποιητικό σύνολο. 
 

Top