«Περάσαμε κάβους πολλούς πολλά νησιά τη θάλασσα που φέρνει την άλλη θάλασσα» / Γιώργος Σεφέρης, “Μυθιστόρημα”

Κι εντάξει οι κάβοι, τα νησιά κι η θάλασσα· απ’ όλα τα μέρη του λόγου, άλλωστε, τα ουσιαστικά έχουν συνηθίσει να τραβάνε το βάρος του νοήματος και να στέκονται κυριαρχικά μέσα στις προτάσεις (το είχε επισημάνει με τον τρόπο του και ο Μπόρχες).

Και είναι σημαντικά, δεν λέω, καθορίζουν το εκεί απ’ όπου ήρθε κανείς και το εκεί στο οποίο πάει· τείνω όμως να πιστεύω πως η κρίσιμη πινελιά στη συγκεκριμένη αποστροφή του Σεφέρη βρίσκεται στο ταπεινό ρήμα «φέρνει» και στο ταπεινότερο επίθετο «άλλη». Δηλαδή σε μια κίνηση στην οποία μπορούν να συνυπάρχουν το αναπόδραστο μιας αιώνιας οδύσσειας και η ελευθερία ενός ανοιχτού πελάγους, διότι είμαστε οι κάβοι μας, σαφώς, αλλά είμαστε κι η θάλασσα –και μάλιστα η «άλλη θάλασσα», η επόμενη, η διαφορετική. Ή, όπως το λέει ο ίδιος ο ποιητής μερικές αράδες παραπάνω, είμαστε εκείνοι που «ψάχναμε να βρούμε πάλι το πρώτο σπέρμα για να ξαναρχίσει η πανάρχαια τραγωδία». Παρότι πανάρχαια και σίγουρα τραγωδία, είναι πάντοτε διαφορετική, καθώς η ιστορία και τα υποκείμενά της ποτέ δεν κινούνται σε πλήρεις και εντελώς ομόκεντρους κύκλους, παρά τα όσα πιστεύονται.

Τώρα, πώς τα φέρνεις τα παραπάνω στα συμφραζόμενα ενός μουσικού έργου; Πώς δηλαδή αντιμετωπίζεις τη σκιά που ρίχνει μια τέτοια φράση στο επίπεδο του νοήματος, το βάρος το οποίο προσθέτει στη μουσική; Μια λύση είναι σίγουρα να πιαστείς κι εσύ από τη θάλασσα, να σχηματίσεις δηλαδή δομές που θα μπορούν να αφουγκραστούν την ανοιχτότητά της ή τουλάχιστον να αποκλείσεις εκείνες που φαντάζουν εκ προοιμίου δύσκαμπτες και καλά περιφραγμένες.

Στην πραγματικότητα, όμως, δεν είναι ακριβώς ή δεν είναι μόνο ζήτημα δομής· είναι περισσότερο ζήτημα προσέγγισης. Άρα πριν από τη θάλασσα θα πρέπει πρωτίστως να κατανοήσεις το ρήμα, δηλαδή να δώσεις στη μουσική (με την όποια δομή τελικώς επιλέξεις) τον χώρο για να αναπνεύσει, να κινηθεί, να μετεωριστεί. Κι ύστερα συναντάς τις θάλασσες και τους κάβους, χρησιμοποιείς τα ενθύμια της αλμυρής τους γεύσης για να δώσεις στα πράγματα τη συναισθηματική τους κατεύθυνση.

Ο Costinho ή Κώστας Ζουλιάτης (γνωστός ίσως από τις μέρες του στους Night Οn Earth) φαίνεται πως κινείται εδώ με μια αντίστοιχη διάθεση. Καλύπτει τα 28 από τα 44 λεπτά του δίσκου με το “Mother Sea” και δίνει μια θαυμάσια ηχητική απεικόνιση της φράσης εκείνης του Σεφέρη. «Η θάλασσα που φέρνει την άλλη θάλασσα» είναι εν προκειμένω τα 4 μέρη της σύνθεσης, με τις μεταβάσεις –το πώς δηλαδή το ένα μέρος γεννιέται όταν το προηγούμενο εξασθενεί– να έχουν μια ιδιαίτερη σημασία.

Όπως ιδιαίτερη σημασία έχει και ο χώρος εντός του κουαρτέτου, τα μικρά δηλαδή θαύματα που μπορεί να συμβούν όταν 4 καλοί μουσικοί αναπνέουν τον ίδιο αέρα και συντονίζονται σε κοινές ανάσες. Το πιάνο του Ζουλιάτη δίνει, βεβαίως, τις βασικές κατευθύνσεις (σε μια πορεία που φτάνει στα προάστια της σύγχρονης τζαζ), μ’ ένα παίξιμο το οποίο παραμένει στιβαρό σε όλη τη διάρκεια του δίσκου, κρατώντας σταθερές τις συναισθηματικές συντεταγμένες μέσα στην όλη ροή. Ξεκάθαρα, όμως, η βαρύτητα βρίσκεται σε αυτήν τη ροή, στο αλισβερίσι μεταξύ των μουσικών. Ακούμε έτσι τον Κλείτο Κυριακίδη στο σαξόφωνο να συνδυάζει την ορμητικότητά του με μια πολύ ιδιαίτερη εσωστρέφεια, τον Πέτρο Λαμπρίδη στο συνθεσάιζερ να δημιουργεί στην αρχή ένα κάτι σαν μάντρα, πάνω στο οποίο δομεί το θέμα του ο Ζουλιάτης, και τον Νίκο Παπαβραμούση στα τύμπανα, με καίριους τονισμούς και μια εξαιρετική αντίληψη του πώς μπορούν να συνδυαστούν σε ένα ελαφρύ παίξιμο η φαντασία και το γκρουβ μαζί με όλες τις αισθητικές και συναισθηματικές συνισταμένες που απαιτεί η περίσταση.

Και στο “Vicinity”, την πρώτη σύνθεση του δίσκου, τα πράγματα δεν είναι πολύ διαφορετικά από αυτήν την άποψη, ακόμα κι αν το κουαρτέτο που το ερμηνεύει είναι αρκετά. Εδώ κεντρικό ρόλο παίρνουν οι δοξαριές των βιολιών του Μιχάλη Καταχανά και του Φώτη Σιώτα, το βαθύ σιγοντάρισμα από το κοντραμπάσο του Πέτρου Λαμπρίδη (ή η στακάτη υπενθύμιση του γενικού βηματισμού στην αρχή, χωρίς το δοξάρι) και το ελλειπτικό πιάνο του Ζουλιάτη. Πιο εσωτερικό ίσως από το “Mother Sea”, σίγουρα (ακόμα) πιο βραδύκαυστο, το “Vicinity” βρίσκει τους δικούς του λόγους να τσιγκλίσει το θυμικό του ακροατή και της ακροάτριας· μοιράζεται παρόλα αυτά ένα κοινό συναισθηματικό βάθος και την ίδια θέληση να πάρουν τα πράγματα τον δρόμο τους μέσω της διαλεκτικής δυναμικής που αναπτύσσεται εντός του σχήματος.

Για να επιστρέψουμε στα προλεγόμενα, από τα κάπως πιο λυρικά drones του “Vicinity”, από μία ζωηρή κίνηση που παρόλα αυτά μοιάζει παραδομένη στην αιώνια ακινησία, ως τη ρευστότητα του “Mother Sea” και τους τρόπους του να δημιουργεί, να ξοδεύει και να ξαναδημιουργεί τη συναισθηματική του ένταση, το 2 είναι ένα θαυμάσιο άλμπουμ το οποίο σίγουρα ξέρει να χρησιμοποιεί τα ουσιαστικά, φροντίζει όμως να δίνει και στα ρήματα τη βαρύτητα που τους πρέπει.

ακούστε το "Mother Sea" εδώ

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured