Φωτογραφίες: Αίγλη Δράκου (Αθήνα), Μυρσίνη Πατακάκη (Θεσσαλονίκη)

Gagarin, Αθήνα

του Μάνου Μπούρα

Προσπαθώντας να θυμηθώ πότε ακριβώς ήταν η προηγούμενη φορά που είχα δει ζωντανά τους Red Snapper, έπεσα ξανά σε δικό μου κείμενο (http://www.avopolis.gr/live/default.asp?ID=1107), το οποίο προέρχεται από τον Γενάρη της περασμένης χρονιάς. Βέβαια από τότε έχουν παίξει μία ακόμη φορά –τον Δεκέμβρη του 2009 στο Rodeo– και να ’τοι πάλι εδώ, έναν ακριβώς χρόνο αργότερα, Βρετανοί θα ’λεγες στο ραντεβού τους. Αυτή η συχνή-πυκνή διέλευσή τους από τα μέρη μας λέει πιστεύω κάτι: ότι το κοινό τους γουστάρει πολύ και τους τιμάει σταθερά με την προσέλευσή του, επειδή τα δίνουν όλα επί σκηνής και η μουσική τους βοηθάει με τη ρυθμική της βάση ώστε να διαμορφώνεται ένα σχεδόν γιορταστικό κλίμα. Α, επίσης επειδή είναι παικταράδες, και οι τέσσερίς τους!

Από την άλλη, βέβαια, διαπιστώνω νιώθοντας ολίγον μαγκωμένος ότι το κείμενο που είχα γράψει πριν από δύο περίπου χρόνια ταιριάζει γάντι και σε αυτή την «καινούργια» τους συναυλία. Κι αυτό δεν ξέρω αν το λες καλό. Μην παρεξηγηθώ, πέρασα φανταστικά κάτω απ’ τη σκηνή τους κι εδώ που τα λέμε, αν ξαναέρθουν υπάρχουν πολλές πιθανότητες να θελήσω να τους ξαναδώ. Αλλά θα ήταν υποκριτικό να μην εκφράσω μια σκέψη που περνάει με πείσμα από το μυαλό μου και φαντάζομαι το ίδιο ισχύει και για αρκετούς άλλους, οι οποίοι τους βλέπουν για δεύτερη ή και τρίτη φορά (για να μη μιλήσω για όσους τους έχουν δει και τις τέσσερις φορές που έχουν βρεθεί στην Ελλάδα). Θα μου πεις, όταν περνάς καλά τι σε ενδιαφέρουν τέτοιου είδους λεπτομέρειες; Γνωρίζεις απόλυτα τι πας να δεις, το γκρουπ σου το δίνει με το παραπάνω, οπότε τι το σκαλίζεις; αλλά να, κάτι θα έπρεπε να αλλάξει από τη μεριά τους για να δοθεί μια νέα διάσταση στη σχέση μας.

Αυτό το καινούργιο ήρθε μόνο με τη μορφή ορισμένων νέων κομματιών από τον δίσκο τους που θα κυκλοφορήσει τον προσεχή Μάρτιο –να τους περιμένετε λίγο μετά από τότε ως εκ τούτου, κι αυτό είναι δική μου εικασία, δεν μου είπε κανείς κάτι, έτσι;– και το ενδιαφέρον σ’ αυτό το σημείο είναι ότι το ακροατήριο υποδέχθηκε θερμά τα κομμάτια αυτά, ακόμη κι αν δεν τα γνώριζε. Πράγμα που σημαίνει ότι, αν μη τι άλλο, και το επερχόμενο άλμπουμ των Red Snapper θα είναι καλό. Απ’ όσα ακούσαμε τουλάχιστον αυτό το συμπέρασμα εξάγεται. Όταν δε από τα ηχεία έβγαιναν γνώριμες εισαγωγές, η ατμόσφαιρα στο Gagarin απογειωνόταν. Στα τέσσερα αποσπάσματα τα οποία έπαιξαν από το πιο πρόσφατό τους A Pale Blue Dot αρκούσαν ελάχιστες νότες ώστε να αποθεωθεί η μπάντα, όπως συνέβαινε και κάθε φορά που οι συνθέσεις τους κλιμακώνονταν και το μανιασμένο παίξιμό τους μας άφηνε άναυδους αφ’ ενός, κάθιδρους αφ’ ετέρου.

Έμφαση δόθηκε, όπως ήταν αναμενόμενο, στο πιο πρόσφατο υλικό τους, ενώ απ’ τα παλιά κι αγαπημένα ακούσαμε ελάχιστα: το “Sucker Punch” στο encore έχανε για μία ακόμη φορά πόντους από την έλλειψη φωνητικών, έφτασαν όμως (τουλάχιστον για λίγο) και στα παλιά, στα πολύ παλιά, με τα “Snapper” και “Hot Flush” από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 –και με το τελευταίο ήταν που έκλεισαν μία ακόμη εμφάνισή τους στην Ελλάδα. Η οποία μας άφησε απόλυτα ικανοποιημένους μεν, αλλά όπως προείπα, και λίγο προβληματισμένους…

Αποθήκη Μύλου, Θεσσαλονίκη

του Στέργιου Κοράνα

Ετήσιο προσκύνημα έχουν γίνει οι συναυλίες των Red Snapper στη Θεσσαλονίκη, τουλάχιστον για μένα. Από ότι όμως φάνηκε, το κοινό της πόλης δεν πολυσυμμερίστηκε τις δικές μου διαθέσεις φέτος –σε αντίθεση με την περσινή συναυλία. Πάντως η απόδοση των Red Snapper μου φάνηκε καλύτερη σε σύγκριση, ακόμα καλύτερη για να είμαι ακριβής.

Φτάσαμε στην Αποθήκη του Μύλου κατά τις 22.00, αρκετά νωρίς απ’ ό,τι αποδείχτηκε, μιας και δεν υπήρχε support μπάντα ώστε να γεμίσει τον χρόνο μας. Είχα καιρό να βρεθώ στην Αποθήκη και οφείλω να ομολογήσω ότι οι αλλαγές στον χώρο μου άρεσαν και κυρίως η ουσιαστική: έβγαλαν εκείνα τα γελοία κάγκελα τα οποία χώριζαν τον χώρο σε πέντε λωρίδες κι ήταν μάλιστα στημένα έτσι ώστε να πρέπει να πας γύρω-γύρω για να βρεθείς από τη μια άκρη του χώρου στην άλλη. Φανταστείτε, λοιπόν, τι γινόταν για να φτάσεις στο μπαρ…

Μετά από αναμονή περίπου μίας ώρας, οι Red Snapper λάμβαναν θέσεις επί σκηνής! Ως συνήθως, παίζουν κανα-δυο κομμάτια πριν μας καλησπερίσουν, οπότε και αυτή τη φορά ακούσαμε πρώτα ένα “Fat Roller” κι ένα “Wanga Doll” κι έπειτα μας μίλησαν. Από την έναρξη της συναυλίας, είχα μια αίσθηση ότι θα δούμε κάτι καλύτερο από πέρυσι και τελικά –προς μεγάλη μου χαρά– επαληθεύτηκα. Το setlist ήταν αρκετά διαφορετικό από τις προηγούμενες χρονιές, μια και έχουν σχεδόν έτοιμο και νέο άλμπουμ. Άμα κρίνω δε από τις 4-5 επιλογές που μας έπαιξαν από αυτό, μάλλον θα πρέπει να περιμένουμε κάτι ανώτερο από το Pale Blue Dot, το οποίο θεωρώ προσωπικά ως κορυφαία στιγμή. Ειδικά εκείνο το “Spikey”, μας κέρδισε κατευθείαν. Κατά τ’ άλλα, το playlist βασίστηκε αρκετά στο τελευταίο, μιας και ακούσαμε “Wanga Doll”, “Moving Mountain”, “Lagos Creepers” και “Brickred” –από το Prince Blimey, όμως, ακούσαμε μόνο το “Get Some Sleep Tiger”. Κάτι ακόμα ενδιαφέρον, ότι σε δυο κομμάτια είχαμε και κανονικούς στίχους, πράγμα σπάνιο για τα δεδομένα των Red Snapper –ειδικά όταν τραγουδάει ο ίδιος ο Ali και όχι κάποιος session τραγουδιστής.

Η συναυλία κράτησε 1 ώρα και 45 λεπτά, μαζί με το πολύ δυνατό encore, στο οποίο ακούσαμε τα “Suckerpunch” και “Hot Flush”. Ως γενική εντύπωση, οι Red Snapper επιβεβαίωσαν για μία ακόμα φορά ότι ζωντανά είναι καλύτεροι από ότι στο στούντιο και, όπως είπα και πριν, φέτος έπαιξαν ανώτερα από ότι πέρυσι –με περισσότερη δηλαδή ενέργεια, κεφάτη διαδραστικότητα με το κοινό και με αυτοσχεδιασμούς όσο δεν πάει. Ειδικά στο κλείσιμο (με το “Hot Flush”), έδωσαν ρέστα! Το αποδίδω στο γεγονός ότι ετοιμάζουν νέο άλμπουμ, οπότε έχουν και περισσότερη όρεξη για οτιδήποτε.

Από την άλλη, το κοινό με χάλασε λίγο. Κατ’ αρχήν, ήταν μικρή η προσέλευση –υπολογίζω κάπου 600 άτομα. Πιθανότατα επειδή πολύς κόσμος ήρθε και πέρυσι, είναι όμως κι αλήθεια πως η συναυλία δεν διαφημίστηκε και ιδιαίτερα στην πόλη. Επίσης, το κοινό σαν να φοβόταν να πλησιάσει τη σκηνή. Λίγο μετά τη μέση του βασικού setlist μας προέτρεψαν μάλιστα οι ίδιοι οι Red Snapper να έρθουμε πιο κοντά στη σκηνή και να χορέψουμε λίγο (αλήθεια, τι συμβαίνει στη Θεσσαλονίκη τελευταία; Σαν να έχει πέσει μάστιγα…). Πάντως, μετά τις προτροπές της μπάντας, άλλαξε άρδην η συμπεριφορά των παρευρισκομένων κι άρχισαν να ζωηρεύουν αρκετά.

Σε τελική ανάλυση, οι Red Snapper αποδείχθηκαν για άλλη μια φορά αντάξιοι της φήμης τους και μας άφησαν απόλυτα ικανοποιημένους. Λογικά θα τους ξαναδούμε και του χρόνου!

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured