Δημήτρης Λιλής

To email της Rockarolla Records σχετικά με τις επανεκδόσεις που επιμελήθηκε η Domino στoν κατάλογο των Beat Happening από την Οlympia της Washington, με πέτυχε να ακούω (ξανά) το βινύλιο από το International Pop Underground Convention. Θεώρησα το timing σημαδιακό και κίνησα τις διαδικασίες με την ελπίδα ότι κοντά 25 χρόνια από τότε που είχα διαβάσει το εξαιρετικό αφιέρωμα του Θανάση Μήνα στην Κ Records για την στήλη του Underworld Shakedown στο Pop & Rock, θα είχα την δική μου ευκαιρία να συνομιλήσω με έναν από τους πατέρες του αμερικάνικου indie. Άλλωστε, στην ιστορία της K έκτοτε γράφτηκαν αρκετά και εξίσου σημαντικά κεφάλαια.

 Τo Οne Foot On The Grave (1994) του Beck ήταν κυκλοφορία της K με τον Calvin Johnson στην παραγωγή, o λευκός James Brown aka Jon Spencer και οι Blues Explosion ηχογράφησαν ένα ολόκληρο album σε συνεργασία με το Dub Narcotic project του Johnson το 1999  και λίγο πιο μετά το παρθενικό Blue Cadett -3, Do You Connect? EP των Modest Mouse κόπηκε σε μόλις 300 αντίτυπα από την K. Με ανάλογη χρονική σειρά στην ετικέτα από την Washington κυκλοφόρησαν: το Τhe Normal Years των Built To Spill,  που είναι οι ηχογραφήσεις που συνέβησαν στο Dub Narcotic studio μεταξύ 1993-1995, το Remember That I Love You της Kimya Dawson από τους Moldy Peaches (με τα "Tire Swing,", "Loose Lips," και "My Rollercoaster" που συγχρονίζονται στo film ”Juno” και ανήκουν επίσης στον κατάλογο της K να αποτελούν παράλληλα και τη γκρί σελίδα της δεδομένου ότι η Dawson είχε ξεκινήσει όλη αυτή την διαμάχη σχετικά με την απόδοση των κερδών της από το label) και τέλος, σχεδόν όλη η δισκογραφία των Microphones, δηλαδή το side project του εξαιρετικού τροβαδούρου Phil Elverum, όπως και το ντεμπούτο EP των Gossip με την Beth Ditto σε σοβαρά γκάζια. Όλα τους iconic ηχογραφήματα που πιθανόν όλοι θα θέλαμε να έχουμε κυκλοφορήσει αν είχαμε δισκογραφική. Όμως για τον τύπο που στα τελευταία 40 χρόνια έχει αλλάξει παραπάνω από μια ντουζίνα μουσικά alias, έχει ανοίξει για τους Black Flag (και έχει περιοδεύσει με τους Fugazi), κατέχει το τελευταίο κεφάλαιο στο “Our Band Could Be Your Life: Scenes from the American Indie Underground, 1981-1991”, έχει δει το logo του label του να γίνεται τατουάζ στο χέρι του Cobain και στη συνέχεια έχει ακούσει το όνομά του να μνημονεύεται σαν η μεγαλύτερη επιρροή κινημάτων όπως τα Riot Grrls (βλ. Bikini Kill - Sleater Kinney - L7), το να ανοίξει μια «γενική μουσική κουβέντα» γύρω από το παρελθόν του με κάποιον από την «ανύπαρκτη» αγορά της Ελλάδας ήταν αν μη τι άλλο μία πρόκληση.

 

 Και ήμουν σίγουρα ενθουσιασμένος για το γεγονός ότι θα συνομιλούσα μέσω Zoom με τον Calvin Johnson από την Olympia, όμως συνάμα, το άγχος του να καταγράψω μισή ώρα on camera με έναν από τους ήρωες της εφηβείας μου, σχεδόν χάλασε τον αυθορμητισμό που θα μπορούσε να έχει το σχετικό videocast επεισόδιο. Πιθανόν βέβαια, αν ακολουθήσετε τη μακράς διάρκειας ροή της ιστορίας (με την βοήθεια τόσο των αποσπασμάτων της κουβέντας μας γραπτά, είτε με όσα τελικά ηχογραφήθηκαν στο podcast) να συμμεριστείτε το άγχος του μουσικογράφου που δύο δεκαετίες μετά τα πρώτα K Records CDs του, τόλμησε να στήσει και ένα εγχώριο ανεξάρτητο label βασισμένο στα ιδανικά εκείνης της εποχής. Και ξεκινάει κάπως έτσι.

 

 Η K Records ξεκίνησε το 1982 σαν ανεξάρτητο label κυκλοφορώντας κασέτες από ανερχόμενα ονόματα της ευρύτερης περιοχής της Washington. 

 «Η πρώτη μας κυκλοφορία ήταν μια ντόπια μπάντα από την Olympia με το όνομα The Supreme Cool Beings. Όταν διαλύθηκαν, εγώ είχα ξεκινήσει ήδη τους Beat Happening και ζήτησα από την Heather να μπει στο γκρούπ γιατί ήταν από τα πιο δημιουργικά και καλοσυνάτα άτομα που γνώριζα. Ξεκίνησε να παίζει κιθάρα αλλά σύντομα ένιωσε πιο άνετα πίσω από τα τύμπανα. Αλλά περιέργως όταν ξεκινήσαμε να κάνουμε μικρά live, είχαμε την τάση να ανταλλάσουμε συνέχεια όργανα ή να παίζει ο καθένας ότι ήθελε επι σκηνής.»

 Και δεν χωρά αμφιβολία ότι μέρος του θρύλου που έχτισαν στους φοιτητικούς κύκλους της περιοχής οι Beat Happening ήταν οι σχεδόν θεατράλε και γεμάτες αυτοσχεδιασμό συναυλίες τους. Θα παίζανε συνήθως σε μη συμβατούς συναυλιακούς χώρους, οριακά θα κατάφερναν να γρατζουνάνε τα όργανα τους ή ακόμη πιο σπάνια όλοι μαζί να ακολουθούν ένα groove, θα οικειοποιούνταν τον όρο “punk” (που μερικά χιλιόμετρα πιο κάτω έκανε τον Washington punk χαμό που όλοι ξέρουμε) ακόμα και αν τον προσέγγιζαν μόνο από πλευρά αισθητικής και σπάνια ηχητικής, αλλά μέχρι τα 90s θα κατάφερναν να δημιουργήσουν έναν ολόκληρο στρατό ή καλύτερα κοινότητα από indie kids που είχαν υιοθετήσει το DIY σαν στάση ζωής και ένιωθαν punks ακόμα και αν δεν είχαν μοϊκάνες.

 «Ω ναι, νομίζω ότι όταν ξεκινούσαμε δεν είχαμε πολλά τραγούδια και μοιραία βασιζόμασταν αρκετά στον αυτοσχεδιασμό, πρακτικά κάθε φορά που ανεβαίναμε στη σκηνή απλά θα φτιάχναμε ένα προσχέδιο κομματιού επί τόπου. Αλλά τελικά από όλα αυτά τα προσχέδια προέκυψαν τραγούδια, αν και η αλήθεια είναι ότι εμείς διασκεδάζαμε περισσότερο όταν παίζαμε χύμα live shows.»

 Ακόμα και αν δεν είχαν «ανακαλύψει τον τροχό», καθότι ο ήχος τους ήταν ενα συνονθύλευμα αναφορών που ο ίδιος ο Calvin αναλύει παρακάτω, ακουγοντάς τους το 2022 είναι αδύνατο να αγνοήσει κανείς την αμεσότητα τους και σίγουρα αν το πάρουμε χρονολογικά υπήρξαν από τους πρώτους που όρισαν το indie όπως το μάθαμε στα 90s. Kαθόλου τυχαία, στις εμφανίσεις τους μετά το 1991, ο Johnson αναφέρει χαρακτηριστικά "We don't do Nirvana covers. Nirvana does Beat Happening covers”.  Και είναι αλήθεια ότι ο Cobain υπήρξε μέλος της K Records κοινότητας. Αυτό το επτάϊντσο των Go Team με τις κιθάρες του πίσω στα 1989, οι μαρτυρίες ότι βόλταρε στο  International Pop Underground Convention του ’91 (όπου συμμετείχε η Courtney Love και λάμβανε χώρα μέρες πριν η Geffen τον μετατρέψει σε σωσία) αλλά και η συνολική επίδραση που είχε το ήθος του Johnson στον grunge θρύλο ήταν τέτοια που τον ώθησε να χτυπήσει ένα από τα αγαπημένα του τατουάζ με το logo της ετικέτας.

beat-happening

 Από την άλλη, ο ιδιαίτερος ήχος και ο αληθινός στίχος στα τραγούδια των Beat Happening, ήταν όσο ωμός όσο το πανκ που μεγάλωσε τη βόρεια  Αμερική στα 80's. Και έχει ενδιαφέρον να μάθουμε από που πηγάζει.

 «Νομίζω ότι η Nancy Sinatra ήταν μία από τις μεγάλες μου επιρροές. Οι Black Flag σίγουρα (άλλωστε και στο Beat Happening κεφάλαιο της βίβλου “Our Band Could Be Your Life” αναφέρεται περιστατικό με τους Herny Rollins και Calvin Johnson να τα λένε σε έντονο ύφος) και  πρόσθεσε αρκετή 60s μουσική, όπως οι The Standouts, το 70s Punk κίνημα της Αγγλίας, ή οι τρομεροί punk ρόκερς The Avengers από την Καλιφόρνια, με ενέπνευσαν αρκετά. Επιπλέον, μαζί με την Heather ακούγαμε αρκετά Τhe Isley Brothers και 70s disco που πιστεύως πως και αυτό έπαιξε το ρόλο του.»

 

 Μα όλως περιέργως ακόμα και αν ο Calvin δεν ήταν teenager στα mid-80s η μουσική που έκανε είχε πολύ πριν τους Nirvana το teen spirit.

 «Θα επαναλάβω πως ότι κάναμε γινόταν αυθόρμητα και ακόμα και όταν προγραμματίζαμε κάτι, τα πράγματα τελικά έπαιρναν μια τυχαία μορφή, όπως άλλωστε pretty random είναι και η ζωή ενός teenager. Σαν άνθρωποι μαθαίνουμε να εκφραζόμαστε ελεύθερα και δημιουργικά και η μουσική των Beat Happening δεν ήταν τίποτα περισσότερο από την δημιουργική πλευρά των εαυτών μας. Οτιδήποτε τυχαίο, αλλά καλό για εμάς, προέκυπτε από τις ηχογραφήσεις το κρατούσαμε. Δεν υπήρχε όμως κάποιο πλάνο ή χρονοδιάγραμμα από πίσω, οι περισσότερες ηχογραφήσεις μας ήταν όσο τυχαίες και αυθόρμητες μπορούσαν να είναι εκείνη τη στιγμή.»

 Ήταν όμως τυχαίο το ότι φτιάξανε μια μπάντα χωρίς καν μπάσο.

 «Έχεις ακούσει ποτέ Cramps; Δεν έχουν μπάσο. Και αν δεν χρειάστηκαν μπάσο οι Cramps για να καταφέρουν όλα αυτά, τότε sky's the limit.»

 Στη πράξη όμως, από το κολλάζ αυτοσχέδιων ηχογραφήσεων που οδήγησαν στο ντεμπούτο με την βοήθεια του Greg Sage των Wipers, μέχρι το Jamboree του 1988 και έπειτα το Dreamy του 1991 με την βοήθεια του Stuart Moxham από τους Young Marble Giants, φαίνεται πως υπήρχε στο πλάνο, ένας συγκεκριμένος ήχος που αφενός προμήνυε την επέλαση της lo-fi / bedroom pop και αφετέρου είχε τις μίνιμαλ ενορχηστρώσεις που χρειαζόταν ο Johnson για να δώσει χωρό σε κυνικούς στίχους όπως “I had sex on Christmas, I had sex three times today, three different women taught me how to be bored, In their own separate, sweet, little ways”...

 «Αν θες να χρησιμοποιήσουμε σαν παράδειγμα χαρακτηριστικού lo-fi ήχου το “Indian Summer”, θα πρέπει να μάθεις ότι το ηχογραφήσαμε με τον  πιο παραδοδιακό στούντιο τρόπο. Το γράψαμε σε επαγγελματικό στούντιο, στο Ellensburg, με  παραγωγό έναν τύπο ονόματι Steve Fisk, που στα χρόνια που ακολούθησαν αποδείχτηκε από τους πιο ικανούς στον ήχο του. Ο Gary Lee Connors από τους The Screaming Trees ήταν επίσης εκεί και μας βοήθησε. Εννοώντας, ότι μπορώ να σταθώ σε ένα επαγγελματικό στούντιο και να ηχογραφήσω κανονικά, αυτή άλλωστε ήταν η ιδέα την εποχή του Jamboree, αλλά στ’αλήθεια ήμασταντρία παιδιά που ζούσαμε στη μέση του πουθενά και θέλαμε να κάνουμε κάτι δημιουργικό. Το “Indian Summer” ήταν το καλύτερο που μπορούσαμε να κάνουμε.»

 

Μέχρι τα τέλη των 90s, o Calvin Johnson θεωρούνταν από τους πατέρες του αμερικάνικου indie, βασικός εκπρόσωπος της ανεξάρτητης σκηνής από την Washington μέχρι τη Νέα Υόρκη και όλος ο σεβασμός που του είχαν, προερχόταν περισσότερο από τη δράση του σαν αρχηγός της K Records κοινότητας και λιγότερο από τη μουσική των Beat Happening ή των άπειρων άλλων μουσικών πρότζεκτ (είχε βάλει ήδη μπρος τα Dub Narcotic sessions).

 Το label που ξεκίνησε από την κουζίνα του φοιτητικού του δωματίου στο Evergreen State College και γιγάντωσε την φήμη του μέσα και από τις  εβδομαδιαίες εκπομπές στον επιδραστικό KAOS (FM) είχε καταφέρει να έχει παγκόσμια διανομή μέσω της Rough Trade και μέχρι το 1986 διακινoύσε περισσότερες από 2 χιλιάδες κασέτες. Για πολλούς μελετητές του indie  ιδιώματος, η K Records είναι η ετικέτα  που προηγήθηκε της Sub Pop στον αμερικάνικο βορρά και το μανιφέστο τους από το πρώτο κιόλας newsletter  ήταν ξεκάθαρο : “Our hero battles the many-armed corporate orge, breaking the spell of musical repression”.

 Η θητεία δε, του Johnson στον KAOS (FM) ήταν ίσως ότι σημαντικότερο μπορούσε να του συμβεί, με το δεδομένο ότι έκει μπήκαν οι βάσεις για την ποικιλομορφία που χαρακτηρίζει το μουσικό του γούστο.

 «Σίγουρα επωφελήθηκα από το γεγονός ότι σαν έφηβος βρέθηκα να εργάζομαι σε ένα ραδιόφωνο που είχε άπειρο κόσμο που ήξερε από μουσική και μοιραζόταν αυτή του τη γνώση μαζί μου. Εκεί έμαθα αρκετά για τη reggae και την R&B μουσική, την soul και το hip hop (είδη τα οποία χρησιμοποίησε σαν βασική αναφορά για το Dub Narcotic Sound System alias του) και για μουσικές από τον υπόλοιπο κόσμο. Και το σημαντικό ήταν, ότι όλα παρουσιάζονταν από το σταθμό σαν είδη με την ίδια δυναμική, σαν να ήταν αναπόσπαστο μέρος της ύπαρξης μας. Σαν το hip hop να ήταν η φόρμα που χρησιμοποιούσε η μαύρη μουσική για να εκφραστεί και μετά το punk rock ήταν αυτό που συνέβαινε (ειδικά στα 80s με την Washington σκηνή να πρωταγωνιστεί) και αυτά τα δύο είδη ήταν πνευματικά ευθυγραμμισμένα και αλληλοσυμπληρώνονταν με πολλούς διαφορετικούς τρόπους.»

 

Αξίες που τότε σίγουρα εξασφάλιζαν σε όσους είχαν αυτή την προσέγγιση μια θέση στα προοδευτικά μουσικά μυαλά της ανεξάρτητης σκηνής, αλλά σήμερα με τόση πληροφορία και τόσα είδη μουσικής διαθέσιμα, δεν είναι παρά η καθημερινότητα για κάποιους. Για παράδειγμα ο Calvin Johnson του σήμερα πόση νέα μουσική αντέχει; Και αν κάποτε λειτούργησε σαν φάρος για προσωπικότητες όπως ο Cobain και ηγήθηκε της K κοινότητας προετοιμάζοντας το Riot Grrrl κίνημα, πόσο ανάγκη έχει το σήμερα μια αντίστοιχη προσωπικότητα;

 «Ακούω μπόλικη νέα μουσική ακόμα. Και εκτός label. Πάντα θα ακούσω πράγματα που προσφέρει το διαδύκτιο όπως μουσική από την Αφρική, dance κυκλοφορίες από την Αμερική και την Ευρώπη, soul από το παρελθόν. Αλλά η αλήθεια είναι ότι προτιμώ να ακούω τη μουσική που φτιάχνουν οι φίλοι μου ή άνθρωποι που ξέρω. Για παράδειγμα το νέο album των Casual Dots που είναι η μπάντα της Christina Billotte (με την Kathi Wilcox από τις Bikini Kill, σε παραγωγή Guy Picciotto, από τους Fugazi). Αυτό είναι ένα από τα καλύτερα album που έχω ακούσει εδώ και χρόνια.

Και ειλικρινά δεν με ενδιαφέρει και τόσο να μαθαίνω τι είναι cool τελευταία. Οτιδήποτε και αν είναι η νέα τάση, σε πέντε χρόνια από τωρα θα ακούγεται σαν όλα τα άλλα που έχουν παρέλθει. Οπότε ίσως το μόνο θέμα μου μπορεί να υπάρχει σχετίζεται με το αν η μουσική που βγάζουν οι φίλοι μου είναι περισσότερη απόσο εγώ μπορώ να καταναλώσω. Αυτό είναι μια αλήθεια. Θυμάμαι να μιλάω με μια φίλη μου συγγραφέα που ζει στην Μισσούλα της Μοντάνα και να την ρωτάω αν έχει διαβάσει ένα βιβλίο που έχει γράψει μία άλλη γυναίκα από την ίδια πόλη. Και ασφαλώς μου απάντησε πως θα ήταν αδύνατο να βρει το χρόνο να διαβάσει όλα τα βιβλία που γράφουν οι φίλοι της ακόμα και αν είναι από την ίδια πόλη. Πολλές φορές δεν γνωρίζουμε καν αν κάποιος γνωστός μας έχει βγάλει κάτι καινούριο. Κάπως έτσι λειτουργεί και στη μουσική βιομηχανία νομίζω. Βγαίνουν τόσες κυκλοφορίες πλέον που είναι δύσκολο να ακούσεις ακόμα και αυτό που κάνουν οι φίλοι σου. Και σίγουρα, ο καθένας από τους φίλους μου είναι τόσο παραγωγικός και τόσο δημιουργικός και σίγουρα έχω μεγάλο κύκλο φίλων και σίγουρα όλοι είναι αρκετά καλοί στη μουσική που κάνουν.

Παρόλα αυτά δεν νιώθω την ανάγκη να κάνω ξανά ραδιόφωνο ή να ηγηθώ κάποιας κοινότητας πλέον. Υπάρχουν τόσες επιλογές, υπάρχει το Bandcamp και δεκάδες άλλα μέρη για να ακούσει κανείς μουσική. Είναι τέτοια η ποσότητα μουσικής που κυκλοφορεί καθημερινά και συμβαίνουν τόσο στον κόσμο πλέον που θέλει πάρα πολλή δουλειά για να πείσεις τον κόσμο να ακούσει μουσική. Οπότε ίσως ο καλύτερος τρόπος για να μάθεις για νέα μουσική είναι ο παραδοσιακός. Να ακούς ότι προτείνουν οι φίλοι σου.»

 Διαπίστωση που φέρνει την κουβέντα μας στο σήμερα. Παρακολουθώντας κανείς έστω και με αυτά τα μεγάλα διαστήματα «παύσεων» τις δύο τελευταίες δεκαετίες το δημιουργικό έργο του Calvin Johnson είναι αδύνατο να μην σταθεί στα ψυχωμένα grooves των Dub Narcotic. Το πρότζεκτ που πάντα έψαχνε τον επόμενο “out of the box” ήχο και καταφέρνει να φιλτράρει από τις post punk και hip hop μέχρι τις πιο dub επιρροές του. Σαν κάθε φορά να κυνηγάει μια προκλητική ηχογράφηση, έναν ήχο που θα φτάνει στον ακροατή τόσο ωμός ακόμα και αν εμπεριέχει ποπ μελωδίες. Τρανό παράδειγμα και το προσωπικό πρότζεκτ του 2018 με συμπαραγωγό τον Patrick Carney των Black Keys.

 

«Απλά προσπαθώ να δημιουργήσω κάτι καινούριο στ’αλήθεια και την ίδια στιμή να στήσω ένα καλό τραγούδι, ίσως κλασικό, με την έννοια που το αντιλαμβάνομαι εγώ. Κλασικό σαν αυτά αυτά που άφησαν πίσω τους σπουδαίοι songwriters της rhythm and blues, της country ή της soul. Δημιουργοί που άφησαν πίσω τους έργο με συνοχή και που στα περισσότερα κομμάτια τους αντιλαμβάνεται κανείς την ομοιότητα και το χαρακτηριστικό ύφος τους ακόμα και από τον τρόπο που βάζουν τις λέξεις μαζί ή την αίσθηση του οικείου που σου δημιουργούν τα τραγούδια τους.»

 Με αυτό το σκεπτικό είναι να απορείς πως πέραν του “Indian Summer” o κύριος Johnson δεν έχει σκοράρει ένα μαζικό χιτ ή τουλάχιστον δεν έχει μπει στο πειρασμό να σκαρώσει κάτι ανάλογο.

 «Ω ναι, το ξέρω. Το πρόβλημα είναι πως ό,τι και να κάνω στο τέλος θα ακούγεται σαν Calvin Music.»

 Λίγο πριν κλείσουμε (αυτό το αφιέρωμα και προχωρήσουμε σύντομα σε νέο άρθρο που σχετίζεται με την δράση του label) θέλησα να μάθω λίγα για το παρελθόν και όσα περισσότερα γίνεται για το παρόν και το μέλλον της K Records. Kαταλαβαίνω ότι προτίμησε να προσπεράσουμε με ένα απλό “Well, it's never easy” όλες αυτές τις κατηγορίες που οδήγησαν σε οικονομικό αδιέξοδο το label και μου προκαλεί αρχικά εντύπωση και έπειτα θαυμασμό το γεγονός ότι 400 κυκλοφορίες μετά, η K Records συνεχίζει να είναι one man show (“I'm just me. I'm just, just me”) ενός τύπου που πίσω στα 80s-90s άνοιξε το δρόμο για το indie / DIY δίκτυο, ενώνοντας ομοϊδεάτες από διαφορετικές ηπείρους και κρατώντας ψηλά τη σημαία της καλαίσθητης lo-fi μουσικής από την σκηνή της περιοχής του. Αρνούμενος να επαναπαυθεί στα 80s -90s -00s memorabilia ή τον  back catalogue των καλλιτεχνών που ανέδειξε, σήμερα αν και μόνος του, συνεχίζει ακάθεκτος να μας τροφοδοτεί με ενδιαφέρουσα μουσική και παράλληλα διατηρεί το ελαφρώς «ειρωνικό» αλλά «καθόλα ταπεινό» προφιλ του τύπου που απέφυγε με στυλ τη παγκόσμια αναγνώριση που απέκτησαν αρκετοί από τους συνοδοιπόρους - συνεργάτες του.

 Στη σχετικά «σκονισμένη» ενότητα του Avopolis, με τίτλο “Meet The Label” αναμείνατε σύντομα το υπόλοιπο μέρος της συνομιλίας με τον Calvin Johnson (αυτό που εστιάζει στις K Records ημέρες του) ενώ εδώ θα βρείτε τις επανεκδόσεις των Beat Happening.

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured