ARCADE FIRE LIVE IN MUNICH (28-11-2010) BY AVOPOLIS.GRΑνέβηκε από avopolis. - Ανακαλύψτε άλλα μουσικά videos.

Φωτογραφίες: Ανδριάνα Μ.

Με τον ηλεκτρικό και στο δρόμο για το Zenith, μιας ανακαινισμένης αποθήκης στα φαινομενικά παραμελημένα και χιονισμένα προάστια του Μονάχου, άφησα και τις τελευταίες αμφιβολίες για την επιλογή της πόλης και του χώρου. Πέρα από το σκηνικό και το χωροταξικό όμως, υπήρχε και το χρονικό. Συνηθισμένος πλέον να παρακολουθώ εξ αποστάσεως και με το ποτό στο χέρι τα live, προκατειλημμένος και δυσανασχετώντας για την επερχόμενη κούραση που θα με κατέβαλε φτάνοντας στο χώρο έγκαιρα, «σύρθηκα» από νωρίς σχεδόν με το ζόρι και δεν βρέθηκα στα suburbs του χώρου, αλλά μια ανάσα από τη σκηνή, στο κάγκελο... Να πω καταρχάς ότι ο χώρος ήταν της τάξης των 6-7.000 ατόμων, επίπεδος και το ότι το show ήταν sold-out ένα μήνα πριν, μολονότι αυτό εκεί δεν συνεπαγόταν το ελληνικό... πάκτωμα.

Οι συμπατριώτες τους Fucked Up ξεκίνησαν τη βραδιά με το hardcore punk τους που έκανε πέρσι το σχετικό Τύπο να παραμιλάει. Και θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για υφολογική επιλογή - statement της μπάντας ή για κακόγουστο αστείο (και δεν το λέμε τυχαία, καθώς μέλη της μπάντας παρακολουθούσαν από το πλάι της σκηνής τις ξαφνιασμένες αντιδράσεις του κόσμου και είχαν «λιώσει» στο γέλιο). Και τα δύο είναι εύκολες απαντήσεις και συνήθως η αλήθεια πολλές φορές βρίσκεται κάπου στη μέση. Το σίγουρο είναι ότι με αυτό τον ήχο και παίζοντας πριν τους Arcade Fire δεν θα απέκτησαν και πολλούς οπαδούς -υπό άλλες συνθήκες την προσοχή δεν θα τραβούσε περισσότερο από το γεμάτο ενέργεια set τους η ανέμελη μπυροκοιλιά του Damian Abraham και η δήθεν επιθυμία του να κάνει κανένα περισσευούμενο μπάφο από το κοινό. Αλλά δεν μπορούμε να τα ρίχνουμε και όλα στο κοινό, ούτε το crossover των γούστων και διαθέσεων του τελευταίου επιβάλλεται. Κερδίζεται…

Κι έτσι ερχόμαστε απευθείας στο βασικό λόγο για τον οποίο κάναμε το ταξίδι, τους Arcade Fire. Μια μπάντα που βρίσκεται στο peak της όχι γιατί κοινό και κριτικοί της δίνουν το σχετικό ψυχολογικό αβαντάρισμα. Άλλωστε τί άλλο να χρειαστούν αφού πολύ καιρό πριν, με όχημα μόνο τη μουσική του δύσκολου δεύτερου άλμπουμ τους, βρέθηκαν στο νο.2 του αμερικάνικου chart ξεπερνώντας αστέρια για τα οποία ξοδεύτηκαν εκατομμύρια και δείχνοντας ότι αυτή η σταδιακή αποδοχή τους κάθε άλλο παρά συντονισμένο κόλπο της μουσικής βιομηχανίας ήταν -μόνο ευχάριστο ατύχημα μπορεί να το πει κανείς. Στο peak τους βρίσκονται κυρίως γιατί τώρα μπορούν να εκμεταλλευτούν συναυλιακά τη διαφορετική μαγιά των τριών άλμπουμ τους. Η έκπληξη του Funeral και των πρώτων εμφανίσεων και η παθολογική καλλιτεχνική σχέση που έχουν χτίσει, καθαρκτική όσο και εξαρτησιογόνα, φαίνεται δεν μπορεί κατά τους ίδιους να καθορίζει σχεδόν μονοπωλιακά την πορεία τους, είτε αυτή λέγεται εξέλιξη, είτε απλώς αναζήτηση. Τα βαθιά προσωπικά (τους) κομμάτια του Funeral δεν σε αφορούν άμεσα και σου επιτρέπουν να ζήσεις ζωντανά αυτή τη σχεδόν διονυσιακή και παράλληλα θανατερή ατμόσφαιρα πανηγυριού στο οποίο συμμετέχεις ενεργά. Είναι φανερό από στιγμές του τρίτου άλμπουμ, όπως το "Rococo", ότι θα μπορούσαν να γράψουν πανεύκολα και άλλα θεατρικά, «ανθεμικά», «σταδιακά» κομμάτια αλά "Wake Up" για να κάνουν τον κόσμο να κλείνει τα μάτια και να τραγουδάει.

Αλλά στη συναυλία τους (γιατί αυτή κρίνουμε τώρα και όχι τους δίσκους τους) μοιάζει τέλειο το δέσιμο με τα πρώτα μουσικά σημάδια της επιρροής από Springsteen του Neon Bible και τα πρώτα στιχουργικά πατήματά τους σε πολιτικά και κοινωνικά σχόλια. Με αυτό το δεδομένο, τα κομμάτια του “The Suburbs” μοιάζουν ως φυσική συνέχεια αυτής της εξωστρέφειας, μόνο που η συναισθηματική απόγνωση δεν μοιάζει με παναμερικανικό κάλεσμα -δεν είναι το "Born in the USA", παρά τη θέληση του μουσικού αμερικανικού Τύπου να βρει τους νέους σχετικούς ήρωες. Ακούγοντας ζωντανά ακόμα και το πιο αδιάφορο κομμάτι του "Suburbs", το baroque pop ομώνυμο δηλαδή, αισθάνεσαι ότι η μπάντα δεν είναι αναγκασμένη να επικοινωνεί με φωνές, κραυγές και μανιασμένα τύμπανα. Σου βγάζει μια ευφορία, μια οικογενειακή ζεστασιά και μια στρογγυλοκαθισιά της ζωής που είναι μάλλον ειρωνική, ενοχική και καταθλιπτική από την πλευρά τους. Και έτσι, μέσα από συναισθήματα και αναμνήσεις από παιδικά χρόνια, πλέον επικοινωνούν πολύ πιο άμεσα από μερικές αφηρημένες εικόνες ή αντι-θεοκρατικά σχόλια. Τι πιο άμεσο από το ανέμελο, ονειρικό ταξίδι και την παράλληλη συνειδητοποίηση του ουτοπικού ονείρου των παιδικών αναμνήσεων σε μια συμβιβασμένη και ρουτινιάρικη ζωή. Και είναι απίστευτο έτσι το πώς αυτή η συναισθηματική απόγνωση εκφράζεται με διαφορετικούς τρόπους και αποτελεί ένα live που βιώνεις χωρίς ανάσα.

Όσο κι αν ακούγεται υπερβολικό, όπως συμβαίνει και με το τρίτο άλμπουμ τους που δεν αποκαλύπτει τις αρετές του με την πρώτη, έτσι και το live δεν μπορεί κανείς να το ζήσει αν οι συνθήκες δεν είναι ιδανικές. Συνθήκες που δεν περιορίζονται μόνο στις ηχητικές, του κόσμου ή της απόστασης θέασης, αλλά επεκτείνονται στη διάθεση του ακροατή να το ζήσει. Όσο πιο άδειος και ανοιχτός ο τελευταίος, τόσο το καλύτερο. Δεν είναι τυχαίο ότι όσοι γύρω μας είχαν μικρότερη επαφή με το τί πραγματικά θα έβλεπαν, έμειναν με το στόμα ανοικτό. Ακολουθώντας μια τακτική τακτικού ανεφοδιασμού του YouTube με καλο-σκηνοθετημένες εμφανίσεις τους είναι επόμενο το στοιχείο της έκπληξης να είναι παντελώς απόν. Αλλά αν κάτσεις και το φιλοσοφήσεις κατά τη διάρκεια αυτού το σκηνικού μπροστά σου, έχεις κλάψει τα 35 ευρώ που έδωσες -σαν ναρκωτικό που περιμένεις να σου «σκάσει» όσο σκέφτεσαι το εκκαθαριστικό σημείωμα της περαίωσης. Ποιος π.χ. δεν θέλει το φινάλε του "Wake Up" που θυμίζει τα εξίσου απολαυστικά bombastic κρεσέντο του “Do You Realize?” των Flaming Lips; Ποιος αρνείται την synth-pop και glitter αθωότητα της Regine Chassagne, που χορεύει με τις κορδέλες της ή το punk attitude κομματιών από το Suburbs που κάνει τις πρώτες σειρές να χορεύουν μανιωδώς; Δεν θα θυμόμαστε άραγε την ξεσηκωτική φωνή του Butler να μεγαλώνει και να αγριεύει σταδιακά στο "Intervention"; Πραγματικά μιλάμε για την τέλεια ερμηνεία (έστω κι αν έχει μελετήσει καλά το "αφεντικό"), κάτι που ξεχνάμε πολλές φορές στις κριτικές μας να σημειώσουμε. Οι δε προβλέψιμες κορυφώσεις των κομματιών του πρώτου άλμπουμ δεν είναι όχι μόνο καλοδεχούμενες, αλλά δεν θέλεις να τελειώσουν ποτέ. Και τελικά πόσα group είχαμε την ευκαιρία να δούμε και να ακούσουμε, χωρίς να μας δημιουργούν ούτε την καπριτσιόζικη και τεχνητή αίσθηση του ανικανοποίητου, αλλά ούτε και το αναπόφευκτο του κορεσμού; Προσωπικά, σχεδόν ποτέ δεν μπορώ να ζήσω αυτή την ισορροπία, κι όμως το set (στηριγμένο κυρίως στο πρώτο και τελευταίο άλμπουμ) και η ακολουθία των κομματιών τους δεν αφήνει περιθώρια σχολιασμού τους.

Αυτό που μπορεί βέβαια κανείς να σχολιάσει είναι ο ήχος. Και δεν συζητάμε για τα "αυτονόητα" (που δυστυχώς δεν είναι πάντα αυτονόητα), δηλαδή το αν είχε συνολικά καλό ήχο, αλλά για κάποιες ηχητικές λεπτομέρειες των φυσικών οργάνων που περνούν απαρατήρητες. Αυτή η σύνθεση της μπάντας επί σκηνής αδικείται από το τελικό αποτέλεσμα και δεν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι και με δύο λιγότερους επί σκηνής τα ίδια θα ακούγαμε. Κι έτσι ενώ με τα κύματα ενέργειας και ειλικρινούς κατάθεσης που σκορπάει η μπάντα τα κομμάτια ανεβαίνουν ένα σκαλοπάτι πιο πάνω (άλλωστε φαίνονται να το διασκεδάζουν περισσότερο κι από εμάς), με την ανισορροπία φυσικού και ηλεκτρικού μας ξαναγυρίζουν πάλι πίσω.

Πάντως στη σκηνή βρίσκονταν συνολικά οκτώ συνολικά μουσικοί. Οι δύο βιολίστριες σταθερές στο πόστο τους και οι υπόλοιποι άλλαζαν όργανα: δύο κιθαρίστες, δυο κιμπορντίστες και δύο drummers με πλήρη εξοπλισμό ήταν η βασική σύνθεση, κι από εκεί και πέρα υπήρχε το πλήρες rotation, λες και επρόκειτο για αγώνα βόλεϊ. Όλα τα μέλη άλλαζαν θέσεις και αναλάμβαναν και άλλα όργανα ανάλογα με τις ανάγκες του κομματιού: από ακορντεόν και ξυλόφωνο, μέχρι μαντολίνο και glockenspiel. Θα ήταν πολύ όμορφο όμως να μπορούμε να ακούσουμε τη λεπτομέρεια του hurdy-gurdy που είχε στα χέρια της η Regine στο "Keep The Car Running" και να μην το αναζητούμε πίσω από τις κιθάρες. Ο αδερφός του Win, Will, που δεν σταματούσε να χορεύει και να χοροπηδάει, βάραγε ορισμένες φορές χωρίς να ακούγεται, κι έτσι ακυρωνόταν άδικα η μουσική του φύση και περιοριζόταν σε θεατρίνο.

Από την άλλη, το ότι και τα οκτώ μέλη της μπάντας τραγουδούν σε βάζει στο trip να ακολουθήσεις αυτή την ομαδική ψαλμωδία. Τα sing-along είναι στην ημερησία διάταξη. Η Regine παίζει τα πάντα με μια φυσικότητα που σου φέρνει στο μυαλό μαριονέτα και δεν μπορείς παρά να ταυτιστείς αν είσαι α) γυναίκα και β) την έχεις σε μικρή απόσταση απέναντί σου. Μια drive-in οθόνη από τα 50s αναμεταδίδει ασπρόμαυρα τα τεκταινόμενα επί σκηνής που αποσυντίθενται ξαφνικά με αφηρημένες παρεμβολές από εικόνες και videos, από κολυμβητές και σκακιέρες, μέχρι τους δυο πρωταγωνιστές (τον Win και τη Regine) να χορεύουν. Η μπάντα παίζει κάθε κομμάτι σαν να είναι φινάλε, σαν να μην υπάρχει αύριο. Κι αυτό μας οδηγεί στο ίσως στενάχωρο συμπέρασμα ότι κάποια στιγμή αυτό θα γίνει ή μανιέρα ή θα αντικατασταθεί με κάτι άλλο αφού δεν θα το διασκεδάζει πλέον με τον ίδιο τρόπο. Όπως και να ‘χει, εμείς είμαστε καταδικασμένοι να αναπολούμε τη βραδιά αυτή του 2010 και να είμαστε κακώς αυτοπαραμυθιασμένοι ότι θα θέλαμε να επαναληφθεί...



 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured