Στις 11 Σεπτεμβρίου του 1974, 50 χρόνια από σήμερα, όταν ο Stephen Colbert ήταν 10 χρονών, «έχασε» τον πατέρα του και τα αδέρφια του Peter και Paul, σχεδόν συνομήλικα με εκείνον, όταν η πτήση 212 της Eastern Air Lines, δεν κατόρθωσε να προσγειωθεί στο Charlotte της North Carolina. Δεν επρόκειτο για ταξίδι αναψυχής, αλλά για ένα δρομολόγιο με σκοπό την εγγραφή των πιτσιρικιών σε σχολείο του Connecticut. «Ο πνιγμός μας συνειδητοποιεί, μας απελευθερώνει» ήταν κάτι που συζήτησε ο Colbert με το Nick Cave στην πολύ ωραία συνέντευξη που του πήρε και
έως και σήμερα), με τίτλο Wild God.Δεν έχει κανένα ενδιαφέρον τι διεκδικεί το ακροατήριο από το παροντικό ή παρελθοντικό είδωλο του. Ποια αλήθεια του απαιτεί, πως «σκυλεύει» τα πεπραγμένα του, πως ερμηνεύει και αιτιολογεί τις εξωμουσικές θέσεις του. Στη συνέντευξη που έδωσε στο Σπήλιο Λαμπρόπουλο, για λογαριασμό της Καθημερινής, μίλησε για το αν ανησυχεί για το τι πιστεύουν οι άλλοι για εκείνον, για τους όρους της διαδικασίας με τους οποίους θεωρεί ότι διατηρείται η μπάντα, το δημιουργικό ενδιαφέρον. Mπορείτε να τη διαβάσετε κι είτε να αντιληφθείτε την ειλικρίνεια του, είτε να του κλείσετε κατάμουτρα την πόρτα. Όσο μικρή αξία -όπως κι αν ακουστεί- έχει μια «ουμανιστική» λατρευτική προσέγγιση, μια θεώρηση «από οίκτο» στην εργογραφία του μετά το χαμό των παιδιών του, άλλο τόσο έχει κι ο χλευασμός κι η εχθρότητα απέναντι στο βιβλικές του μεταφορές. Στο κάτω-κάτω, αν αυτή η εκκλησιαστική αίσθηση, αν η ιερότητα ως συγκολλητικός μπούσουλας υπονομεύει ένα καλλιτεχνικό έργο, η όποια μομφή απέναντι της, ας σταθεί κι απέναντι στη gospel δισκογραφία, στον χριστιανικό Dylan, και σε ότι έχει μεταλάβει ο Cave ως ακροατής μουσικών με μεταστροφές ή εξαρχής προσεγγίσεις προς τα «θεία». Το αναφέρω ως απολύτως αντιρρησίας της θέσεως του Αϊνστάιν περί θεού και ζαριών μεν, μα και ως ακροατής με ροπή στην παρακαταθήκη των Staple Singers ή του πάστορα T.L. Barrett.
“Kris Kristofferson walks by kicking a can” τραγουδά προς το τέλος του “Frogs”, και κάπως έτσι μπορεί να φτάσεις στην ιστορία του
δισκογραφική παρουσία του group, κατορθώνει να πορεύεται ως λυτρωτική ελεγεία ελέω καλλιγραφικού ύφους, παρά ως ένα σύνολο νεοσύστατων δημιουργημάτων, ως ένα διαλεχτό αποτέλεσμα τραγουδιών με αξιώσεις.Για να είμαστε ξηγημένοι, ο τυπικός κριτικός πήχυς στέκει εν προκειμένω σε τρία σημεία. Στη δισκογραφία του Cave, στα long play που μπορεί να ακούσει κανείς φέτος και στους δίσκους που μπορεί να μετρήσει ως πανάξιους σε όλη του τη ζωή. Ερμηνεύοντας από αυτό το πρίσμα, είτε συμπαθών είτε όχι, είτε
, ως στρίψιμο της βίδας, ή ως γλυκιά υπόμνηση, έχει περάσει τρία τέταρτα της ώρας που ενώ δεν θα αποβούν καθοριστικά, αν μη τι άλλο θα προσφέρουν μια καταπραϋντική οικειότητα. Τουλάχιστον ως υπογράφων, αδυνατώ να ρίξω πια ανάθεμα σε δίσκους που επιτυγχάνουν έστω αυτό, πολλώ δε μάλλον όταν γνωρίζω την αληθινά παρηγορητική επίδραση αυτής της φωνής σε περιπτώσεις χαμένες από χέρι. Επομένως αν πάρουμε τον κανόνα «όποιος αμφιβάλλει πιστεύει, όποιος δεν πιστεύει μένει μεγαλύτερο διάστημα πιστός», στην περίπτωση του Cave δόγματος, ας διατηρούμε τις αμφιβολίες μας για να παραδεχτούμε πως δεν αναζωπυρώθηκε το όποιο ενδιαφέρον στη δισκογραφία του φίλου μας, παρά μονάχα συντηρήθηκε η πίστη μας αυτή καθαυτή.










