David Bowie

Πάντα μου ήταν κάπως δύσκολο να εξηγήσω με λόγια στους ανθρώπους τη σχέση μου με το έργο του David Bowie. Δεν είναι μόνο το "Absolute Beginners", μια από τις πιο όμορφες εκδηλώσεις αγάπης που γράφτηκαν ποτέ (αν με ρωτάς), δεν είναι μόνο η συγκλονιστική έναρξη "This ain't rock 'n' roll, this is genocide" στο θρυλικό άλμπουμ Diamond Dogs, δεν είναι οι κινηματογραφικές του εμφανίσεις ούτε το cameo στο Twin Peaks: Fire Walk with Me, ούτε οι στυλιστικές επιλογές του, ούτε καν ο μύθος γύρω από το όνομα. Είναι ο τρόπος με τον οποίο ο David Jones έπλαθε και μετέβαλλε ξανά και ξανά τον εαυτό του, αναζητώντας, ανακαλύπτοντας και επιβιώνοντας με πρωτοφανή ευφυΐα σε έναν κόσμο προορισμένο και ολοένα κατευθυνόμενο στη μαζική κατανάλωση.

Αυτό που με γοήτευε πάντα στον Bowie συνδέεται με μια βαθύτερη κατανόηση της καλλιτεχνικής του πρακτικής, η οποία υπερέβαινε τις απλές κατηγοριοποιήσεις και αντιστεκόταν πεισματικά σε κάθε απόπειρα εύκολου ορισμού. Η συνηθισμένη διατύπωση ότι ο Bowie υπήρξε μπροστά από την εποχή του επανέρχεται συχνά, σχεδόν αυτόματα και αναπαράγεται σε βιογραφίες, ντοκιμαντέρ και επετειακά κείμενα, χωρίς όμως να αποδίδει πραγματικά το εύρος της παρουσίας του.

Όχι. Ο Bowie δεν ήταν ahead of his time. Ήταν, κυρίως, πέρα από το χρόνο.

Ας τα πιάσουμε όμως από την αρχή. Στις αρχές των ‘70s, η χρυσή εποχή του flower power καταρρέει. Η αθωότητα δίνει τη θέση της στον κυνισμό και η συλλογικότητα μετατρέπεται σε λατρεία των προσώπων. Η τηλεόραση εισβάλλει δυναμικά στη ροκ πραγματικότητα και ξαφνικά η μουσική δεν αρκεί, χρειάζεσαι εικόνα για να υπάρξεις. Στον κόσμο του rock, το hard μετατρέπεται σε οπτικό θέαμα με make-up, ψηλοτάκουνα και κοστούμια που γυαλίζουν στο φως. Το σοκ δεν προκύπτει πια αποκλειστικά από τον ήχο, αλλά από το σώμα και τον τρόπο με τον οποίο αυτό εκτίθεται δημόσια.

Μέσα σε αυτό το μεταβαλλόμενο περιβάλλον εμφανίζεται ο David Bowie, ο οποίος κατανοεί νωρίς ότι η εικόνα δεν αποτελεί απλώς συμπλήρωμα της μουσικής, αλλά μια αυτόνομη γλώσσα μέσω της οποίας μπορεί να επαναπροσδιορίσει ολόκληρη τη ροκ κουλτούρα. Όταν μιλάμε για τον Bowie και το φύλο, οι περισσότεροι σκέφτονται συγκεκριμένες εικόνες, όπως το γυναικείο φόρεμα στο εξώφυλλο του The Man Who Sold the World, το έντονο πορτοκαλί μαλλί και το make-up της περιόδου του Ziggy Stardust, καθώς και τα ανδρόγυνα κοστούμια. Οι εικόνες αυτές υπήρξαν πράγματι καθοριστικές, ωστόσο η σχέση του Bowie με το φύλο δεν περιορίστηκε ποτέ σε ένα απλό αισθητικό σοκ που εξαντλήθηκε στη δεκαετία του 1970, αλλά εξελίχθηκε σε μια συνολική καλλιτεχνική στρατηγική, η οποία διέτρεξε ολόκληρη τη δισκογραφία του και μετασχηματιζόταν διαρκώς. Για εκείνον, ο «άντρας ροκ σταρ» υπήρξε εξαρχής ένας ρόλος προς ανακατασκευή. Δεν επιδίωξε να αποκαλύψει ποιος πραγματικά ήταν, αλλά να δείξει πόσους διαφορετικούς εαυτούς μπορούσε να επινοήσει.

Το άλμπουμ The Man Who Sold the World αποτελεί ιδανικό σημείο εκκίνησης. Το ίδιο το τραγούδι μιλά για μια συνάντηση με έναν μυστηριώδη σωσία, μια φιγούρα ούτε απολύτως οικεία ούτε εντελώς ξένη. Στο εξώφυλλο του δίσκου ο Bowie εμφανίζεται ξαπλωμένος με γυναικείο φόρεμα, σε μια στάση προκλητικά «θηλυκή». Η κίνηση αυτή δεν συνιστά απλώς μια δήλωση queer ταυτότητας, αλλά μια θεατρική χειρονομία που επιχειρεί να αποσυνδέσει την αρρενωπότητα από τα υποχρεωτικά της σύμβολα. 

Το 1972 γεννιέται ο Ziggy Stardust και μαζί του ένας από τους πιο εμβληματικούς χαρακτήρες στην ιστορία του ροκ. Επηρεασμένος από τον κόσμο του Andy Warhol, το θεατρικό Pork, την εκκεντρική Jayne County και την proto-punk σκηνή της Νέας Υόρκης, ο Bowie, στα "Starman", "Moonage Daydream" και "Lady Stardust", επιτελεί μια περσόνα που κινείται διαρκώς στα όρια, εμφανιζόμενη άλλοτε ως εύθραυστος νέος και άλλοτε ως σεξουαλικά απροσδιόριστος εξωγήινος μεσσίας. Ο Ziggy υπάρχει ταυτόχρονα ως άντρας, γυναίκα και κάτι εντελώς άλλο.

Η αμφισβήτηση κορυφώνεται στο κονσεπτικό άλμπουμ Diamond Dogs με το "Rebel Rebel", όπου το υποκείμενο των στίχων είναι ένα πλάσμα (εμπνευσμένο από το Οργουελικό λογοτεχνικό αριστούργημα 1984) για το οποίο ο περίγυρος αναφωνεί “not sure if you’re a boy or a girl”. Ο Bowie μετατρέπει το δίλημμα σε ρεφρέν, σε ένα χορευτικό σύνθημα που επαναλαμβάνεται δημόσια και χωρίς ντροπή. Αντίστοιχα λειτουργεί και το single "John, I’m Only Dancing", ένα τραγούδι στο οποίο η ανδρική επιθυμία διαπραγματεύεται υπαινικτικά, χωρίς να σταθεροποιείται σε κάποιον συγκεκριμένο σεξουαλικό αυτοπροσδιορισμό. Αυτό που ακούμε είναι ένας άντρας που υποδύεται τον ρόλο του άντρα, και ακριβώς μέσα από αυτή τη συνειδητή επιτέλεση μπορεί να τον αποδομήσει.

Το "Boys Keep Swinging" του 1979 αποτελεί ίσως τη σαφέστερη στιγμή κατά την οποία ο Bowie καθιστά ορατή την ίδια την κατασκευή της αρρενωπότητας. Στο βιντεοκλίπ εμφανίζεται σε πολλαπλές drag εκδοχές, τραγουδώντας για τα προνόμια του να είσαι αγόρι, με μια ειρωνεία που γίνεται ακόμη πιο έντονη από το γεγονός ότι, για να μιλήσει για τον «άντρα», χρειάζεται να ντυθεί γυναίκα.

Με τη μετάβαση στη δεκαετία του 1980, ο Bowie μεταφέρει το παιχνίδι των μεταμορφώσεων από τη μουσική σκηνή στη σκηνή των media, κατανοώντας μέσα από τραγούδια όπως -την αποκαθήλωση του Major Tom- "Ashes to Ashes" και το "Fashion" ότι η ταυτότητα παράγεται πλέον μέσα από τηλεοπτικά καρέ, φωτογραφίσεις και δημόσιες εικόνες. Τα κομμάτια αυτά δεν βασίζονται σε αφηγηματικούς ήρωες όπως ο Ziggy, αλλά σε πόζες και αισθητικές επιτελέσεις, μέσα σε ένα περιβάλλον όπου ο ροκ σταρ οφείλει να υπάρχει οπτικά για να επιβιώσει. Ο Bowie αντιλαμβάνεται ότι ο σύγχρονος άντρας συγκροτείται πρωτίστως ως εικόνα και μετατρέπει τον εαυτό του σε καθρέφτη των νέων μηχανισμών παραγωγής φύλου.

Η λιγότερο συζητημένη διαδρομή του ξεκινά ουσιαστικά τη δεκαετία του 1990, όταν απομακρύνεται από το glam παρελθόν του και στρέφεται σε σκοτεινά ηλεκτρονικά και εννοιολογικά τοπία. Δίσκοι όπως το Outside, το Earthling, αλλά και αργότερα το Heathen και το Reality, αποκαλύπτουν έναν καλλιτέχνη που δεν ενδιαφέρεται να συντηρήσει τον μύθο του, αλλά να τον επαναπροσδιορίσει. Στο "The Hearts Filthy Lesson" το φύλο παύει να λειτουργεί ως ανδρόγυνο σύμβολο και μετατρέπεται σε μετα-ανθρώπινη φωνή, βυθισμένη σε έναν κόσμο βίας, παρακμής και τεχνητών σωμάτων.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και το "Strangers When We Meet", όπου η επιθυμία παρουσιάζεται ως απροσδιόριστη συνθήκη, αποκομμένη από σταθερούς ρόλους και ταυτότητες. Η έλλειψη σαφούς πληροφορίας γύρω από το ποιος ποθεί ποιον καθιστά το τραγούδι έμφυλα ενδιαφέρον, καθώς ο Bowie επιμένει να αφήνει το σώμα και τη φωνή του ανοιχτά σε πολλαπλές αναγνώσεις.

Το Earthling του 1997 μετατρέπει τον Bowie σε cyborg, και στο "Little Wonder", μέσα από drum’n’ bass ρυθμούς, επιτελεί μια απολύτως τεχνολογική ταυτότητα. Την ίδια περίοδο, το "I’m Afraid of Americans" παρουσιάζει έναν Bowie που ενσαρκώνει τον λευκό δυτικό άντρα της παγκοσμιοποίησης, φοβισμένο και παρανοϊκό, περικυκλωμένο από πολιτισμικές και εθνικές επιταγές. Εδώ η έμφυλη διάσταση διασταυρώνεται άμεσα με την πολιτική, καθώς η επιτέλεση αφορά πλέον τους μηχανισμούς δύναμης που καθορίζουν ποιος μπορεί να υπάρξει και με ποιον τρόπο.

Στα 00s, ο Bowie συνεχίζει να επεξεργάζεται το φύλο κυρίως μέσα από συναισθηματικούς ρόλους. Το "I Would Be Your Slave" από το άλμπουμ Heathen αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα, με έναν άντρα να τραγουδά για υποταγή και εξάρτηση, ενσωματώνοντας την ευαλωτότητα στη σκηνική του παρουσία. Η ρευστότητα του φύλου μετατρέπεται σε ρευστότητα θέσεων μέσα στις σχέσεις, υπογραμμίζοντας ότι το gender δεν αφορά μόνο την εμφάνιση, αλλά και τη συναισθηματική τοποθέτηση. Παράλληλα, τραγούδια όπως το "Thursday’s Child" και το "New Killer Star" φέρνουν στο προσκήνιο την ηλικία ως έμφυλη διάσταση, θέτοντας το ερώτημα του πώς επιτελείται η αρρενωπότητα όταν το σώμα παύει να είναι νέο.

Η συνεργασία του με την Tilda Swinton στο βιντεοκλίπ "The Stars Are Out Tonight" από το άλμπουμ The Next Day του 2013 σηματοδοτεί μια ακόμη επιστροφή στη βασική του μέθοδο, καθώς δύο εμβληματικά ανδρόγυνα σώματα ανταλλάσσουν ρόλους, αναδεικνύοντας την πλήρη ρευστότητα των έμφυλων συμβόλων. Η θεατρικότητα παραμένει, αλλά μετασχηματίζεται σε ένα πιο ώριμο και εννοιολογικό παιχνίδι με τη διασημότητα και την εικόνα.

Το συγκλονιστικό κύκνιο άσμα του Blackstar του 2016 λειτουργεί ως η τελευταία και πιο βαθιά επιτέλεση του σώματος, μέσα από την οποία ο Bowie ενσαρκώνει τον ίδιο του τον εαυτό που φθείρεται. Το φύλο και η ταυτότητα υποχωρούν μπροστά σ' αυτή τη φθορά, χωρίς να εξαφανίζονται, και μετατρέπουν το σώμα σε σύμβολο σε πραγματικό χρόνο. Με αυτή την τελική χειρονομία, ο Bowie επιβεβαιώνει ότι ο εαυτός του υπήρξε πάντα μια σκηνή πάνω στην οποία δοκίμαζε πρόσωπα, αφηγήσεις και ιδεολογίες, παραμένοντας συνεπής στην καλλιτεχνική του πρακτική μέχρι το τέλος.

Αν κάτι ενώνει όλες αυτές τις φαινομενικά ασύνδετες περιόδους, είναι η σταθερή άρνηση του Bowie να αντιμετωπίσει το φύλο ως μια φυσική και αμετάβλητη ταυτότητα. Είτε χρησιμοποιούσε κραγιόν και ψηλοτάκουνα, είτε υιοθετούσε τα κοστούμια της τηλεοπτικής εποχής, είτε βυθιζόταν σε ηλεκτρονικά samples και σκοτεινές αφηγήσεις, επέμενε να δείχνει ότι η ταυτότητα συγκροτείται μέσα από ιδεολογίες και πρακτικές που μπορούν να μετατραπούν σε καλλιτεχνικό υλικό. Με αυτή τη μέθοδο κατάφερε να υπάρξει ως ένας δημιουργός εκτός χρόνου, που συνεχίζει να εμπνέει νέες αναγνώσεις γύρω από τη μουσική, το φύλο και την ίδια την έννοια της καλλιτεχνικής επινόησης.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured