Discovery

Ήταν η αρχή της χιλιετίας και το ντουέτο των Γάλλων Thomas Bangalter και Guy-Manuel de Homem-Christo είχε ήδη κάνει αισθητή την παρουσία του στην παγκόσμια μουσική σκηνή με το ντεμπούτο Homework (1997), ένα άλμπουμ που έθεσε τις βάσεις της γαλλικής house κουλτούρας μέσω ενός ωμού, club-oriented ήχου, στον οποίο κυριαρχούσαν οι ρυθμικές δομές και οι περίτεχνες ηχητικές υφές. Τότε, στα τέλη των 90s η ηλεκτρονική μουσική είχε ήδη κατακτήσει τα clubs, αλλά όχι απαραίτητα την pop κουλτούρα.  Στον κόσμο της ηλεκτρονικής μουσικής οι κανόνες του παιχνιδιού είχαν μόλις αρχίσει να κλειδώνουν γύρω από στυλιστικές προδιαγραφές που ήθελαν το dance ιδίωμα  να υπηρετεί αποκλειστικά το dancefloor και μια καλογυαλισμένη αισθητική, ενώ τα όρια ανάμεσα στη pop, τη disco και την ηλεκτρονική μουσική παρέμεναν ακόμη σαφώς διαχωρισμένα. Η κυκλοφορία του άλμπουμ Discovery, όμως, το 2001 έμελε να σπάσει αυτές τις στεγανές διαχωριστικές γραμμές, συνδυάζοντας mainstream στοιχεία με ένα μεγάλο εύρος επιρροών που ξεπερνούσε την συνηθισμένη προσέγγιση της ηλεκτρονικής μουσικής, ενσωματώνοντας την αφηγηματικότητα και μια πολυεπίπεδη αισθητική σε ένα ενιαίο μουσικό σύμπαν.

Οι Bangalter και de Homem-Christo γνώριζαν ο ένας τον άλλον από την παιδική τους ηλικία στο Παρίσι και, μετά τις πρώτες τους κοινές –αποτυχημένες- προσπάθειες με την indie rock μπάντα Darlin’ που δημιούργησαν μαζί με τον Laurent Brancowitz, στράφηκαν στην ηλεκτρονική παραγωγή στα μέσα των ‘90s, εμπνεόμενοι από την αμερικάνικη σκηνή του Chicago house και του Detroit techno. Ως Daft Punk κέρδισαν όμως γρήγορα την προσοχή, καθιερώνοντας μια προσέγγιση που ήταν ταυτόχρονα χορευτική και πειραματική, με tracks όπως τα "Da Funk" και "Around the World" να βασίζονται σε επαναλαμβανόμενα grooves και λεπτομερή layering ήχων. Βέβαια, δεν έγιναν διάσημοι μόνο για τη μουσική τους αλλά και για την απόφαση να εμφανίζονται δημόσια ως ρομπότ. Από το 1999 και μετά, οι Bangalter και de Homem-Christo σπάνια εμφανίζονταν χωρίς τα χαρακτηριστικά μεταλλικά κράνη τους, χτίζοντας μια μυθολογία γύρω από την ανωνυμία και την τεχνητή ταυτότητα. Οι δικές τους εξιστορήσεις έλεγαν ότι ένα “studio accident” τους μετέτρεψε σε androids, πράγμα που φυσικά ήταν ένα καλοστημένο, και μάλλον ιδιοφυές, καλλιτεχνικό concept που σχεδόν προδιέγραψε τον σημερινό κόσμο, όπου η curated ψηφιακή ταυτότητα υπερβαίνει την προσωπική εμφάνιση.

Anime, disco & storylines

Μετά την μεγάλη απήχηση του Homework, οι Daft Punk πέρασαν τα επόμενα χρόνια μεταξύ περιοδειών και δημιουργίας νέας μουσικής, δουλεύοντας πάνω στο concept που αργότερα θα γινόταν το Discovery, ένα έργο που σήμανε την πρώτη θεμελιώδη αλλαγή στην καλλιτεχνική τους κατεύθυνση. Καθ’ όλη την περίοδο μεταξύ1998–2000, οι δύο παραγωγοί επέλεξαν να ηχογραφούν κυρίως στο home studio του Bangalter, πειραματιζόμενοι με πιο μελωδικές φόρμες, παραμορφωμένα φωνητικά και συνθέσεις που υπερβαίνουν την καθαρά club αισθητική. Σε αυτό το πλαίσιο, συνεργάστηκαν με καλλιτέχνες όπως ο αμερικανός dj και παραγωγός Romanthony στο "One More Time" και ο garage house παραγωγός Todd Edwards στο "Face To Face", ενσωματώνοντας διαφορετικά ύφη και τεχνικές που εμπλούτισαν την ποικιλία του δίσκου.

Η παραγωγή του Discovery συνδύασε sampling από disco, funk και synthpop με πρωτότυπα ηλεκτρονικά στοιχεία, ενώ η χρήση vintage synthesizers όπως Roland Juno-106, Minimoog και ARP Odyssey έδωσε στον δίσκο τον ζωντανό του χαρακτήρα. Η διαδικασία δεν περιορίστηκε όμως στην απλή αναπαραγωγή προυπάρχοντος υλικού, μιας και οι Daft Punk επεξεργάστηκαν ένα ογκώδη αριθμό από samples, αλλάζοντας pitch, τεντώνοντας και "πειράζοντας" το χρόνο, και χτίζοντας πολλαπλά επίπεδα σε μια συνεκτική ηχητική αφήγηση. Τα vocoder φωνητικά και η επεξεργασία με auto-tune, όπως στο "One More Time" μετέτρεψαν την τεχνολογία σε συναισθηματικό εργαλείο, δημιουργώντας έναν ήχο που είναι ηλεκτρονικός αλλά ταυτόχρονα έχει ένα παλμό ανθρώπινο. Το "Aerodynamic" ενσωμάτωσε κιθαριστικά riffs rock μέσα σε ένα πυκνό synth πλέγμα, ενώ το "Digital Love" παρουσίασε την παιδική νοσταλγία μέσα από επεξεργασμένα φωνητικά samples, ισορροπώντας ανάμεσα στο σάρκινο και το μηχανικό. Επίσης, το sampling δεν περιορίστηκε στην αναπαραγωγή ήχων από το παρελθόν αλλά συμπεριλήφθηκαν και πολλά «fake samples», με νέα στοιχεία επεξεργασμένα έτσι ώστε να ακούγονται σαν να προέρχονται από παλιά βινύλια, δημιουργώντας την αίσθηση μουσικού ταξιδιού στον χρόνο.

Ο ίδιος ο τίτλος, Discovery, λειτουργεί τόσο κυριολεκτικά, όσο και συμβολικά. Μέσα από αυτόν οι Daft Punk ανακάλυψαν ξανά, όπως οι ίδιοι έχουν πει, τη χαρά της μουσικής μέσα από τα παιδικά τους ακούσματα της δεκαετίας 1975–1985, χωρίς όμως να επιδιώκουν να φτιάξουν ένα tribute δίσκο, αλλά να ανασυνθέσουν τις ίδιες τις αναμνήσεις τους. Αυτό που κατάφεραν, τελικά, ήταν να σπάσουν τα στεγανά των ειδών, μπλέκοντας disco, house, electro, pop, rock και ακόμη και ίχνη από metal, όλα αναμειγμένα σε ένα πολυεπίπεδο μουσικό αφήγημα, το οποίο ακόμη και σήμερα ακούγεται ευχάριστα, ακούγεται φωτεινό και διατηρεί την ομορφιά του χωρίς να γίνεται στιγμή βαρετό.

Ακόμη περισσότερο, πέρα από τις καινοτομίες σε επίπεδο παραγωγής, το Discovery προέβλεψε την πορεία της μουσικής και της ψηφιακής κουλτούρας των επόμενων δεκαετιών, καθώς έδειξε πώς η ηλεκτρονική μουσική μπορεί να εισχωρήσει στο mainstream χωρίς να χάσει την πειραματική της ουσία. Η σύνδεση των κομματιών με το Interstella 5555, μια anime ταινία επιβλεπόμενη από τους Daft Punk και τον Leiji Matsumoto, παραγωγή της Toei Animation, όπου ακολουθεί την απαγωγή μιας μπάντας εξωγήινων μουσικών και την αναγκαστική μετατροπή τους σε ανθρώπινους pop stars, προέβλεψε την εποχή του YouTube και των visual albums και έκανε ένα ηχηρό statement για την εμπορευματοποίηση της τέχνης.

Βέβαια, όταν κυκλοφόρησε το Discovery το 2001, η υποδοχή από τους κριτικούς ήταν μάλλον ψυχρή, καθώς πολλοί δεν μπορούσαν να συμφιλιωθούν με την απότομη στροφή από το ωμό, club-oriented house του Homework σε ένα άλμπουμ που συνδύαζε pop συνθέσεις, φωνητικά επεξεργασμένα με vocoder και auto-tune. Κάποιοι το θεώρησαν υπερβολικά «παιδικό» λόγω των επαναλαμβανόμενων, απλών στίχων, άλλοι έγραψαν ότι οι Daft Punk έπαιξαν σε ασφαλές τερέν αντί να πιέσουν την ηλεκτρονική μουσική στα όριά της, και η συνολική σύνδεση με το anime Interstella 5555 προκάλεσε σύγχυση καθώς η μουσική ήταν πλέον ταυτόχρονα ακουστική και οπτική εμπειρία. Ωστόσο, ο χρόνος λειτούργησε πλήρως υπέρ τους, καθώς το Discovery αναγνωρίστηκε ως προφητικό, δημιουργώντας ένα νέο πρότυπο για visual albums, mash-ups ειδών, crossover φωνητικών και πολυεπίπεδη παραγωγή, εδραιώνοντας τη θέση των Daft Punk ως δημιουργών ενός πολυσχιδούς, διαχρονικού ήχου που συνέδεε αισθητική, αφήγηση και συναίσθημα με τρόπο πρωτοποριακό για την εποχή.

Κι έτσι, η παρακαταθήκη του Discovery εκτείνεται πέρα από την εποχή της κυκλοφορίας του. Κομμάτια όπως το "Veridis Quo" χρησιμοποιήθηκαν σε παγκόσμιες διαφημιστικές καμπάνιες με πιο πρόσφατη αυτή του αρώματος Chanel N°5 σε σκηνοθεσία του Luca Guadagnino (Call me by your name, Suspiria) και με πρωταγωνιστές το πολυσυζητημένο κινηματογραφικό ζεύγος Margot Robbie και Jacob Elordi.Το σημαντικότερο, τα κομμάτια του άλμπουμ συνεχίζουν να επηρεάζουν DJs, να ακούγονται δυνατά στα πάρτυ ανά τον κόσμο, και να διδάσκουν τεχνικές παραγωγής και να εμπνέουν καλλιτέχνες όπως οι Justice, Madeon, CHVRCHES και M83. Τελικά, η συνολική προσφορά του Discovery δεν αφορά μόνο στην επανεξέταση των ορίων της ηλεκτρονικής μουσικής στην αλλαγή του αιώνα, αλλά γενικότερα στον πολυμεσικό τρόπο με τον οποίο συνδύασε επιρροές, δομές, καινοτομίες και πολιτιστικά στοιχεία σε ένα έργο διαχρονικό, επίκαιρο και τεχνικά αριστουργηματικό.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured