Sly Dunbar

Όλοι μας, λίγο ή πολύ ξέρουμε πως η reggae είναι η λαϊκή μουσική της Τζαμάικα. Αναπτύχθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’60, μετά τον αντίκτυπο του ska και του rocksteady, και έγινε γνωστή στο ευρύ κοινό χάρη στον αείμνηστο Bob Marley. Το ska, ένα ιδιαίτερα γρήγορο και εκρηκτικό στυλ, εξέφρασε την αρχική ευφορία των κατοίκων του νησιού μετά την απελευθέρωση από τον αγγλικό αποικιοκρατισμό στα τέλη της δεκαετίας του ’50, ενώ αντίθετα, το rocksteady και η reggae επιβραδύνουν τον χρόνο, κάνοντας τα beats πιο χαλαρά και πιο γειωμένα. Μερικοί από τους πιο σημαντικούς ντράμερ του είδους που έχουν γράψει μια μεγάλη ιστορία στα beats της Τζαμάικα είναι ο Winston Grennan, ο Carlton Barrett των Wailers, ο Lloyd Knibb, νονός του ska με το συγκρότημά του, τους Skatalites και ο Sly Dunbar, o oποίος έφυγε χθες για ένα μακρινό ταξιδι να συναντήσει τους συνοδοιπόρους του στους ουρανούς.

Ο Sly Dunbar, ο εμβληματικός ντράμερ και παραγωγός της reggae και του dancehall, γνωστός παγκοσμίως ως το ένα από τα δύο μισά του θρυλικού ντουέτου Sly and Robbie, έφυγε χθες από τη ζωή σε ηλικία 73 ετών. Ο Dunbar υπήρξε από τους ανθρώπους που καθόρισαν τον ήχο της roots reggae και του dancehall, αφήνοντας ανεξίτηλο αποτύπωμα σε δεκαετίες ηχογραφήσεων και συνεργασιών. Δούλεψε με καλλιτέχνες που διαμόρφωσαν τη σύγχρονη μουσική ιστορία, από τους Rolling Stones και τον Bob Dylan μέχρι τη Grace Jones.

Η σύζυγός του, Thelma, δήλωσε στην τζαμαϊκανή εφημερίδα Gleaner ότι τον βρήκε αναίσθητο το πρωί της Δευτέρας, με τους γιατρούς να διαπιστώνουν αργότερα τον θάνατό του. Πηγές κοντά στον Dunbar επιβεβαίωσαν την είδηση και ανέφεραν πως αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας τους τελευταίους μήνες.

Μεταξύ όσων απέτισαν φόρο τιμής ήταν και ο Βρετανός DJ της dub και reggae David Rodigan, ο οποίος τον χαρακτήρισε «αληθινό είδωλο… έναν από τους σπουδαιότερους ντράμερ όλων των εποχών, που έπαιξε κυριολεκτικά σε χιλιάδες ηχογραφήσεις». Αυτές οι χιλιάδες ηχογραφήσεις του εκτείνονται σε πολλές δεκαετίες και περιλαμβάνουν μια εντυπωσιακή γκάμα ονομάτων: από κορυφαίους εκπροσώπους της reggae όπως οι Black Uhuru, Bunny Wailer και Chaka Demus & Pliers, μέχρι καλλιτέχνες της παγκόσμιας ποπ σκηνής, όπως ο Mick Jagger, η Grace Jones, οι No Doubt και ο Serge Gainsbourg. Ο Sly Dunbar ήταν ένας αρχιτέκτονας ρυθμών, ένας δημιουργός που ένωσε την Τζαμάικα με τον υπόλοιπο κόσμο, αφήνοντας πίσω του μια κληρονομιά που θα συνεχίσει να πάλλεται σε κάθε beat reggae και πέρα από αυτήν.

To μεγαλύτερο επίτευγμα του Sly Dunbar ήταν να φέρει τον "Rockers" ρυθμό στη reggae, ένα ρυθμικό ιδίωμα που αποκτά ιδιαίτερη σημασία προς τα μέσα της δεκαετίας του ’70, κυρίως χάρη στη δουλειά στο στούντιο του Sly Dunbar στα τύμπανα και του Robbie Shakespeare στο μπάσο. Από αυτούς τους δύο η επιρροή της rock μουσικής έφτασε και στη reggae. Το Rockers beat μοιάζει έντονα με τον κλασικό ρυθμό του rock 'n' roll, αλλά με τη χαρακτηριστική μετατόπιση της έμφασης στο «levare» (το off-beat), σε απόλυτο συγχρονισμό με τα χτυπήματα της κιθάρας.

Γεννημένος ως Lowell Fillmore Dunbar στο Κίνγκστον της Τζαμάικα, ο Sly ξεκίνησε να παίζει με τον ρυθμό εκεί όπου τελειώνει η παιδική ανυπομονησία και αρχίζει το ένστικτο: πάνω στο θρανίο του σχολείου ή σε τενεκεδάκια που αντηχούσαν σαν αυτοσχέδια τύμπανα. Πριν καλά καλά προλάβει να ενηλικιωθεί, ένωσε τη μοίρα του με τον μπασίστα Robbie Shakespeare – που έφυγε από τη ζωή το 2021 – και μαζί σχημάτισαν τη ρυθμική ραχοκοκαλιά των Revolutionaries (γνωστών και ως Aggrovators). Ήταν μια μπάντα-σκιά και ταυτόχρονα τόσο φωτεινή: στήριξαν αμέτρητους καλλιτέχνες της τζαμαϊκανής reggae και, παράλληλα, άφησαν το δικό τους αποτύπωμα στον ήχο της δεκαετίας.

Ο επίμονος, κυματιστός "rockers" ρυθμός του Dunbar – εκείνο το shuffle που μοιάζει να περπατά και να αιωρείται ταυτόχρονα – έκανε νωρίς την εμφάνισή του στο "Double Barrel" των Dave & Ansell Collins, ένα κομμάτι που έφτασε στο Νο 1 της Αγγλίας το 1971 και σηματοδότησε την πρώτη του παρουσία σε δίσκο. Από εκεί και πέρα, αυτός ο ρυθμός έγινε θεμέλιο: πάνω του χτίστηκαν ολόκληρα τοπία της roots reggae, σαν δρόμοι που οδηγούν πάντα πίσω στην ίδια καρδιά.

Η περιοδεία του 1978 με τους Rolling Stones άναψε μια άλλη σπίθα. Ο ήχος σκλήρυνε, γέμισε ενέργεια, και αυτό φάνηκε σε δίσκους καλλιτεχνών όπως οι Black Uhuru. Στα τέλη των 70s, ο Dunbar και ο Shakespeare είχαν ήδη κερδίσει αρκετά ώστε να ιδρύσουν το δικό τους label, το Taxi Records. Από εκεί, όχι μόνο κυκλοφόρησαν μια σταθερή ροή άλμπουμ ως ντουέτο, αλλά άρχισαν να προσελκύουν βλέμματα και προσκλήσεις από πολύ πέρα από την Τζαμάικα.

Στις αρχές των ’80s έβαλαν τον ρυθμό τους σε μια εμβληματική τριλογία της Grace Jones (Warm Leatherette, Nightclubbing, Living My Life), αλλά και σε τέσσερα άλμπουμ του Serge Gainsbourg, όταν εκείνος στράφηκε με περιέργεια και πάθος προς τη reggae. Δούλεψαν επίσης σε δύο άλμπουμ του Bob Dylan, τα Infidels και Empire Burlesque — με τον Dunbar να περιγράφει το πρώτο ως «ένα από τα πιο cool sessions που έχουμε κάνει ποτέ».

Συνόδευσαν τον Ian Dury – ακόμη και στο αιχμηρό "Spasticus Autisticus" – όπως και τον Joe Cocker και τον Jimmy Cliff. Ο δεσμός με τους Stones κράτησε: ο Dunbar έπαιξε κρουστά στο Undercover και τύμπανα στο σόλο άλμπουμ του Mick Jagger, She’s the Boss.

Στις αρχές των ’90s, εκείνος και ο Shakespeare άνοιξαν ένα φωτεινό, μελωδικό μονοπάτι στο dancehall με τους Chaka Demus & Pliers, χαρίζοντας επιτυχίες όπως τα "Tease Me" και "Murder She Wrote". Αργότερα, ο ρυθμός του Dunbar ακούστηκε στο The Score των Fugees, σε διασκευές των Simply Red και του Suggs, αλλά και σε δύο μεγάλες επιτυχίες των No Doubt: "Underneath It All" και "Hey Baby". Το 2014, έπαιξε και συνυπέγραψε το "Cheerleader", το τραγούδι που έκανε τον Omi παγκόσμιο όνομα.

Ο Sly Dunbar έφτασε να είναι 13 φορές υποψήφιος για Grammy, κερδίζοντας δύο. Μα πέρα από τα βραβεία, άφησε κάτι πιο άπιαστο: έναν ρυθμό που συνεχίζει να ανασαίνει.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured