Οι Creedence Clearwater Revival ήταν ασταμάτητοι μεταξύ του 1969 και του 1970∙ ξεπερνώντας -στην Αμερική- σε πωλήσεις ακόμα και τους Beatles, με πέντε άλμπουμ που σημείωσαν τεράστια επιτυχία και μια ατελείωτη σειρά από singles που ανέβηκαν ψηλά στα charts. Τα τραγούδια του κιθαρίστα/τραγουδιστή John Fogerty, γεμάτα κοφτερά riffs και πιασάρικα ρεφρέν, από τη μια ανέδυαν νοσταλγία για το rock 'n’ roll της δεκαετίας του ’50 και από την άλλη απηχούσαν τη συγκρουσιακή εποχή της Αντικουλτούρας.
Μέχρι την κυκλοφορία του πέμπτου δίσκου τους, του Cosmo's Factory που εκδόθηκε τον Ιούλιο του 1970, οι CCR άρχισαν να παίζουν κόντρα στην πεπατημένη, κόντρα στη μανιέρα τους. Το άλμπουμ περιλαμβάνει τα δύο μεγαλύτερα σε διάρκεια κομμάτια που είχαν ηχογραφήσει μέχρι τότε – μαζί με το “Graveyard Train” από το άλμπουμ Bayou Country του 1969. Το επτάλεπτο “Ramble Tamble” για παράδειγμα είναι πιο πειραματικό από οτιδήποτε είχε επιχειρήσει μέχρι τότε ο Fogerty. Αυτό που ξεκινά ως βροντερή ροκαμπίλι σύντομα καταλήγει σε ένα είδος μπλουζ-ψυχεδέλειας, πριν το συγκρότημα ανεβάσει ξανά τον ρυθμό για το φινάλε. Ομοίως, ένα επικό εντεκάλεπτο “I Heard It Through The Grapevine” ανασυνθέτει τη μεστή soul εκδοχή του Marvin Gaye, μετατρέποντάς την σε ένα ελεύθερο κιθαριστικό τζαμάρισμα πάνω σε ένα σταθερό funk groove.
Στα περισσότερα τραγούδια στα προηγούμενα άλμπουμ του γκρουπ, ο Καλιφορνέζος John Fogerty, επηρεασμένος από τη λογοτεχνία του Mark Twain, είχε μυθοποιήσει τον Αμερικανικό Νότο, γράφοντας στίχους για τα μυστήρια των βάλτων (bayou) και τα μακρινά ποταμόπλοια που πλέουν στους κόλπους του Μισισίπι. Ωστόσο ο Fogerty έγραψε και κορυφαία πολιτικά κομμάτια, που συντονίζονταν με το πνεύμα της εποχής, όπως το “Fortunate Son” του 1969, που ήταν ένα καυστικό σχόλιο για τον ελιτισμό και την ευνοιοκρατία, με φόντο τον πόλεμο του Βιετνάμ. Στο “Run Through The Jungle” από το Cosmo's Factory, επιστρέφει σ’ ένα παρόμοιο θέμα και ασχολείται με τον «πόλεμο στη ζούγκλα», κάνοντας αναγωγές στο εμπόριο όπλων και στην οπλοκατοχή που φέρνουν τον πόλεμο και στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Το ίδιο κομμάτι, με το υποχθόνιο rockabilly riff στην κιθάρα, θα διασκεύαζαν χρόνια μετά και οι Gun Club στο δικό τους κορυφαίο άλμπουμ Miami του 1982.
Εξίσου κοινωνικοπολιτικό είναι και το σχόλιο στο “Who'll Stop The Rain”, που συνδέεται με το πιο γνωστό “Have You Ever Seen the Rain” που θα εμφανιστεί στο έκτο τους άλμπουμ, το Pendulum, το οποίο επίσης κυκλοφόρησε το 1970. Γραμμένα πάνω στο απόγειο της ψυχροπολεμικής περιόδου, και τα δύο τραγούδια μιλάνε για την απειλή της ατομικής βόμβας, παρομοιάζοντάς την με «βαριά βροχή», μιμούμενα το πρότυπο που είχε θέσει πρώτος ο Dylan με το “A Hard Rain’s Gonna Fall”. Η μουσική εδώ είναι folk-rock, με αρμονίες στο στυλ των Byrds. Το “Travelling Band” από την άλλη είναι αυτοαναφορικό, αναφέρεται στα ατελείωτα βράδια που πέρασαν, άγνωστοι ακόμα, παίζοντας για το νυχτοκάματο σε ανώνυμα κλαμπ της εσωτερικής Καλιφόρνια. H μουσική εδώ είναι κλασικό boogie όπως ταιριάζει με το περιεχόμενο των στίχων. Εξάλλου αυτοαναφορικός είναι και ο τίτλος του άλμπουμ: προέρχεται από την αποθήκη στο Μπέρκλεϊ όπου το συγκρότημα έκανε πρόβες στην αρχή της καριέρας του, η οποία ονομάστηκε «Το Εργοστάσιο» (The Factory) από τον ντράμερ Doug "Cosmo" Cliffirord, επειδή έκαναν εκεί επί ώρες πρόβες σχεδόν κάθε μέρα όταν ήταν νεαροί.
Άλλα τραγούδια παίρνουν διαφορετική τροπή: Το “Lookin' Out My Back Door” παραπέμπει στους κλασικούς της country όπως ο Buck Owens. Το “Long As I Can See The Light”, με το ηλεκτρικό πιάνο και τη βραχνή φωνή του Fogerty στην πρώτη γραμμή, έχει τον ήχο της soul του Νότου και αποτελεί ίσως έναν φόρο τιμής στις ηχογραφήσεις της εταιρείας Stax.
Επιπλέον, το Cosmo's Factory περιλαμβάνει τέσσερις διασκευές, καθεμία από τις οποίες ερμηνεύεται με εξαιρετικό τρόπο που κάνει τα τραγούδια να μοιάζουν σαν να γράφτηκαν για το συγκρότημα. Το "Ooby Dooby" του Dick Penner επιδεικνύει μια κλασική ποπ επιρροή από τη δεκαετία του '50∙ στο "My Baby Left Me" του Arthur Crudup ακολουθούν τα ίδια βήματα με την rockabilly εκτέλεση του Elvis στο ίδιο τραγούδι∙ με το "Before You Accuse Me (Take A Look At Your Self)" του Bo Diddley μοστράρουν το βαθύ μεράκι τους τους για τα μπλουζ. Για τη διασκευή τους στο "I Heard It Through The Grapevine" των Norman Whitfield και Barrett Strong, που τραγούδησε πρώτη η Gladys Knight και έκανε επιτυχία ο Marvin Gaye, μιλήσαμε και πιο πάνω: απλώς κλέβει την παράσταση με ένα ακαταπόνητο jamming γεμάτο πολλαπλά soulful σόλο κιθάρας πάνω από έναν πανίσχυρο ρυθμό.
Πέρα από την τεράστια εμπορική επιτυχία που γνώρισε ο δίσκος, πιο σημαντικό ήταν ίσως ότι τόνωσε αποφασιστικά το κύρος των Creedence στους κύκλους της Αντικουλτούρας: με το Cosmo's Factory κατέρριψαν την αντίληψη ότι ήταν απλώς ένα συγκρότημα που έφτιαχνε μόνο σπουδαία hit-singles.
Θα μπορούσε γενικά να πει κανείς ότι οι Creedence είναι λίγο αδικημένοι στο πλαίσιο της εποχής τους. Όχι σε ό,τι αφορά την επιτυχία που γνώρισαν, που ήταν κολοσσιαία, όσο το κύρος που είχαν ανάμεσα στους σύγχρονούς τους και κυρίως όσον αφορά την υστεροφημία τους. Όταν γίνεται συζήτηση για Το Κίνημα (The Movement), για το Αμερικανικό ’68 ή για το ροκ της δεκαετίας σε σχέση με το αντιπολεμικό κίνημα, πέρα από τον συνήθη ύποπτο Dylan, πιθανότατα θα αναφερθούν τα ονόματα των Grateful Dead, των Country Joe & the Fish ή των Jefferson Airplane – όλοι τους συντοπίτες των CCR από το Σαν Φρανσίσκο. Το όνομα των Creedence θα μνημονευθεί πολύ σπανιότερα.
Πέρα από την τακτική χρήση τραγουδιών τους σε soundtrack ταινιών με θέμα το Βιετνάμ -μπορεί να υπάρξει σκηνή με στρατιωτικό ελικόπτερο που πετάει πάνω από τη ζούγκλα χωρίς να παίζει το "Fortunate Son" σε φορητό ραδιόφωνο;- οι Creedence Clearwater Revival δεν έχουν τόσο ξεχωριστή θέση στη δημόσια μνήμη. Αυτό μπορεί να οφείλεται ακριβώς στο γεγονός ότι γνώρισαν μεγάλη επιτυχία, άρα θεωρήθηκαν κάπως «συστημικοί», αλλά σε μεγάλο βαθμό μπορεί να οφείλεται και στη σχετική αθόρυβη πορεία των μελών τους μετά τη διάλυσή τους το 1972 - χωρίς επακόλουθη επανένωση.
Το έργο τους ωστόσο παραμένει διαχρονικό και το Cosmo's Factory αποτελεί την ισχυρότερη υπενθύμιση γι΄ αυτό. Είναι τόσο κλασικό, όσο και τα βασικά υλικά (blues, country, rock ‘n’ roll) από τα οποία έχει συντεθεί.

