Behemoth

Οι Behemoth αποτελούν μία από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις συγκροτήματος που εξελίχθηκε οργανικά μέσα στο extreme metal, χωρίς απότομες ασυνέχειες αλλά με σαφείς, διακριτές φάσεις. Από τα σπάργανά τους στις αρχές της δεκαετίας του ’90 μέχρι τη σημερινή τους θέση στην κορυφή του ακραίου ήχου, η πορεία τους χαρακτηρίζεται από σταθερή εξέλιξη, τόσο όσον αφορά τον ηχητικό, όσο και τον ιδεολογικό προσανατολισμό. Η πορεία τους αυτή , από το παγανιστικό black metal των πρώτων χρόνων έως το μνημειακό, σύγχρονο black/death metal και από τη φυσιολατρεία και τις Βαλτικές παραδόσεις στον βαθύ εσωτερικισμό, τον αντι-Χριστιανισμό και τον θελημικό μυστικισμό, είναι στενά συνδεδεμένη με τη σταδιακή καλλιτεχνική ωρίμανση του Adam “Nergal” Darski. Του βασικού πυρήνα και καλλιτεχνικού/συνθετικού ηγέτη των Behemoth. Ας το πιάσουμε από την αρχή. 

Η πρώτη περίοδος (1991–1997)

Οι Behemoth σχηματίζονται το 1991 στο Γκντανσκ από τον μόλις 14χρονο τότε Νergal. Στα πρώτα τους βήματα, η μπάντα κινείται ξεκάθαρα στον χώρο του παραδοσιακού black metal, σε μια εποχή όπου το είδος εξαπλώνεται εκτός Σκανδιναβίας και αποκτά τοπικές εκδοχές. Είναι εμφανείς οι επιρροές τόσο από Bathory και Celtic Frost, αλλά φυσικά κυρίως από τη νορβηγική σκηνή που εκείνη την περίοδο διαμορφώνει το είδος.

Τα πρώτα demo (Endless Damnation, The Return of the Northern Moon) και σε έναν βαθμό το ντεμπούτο άλμπουμ Sventevith (Storming Near the Baltic) και το προσωπικό αγαπημένο And the Forests Dream Eternally του 1995 είναι ωμές, παγωμένες κυκλοφορίες, ατόφιου, ωμού και lo-fi black metal με έντονη παγανιστική και σλαβική αισθητική κατεύθυνση. Ειδικά το Sventevith, τους τοποθετεί στον χάρτη του ευρωπαϊκού black metal, με τον ψυχρό, επικό χαρακτήρα του και θεματολογία εμπνευσμένη από προχριστιανικές παραδόσεις. Το Grom που ακολουθεί το 1996 κινείται στο ίδιο πλαίσιο, εμπλουτίζοντας τον ήχο με folk μελωδίες και ακόμα πιο έντονη παγανιστική αφήγηση μα με ηχητικές ανισότητες που δεν του επέτρεψαν να απολαύσει την ίδια αναγνώριση.

Από το black στο... black/death (1998–2001)

Η πρώτη ουσιαστική μετατόπιση έρχεται με το Pandemonic Incantations του 1998. Εδώ εμφανίζονται για πρώτη φορά πιο βαριά κιθαριστικά περάσματα, ένα handful από ξεκάθαρα death metal riffs, και μια γενικότερη στροφή προς μεγαλύτερο ηχητικό όγκο. Το black metal υπόβαθρο παραμένει, αλλά πλέον συνυπάρχει με μια πιο επιθετική και πιο... "σωματική" προσέγγιση.

Το Satanica το 1999 παγιώνει αυτή τη μετάβαση. Η μουσική γίνεται πιο συμπαγής, τα blast beats κυριαρχούν, η τεχνικότητα μεγεθύνεται και η φωνητική απόδοση του Nergal αποκτά τον επιβλητικό χαρακτήρα που θα τον ακολουθήσει στη συνέχεια. Εδώ έχουμε και τα πρώτα χαρακτηριστικά singles της μπάντας, με τα "Chant For Eschaton 2000" και "Decade of Therion" να παραμένουν fan-favorites και σε συχνό rotation στις συναυλίες τους μέχρι και σήμερα. 

Το Thelema.6 του 2000 κλείνει κατά κάποιο τρόπο αυτή τη φάση, τουλάχιστον στο ηχητικό της σκέλος, εισάγοντας πιο συστηματικά τον αποκρυφισμό και τη Thelemic φιλοσοφία του Aleister Crowley, τόσο σε θεματικό όσο και σε αισθητικό επίπεδο. Ηχητικά παίρνει όλα τα στοιχεία του Satanica, ενισχύοντας τα με επιπλέον τεχνικότητα.

Η στροφή στο death metal και η διεθνής αναγνώριση (2002–2009)

Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, οι Behemoth κινούνται πλέον ξεκάθαρα σε death metal μονοπάτια, ήδη από το Zos Kia Cultus (Here And Beyond) οι black metal προσλαμβάνουσες έχουν ελαχιστοποιηθεί και παραδίδουν έναν αμιγώς death metal δίσκο.Το Demigod του 2004 αποτελεί καθοριστικό άλμπουμ. Η παραγωγή είναι πλέον πραγματικά στιβαρή, τα riffs βαρύτερα και η προσέγγιση είναι μιας μανιασμένης αλλά απόλυτα τεχνικής επίθεσης. Ο δίσκος αυτός είναι που τους φέρνει στο προσκήνιο της διεθνούς σκηνής και παραμένει ένας από τους πιο μνημειώδεις death metal δίσκους όλων των εποχών.

Το Apostasy δύο χρόνια μετά συνεχίζει στην ίδια κατεύθυνση με ακόμη μεγαλύτερη έμφαση στη λεπτομέρεια αλλά και την τελετουργική ατμόσφαιρα. Παράλληλα, η μπάντα βρίσκεται στο επίκεντρο αντιδράσεων στην Πολωνία λόγω της αντικληρικής της στάσης, με τον Nergal να αντιμετωπίζει δικαστικές διώξεις για βλασφημία. Το Evangelion  το 2009 κλείνει αυτή την περίοδο με έναν ήχο σκοτεινό, πυκνό και απόλυτα ελεγχόμενο. Η συνολική αποτίμηση όσων είχαν χτίσει οι Behemoth μέχρι εκείνη τη στιγμή και ο προσωπικός αγαπημένος δίσκος του γράφοντος. Στο παρελθόν έχω τολμήσει να πω πως είναι ο αγαπημένος μου δίσκος και δεν θα το απαρνηθώ εντελώς. Είναι σίγουρα το πιο βαρύ, τεχνικό και συμπαγές black/death metal άλμπουμ όλων των εποχών.

Ο Θάνατός, η Αναγέννηση και... η γιγάντωση (2010-σήμερα)

Λίγο μετά το Evangelion, ο Nergal διαγιγνώσκεται με λευχαιμία, ένα γεγονός που όπως είναι λογικό οδηγεί τη μπάντα σε παύση και θέτει εν αμφιβόλω τη συνέχειά της. Η επιστροφή του και η επανενεργοποίηση των Behemoth σηματοδοτούν μια νέα φάση, με πολύ διαφορετικό συναισθηματικό βάρος. Ο πρώτος δίσκος μετά τον θρίαμβο του Nergal κόντρα στην επάρατη νόσο, έρχεται το 2014. Το The Satanist αποτυπώνει αυτή την εμπειρία με τρόπο άμεσο και ουσιαστικό. Η μουσική παραμένει ακραία, αλλά εμπλουτίζεται με πολύ έντονη ατμόσφαιρα πιο κοντά στις black metal καταβολές τους, δυναμικές εναλλαγές και ακόμα εντονότερη δραματουργία. Ο πιο προσωπικός δίσκος τους, και για την πλειοψηφία του κόσμου το magnum opus τους. Σύμφωνα με το Loudwire, ο καλύτερος metal δίσκος των 2010s, κάτι που προσυπογράφω και με τα δύο χέρια.

Με το I Loved You at Your Darkest το 2018 διευρύνουν συνειδητά το εκφραστικό τους πεδίο και περνούν πλέον σε μία νέα φάση. Ενσωματώνουν gothic στοιχεία, ακόμα περισσότερες χορωδιακές ενορχηστρώσεις και μια πιο "καθαρή" αισθητική. Αναμενόμενες οι αντιδράσεις από μεγάλη μερίδα του κοινού, όμως παραμένει ένας καταπληκτικός δίσκος.

Το Opvs Contra Natvram από την άλλη στα σημεία σηματοδοτεί μια επιστροφή στη συμπύκνωση και την επιθετικότητα και μία πρόθεση παλινόρθωσης του blackened death metal πυρήνα τους σε έναν πολύ ώριμο δίσκο που όμως δεν υπολείπονταν ανισοτήτων. Τέλος φυσικά, η πιο πρόσφατη και ίσως η πιο αμφιλεγόμενη κυκλοφορία τους, το The Shit Ov God είναι η απόλυτη κλιμάκωση αυτής της περιόδου. Εδώ οι Behemoth υιοθετούν έναν ακόμα πιο άμεσο, επιθετικό και προκλητικό λόγο, τόσο μουσικά όσο και θεματικά. Ο δίσκος απορρίπτει κάθε διάθεση εξωραϊσμού και επανέρχεται σε μια ωμή, συγκρουσιακή διάθεση. Οι συνθέσεις είναι πιο γεμάτες, πιο ακραίες και η παραγωγή είναι η καλύτερη στην post-Satanist περίοδό τους. Προσωπικά ένας δίσκος που λάτρεψα, και ανέλυσα περισσότερο εδώ.

Κοιτάζοντας συνολικά την πορεία των Behemoth, γίνεται σαφές ότι πρόκειται για ένα συγκρότημα που αντιμετώπισε κάθε φάση της διαδρομής του ως αναγκαίο στάδιο εξέλιξης. Δεν αναζήτησαν ποτέ την ασφαλή συνταγή. Όσο ο Nergal συνεχίζει να εξελίσσεται, είτε μας αρέσει είτε όχι αυτή η εξέλιξη, η μουσική των Behemoth εξελίσσεται μαζί του. Είναι ένα φαινόμενο που συμπυκνώνει την ιστορία της ανατολικοευρωπαϊκής black/death metal σκηνής. Την ιδεολογική σύγκρουση με τον χριστιανισμό, την αισθητική του αποκρυφισμού και μια διαρκή μουσική εξέλιξη που τους οδήγησε από τα παγωμένα δάση και το pagan black metal σε headliners των μεγαλύτερων μέταλ φεστιβάλ του κόσμου.

 

Αν κάτι έμεινε σταθερό όμως ανά τα χρόνια, και όσο πάει γιγαντώνεται μαζί τους, είναι η έμφαση στις ζωντανές εμφανίσεις. Οι Behemoth είναι μια μπάντα που κάθε φορά παρουσιάζει μια ολοκληρωμένη τελετουργική εμπειρία, επιβλητική τόσο ηχητικά όσο και ατμοσφαιρικά. Το βλέπουν ως ισότιμο κομμάτι της καλλιτεχνικής τους ταυτότητας, και είναι κάτι που σέβομαι απεριόριστα. Όσα έχουν να πουν θα τα πουν πάνω στη σκηνή, εκεί όπου εξακολουθούν να αποδεικνύουν γιατί παραμένουν η ίσως μεγαλύτερη μπάντα του σύγχρονου extreme metal. Στις 8 Φεβρουαρίου στο Floyd, οι Behemoth θα φέρουν τις βλάσφημες λεγεώνες τους για μία μοναδική συναυλιακή εμπειρία. Μαζί τους θα εμφανιστούν οι Nidhogg, μια νεοσύστατη και πολλά υποσχόμενη black/death μπάντα επίσης από την Πολωνία.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured