Η αγωνία του παίκτη φλίππερ πριν το tilt, από τους Who μέχρι τον Jean Luc-Godard

Ο Κώστας Θ. Καλφόπουλος, επιμελητής της έκδοσης «Multiball 8 Κείμενα για το Φλίππερ», μιλάει στον Θανάση Μήνα για το φλίππερ ως μέσο ψυχαγωγίας, σύμβολο παραβατικότητας και μέρος της pop κουλτούρας.

Θανάσης Μήνας
Θανάσης Μήνας

Tilt: η ένδειξη που εμφανίζει το φλίππερ όταν ξεκάνει τον παίκτη που προσπαθεί να το ξεγελάσει.

Multiball: η δυνατότητα να παίζει ο παίκτης με πολλές μπάλες συγχρόνως.

Από τα αλήστου μνήμης σφαιριστήρια ως τα πρώτα rock ‘n’ roll club και από τον κινηματογράφο ως τα παλιά καφενεία, το φλίππερ, νίκελ διάστικτο με λογής σχέδια και μοτίβα που απαστράπτουν σε γυάλινη επιφάνεια, υμνήθηκε αλλά και κυνηγήθηκε. Αποθεώθηκε στο Tommy των Who, που τραγούδησαν το “Pinball Wizard” στη μονομαχία του Roger Daltrey με τον Elton John. Όπως αρχικά και το μπιλιάρδο, αλλά και το jukebox, θεωρήθηκε μέσο ψυχαγωγίας αλλά και νεανικής παραβατικότητας. Σήμερα, επιβιώνει κυρίως σε μουσεία, σε συλλογές αμετανόητων και σε σκηνές ταινών του Jean-Luc Godard και του Νίκου Νικολαΐδη. Όπως εξάλλου σημειώνει και ο François Truffaut , «το μόνο κοινό χαρακτηριστικό των δημιουργών της nouvelle vague ήταν η ενασχόλησή τους με το φλίππερ».

Στον τόμο Multiball 8 Κείμενα για το Φλίππερ, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια, συγκεντρώνονται κείμενα των Dennis Göttel, Friedrich Kittler, Friedrich Wolfram Heubach, Paolo Virno, Κώστας Θ. Καλφόπουλος, Κώστας Κατσάπης, Λευτέρης Ξανθόπουλος, Χίλντα Παπαδημητρίου. Οι προσεγγίσεις τους είναι κοινωνιολογικές, σημειολογικές, πολιτισμικές, πολιτικές, κινηματογραφικές, μουσικές. Ένα οφειλόμενο hommage στο φλίππερ κι ένα ταξίδι στον vintage κόσμο του. Ο επιμελητής της έκδοσης Κώστας Θ. Καλφόπουλος μιλάει στο Avopolis.gr.

 

Αν δεν έχεις παίξει φλίππερ, δεν μπορείς να γράψεις γι’ αυτό

 

Ας ξεκινήσουμε βιωματικά. Θυμάσαι τις πρώτες σου παραστάσεις που αφορούν το φλίππερ; Γεννημένος το 1956, τη χρονιά που πέθανε ο Μπρεχτ και που εκδηλώνεται η Ουγγρική Επανάσταση, οι πρώτες εικόνες του φλίππερ αυτονόητα δεν εμπεριέχονται στη δεκαετία του ’60, αφού τα καφενεία και τα σφαιριστήρια ήταν αδιανόητα για τους μαθητές του Δημοτικού και το 1965 απαγορεύονται. Οπότε, οι πρώτες εικόνες, κυρίως, η πρώτη επαφή γίνεται στη Γερμανία το 1974, τότε ψυχροπολεμικά χωρισμένη σε Δυτική και Ανατολική, στις αίθουσες ψυχαγωγίας ακριβώς απέναντι από το Πολυτεχνείο της Καρλσρούης, όπου συχνάζαμε κατά κόρον (στις αίθουσες αντί στο Πολυτεχνείο). Να θυμίσουμε πως τα φλίππερ επανέρχονται πια τη δεκαετία του ’80, οπότε στο μεσοδιάστημα τα εντοπίζουμε στο εξωτερικό, Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία και αλλού. Από τα πρώτα φλίππερ που θυμάμαι πάντως, μέσα του ’70, είναι το μοντέλο της Bally, Globetrotters. Η δική μου «μεταπολίτευση», και των συνομηλίκων μου βέβαια, συνοδεύεται λοιπόν από τα φλίππερ.

Τι ήταν αυτό που σε παρακίνησε να γράψεις το Tilt πριν από μερικά χρόνια; Πόσες εκδόσεις έχει κάνει; Το Tilt! Δοκίμιο για το Φλίππερ, κυκλοφόρησε το 2005 από τις εκδόσεις Future κι ήταν το δεύτερο βιβλίο μου, μετά τα «κείμενα στην Εποχή» (Στην εποχή της περιπλάνησης, εκδ. Αλεξάνδρεια). Οι εκδόσεις Future εκείνη την περίοδο είχαν σημαντική παρουσία στον χώρο των αστεακών και πολιτισμικών σπουδών. Το δοκίμιο είχε δύο «γονείς»: κατ’ αρχάς, ένα κορίτσι στα χρόνια της Γερμανίας, που έπαιζε εξαιρετικό φλίππερ, καλύτερα από πολλά αγόρια και που μαζί του περιπλανηθήκαμε κάποια χρόνια στη ζωή και το φλίππερ. Χωρίς αυτό το κορίτσι, δεν ξέρω αν θα είχα γράψει εκείνο το δοκίμιο και σε εκείνη είναι αφιερωμένο. Ο δεύτερος «γονιός» είναι ο Peter Handke, φίλος του ποδοσφαίρου, των φλίππερ και των Beatles και το δικό του Δοκίμιο για το τζουκ-μποξ. Σε αυτόν οφείλω τη φόρμα, προσπαθώντας να αποφύγω ένα θεωρητικό κείμενο για το φλίππερ. Αν και απέσπασε καλές κριτικές, το Δοκίμιο δεν νομίζω πως είχε κάποια εκδοτική επιτυχία. Ίσως το θέμα να μην είναι τόσο γνωστό στην Ελλάδα και οι νεότεροι αναγνώστες είχαν άλλα ενδιαφέροντα. Επανεκδόθηκε πάντως, σε ανανεωμένη και εμπλουτισμένη μορφή, το 2017 και, βέβαια, το Multiball. 8 κείμενα για το φλίππερ είναι η θεωρητική τους προέκταση.

Με ποιο κριτήριο προχώρησες στην επιλογή των κειμένων για το Multiball; Ας δούμε τα κείμενα ένα προς ένα ξεχωριστά. Αυτή είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα ερώτηση! Τα κριτήρια ήταν εξ αρχής προσωπικά-βιωματικά, γιατί το φλίππερ είναι πρωτίστως βίωμα, αλλά και θεωρητικά. Αν δεν έχεις παίξει φλίππερ, δεν μπορείς να γράψεις και γι’ αυτό! Κατ’ αρχάς, είχα πάντα κατά νου μία έκδοση που να παρουσιάζει το φλίππερ από διαφορετικές οπτικές γωνίες, ακριβώς γιατί αυτό το αυτόματο της νεωτερικότητας έχει πολλές διαστάσεις, από την τεχνολογία και το βιομηχανικό ντηζάιν μέχρι τις πολιτισμικές και κοινωνιολογικές προσεγγίσεις του παιγνιδιού, αλλά και της νεολαίας κτλ. Σημαντική βοήθεια και στήριξη υπήρχε και από τον Κώστα Κατσάπη, έναν κοινωνιολόγο που ασχολείται με την ιστορία, τα μουσικά ρεύματα και τις (υπο)κουλτούρες της νεολαίας, με σημαντικό έργο στον τομέα αυτό, ο οποίος μου είχε ζητήσει ένα άρθρο για το φλίππερ, για τη συλλογή κειμένων, Οι απείθαρχοι. Από τα 8 κείμενα του βιβλίου, τα 4 ξένα (3 γερμανικά και 1 ιταλικό) μού ήταν γνωστά ήδη πολλά χρόνια πριν, στη Γερμανία, κυρίως ο Heubach, με την εξαιρετική του φαινομενολογία. Ο Kittel και ο Göttel, εμφανίστηκαν κάπως αργότερα, αλλά το κείμενο του Göttel, για τις αναπαραστάσεις του φλίππερ στον κινηματογράφο, θα έλεγα, πως πυροδότησε το εγχείρημα. Το θεωρώ κείμενο-κλειδί στη σχετική βιβλιογραφία. Ο Βίρνο, επίσης μου ήταν γνωστός, αλλά το άρθρο του το εντόπισε ένας φίλος. Ο Virno, θα έλεγα, αποκαθιστά τη «χαμένη τιμή των διανοουμένων», που, στην Ελλάδα κυρίως, συνήθως απαξιώνουν τέτοια θέματα. Ύστερα, συζητώντας με τον Κ. Κατσάπη, θεώρησα αυτονόητη και τη δική του συμβολή, για τα σφαιριστήρια, όπως και τη συμβολή της Χίλντας Παπαδημητρίου, για το μουσικό κομμάτι, ένα επίσης εξαιρετικό κείμενο. Με τον πρόσφατα χαμένο Λευτέρη Ξανθόπουλο, που γνωριζόμασταν από τα χρόνια της Γερμανίας, καταλήξαμε σε ένα διήγημά του, που με επανάφερε στο παρελθόν μας. Να θυμίσω μόνο, πως ένα επιπλέον κίνητρο ήταν και ο Χρήστος Βακαλόπουλος, έστω in memoriam, μανιώδης παίκτης. Το βιβλίο δικαιωματικά αφιερώνεται στη μνήμη τους. Φυσικά, χωρίς τον Τάκη Φραγκούλη και τον Κώστα Λιβιεράτο, δεν θα είχαμε τέτοιο αποτέλεσμα, ειδικά στις δύσκολες συνθήκες της πανδημίας.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ: Όταν ο Λέανδρος Κυριακόπουλος άκουσε ηλεκτρονική μουσική, όλα άλλαξαν. Κι από τα έδρανα του Παντείου, έφτασε να γράφει βιβλίο για το rave.

Η παρουσία του φλίππερ στον κινηματογράφο είναι τεράστιο κεφάλαιο, από τη nouvelle vague ως το Tommy. Ορθά υπογραμμίζεται η οικειότητα που εμφανίζεται στις ταινίες των Γάλλων δημιουργών σε αντίθεση με την παραβατικότητα που του προσδίδουν οι Αμερικανοί. Πού το αποδίδεις; Αυτή η οικειότητα, όπως λες, ουσιαστικά υποκρύβει μία τρόπον τινά όσμωση πολιτισμική ανάμεσα στον κόσμο του φλίππερ και τον κόσμο του κινηματογράφου. Εξάλλου, το ίδιο το αυτόματο παράγει και αναπαράγει εικόνες της βιομηχανίας του πολιτισμού και ο κινηματογράφος είναι το κατ’ εξοχήν «εργοστάσιό» της. Από την άλλη, το φλίππερ εμφανίζεται και στις αμερικανικές ταινίες του '40-'50, κυρίως σε αστυνομικές και b-movies, όλα αυτά τα θεματοποιεί ο Göttel εξαιρετικά. Ακόμα όμως και στις ταινίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου εμφανίζονται, έστω διακοσμητικά κυρίως, ως στοιχείο του αμερικανικού τρόπου ζωής. Το ζήτημα της παραβατικότητας, ως μοτίβο στις αμερικανικές ταινίες, έχει να κάνει και με την ιστορία του αυτόματου, όταν διώχθηκε απηνώς τη δεκαετία '30-'40 από τις αρχές, καθ’ ότι ήταν τζογαδόρικο παιγνίδι. Όταν επανήλθε στο προσκήνιο, αναγραφόταν ρητά στο backglass «μόνο για διασκέδαση» (For amusement only). Να επισημάνουμε πως η Γαλλία είναι η κατ’ εξοχήν χώρα και κοινωνία που είναι σε θέση να συνομιλεί ισότιμα με τον μεταπολεμικό αμερικανικό πολιτισμό και την pop κουλτούρα και να αφομοιώνει δημιουργικά τα μοτίβα τους. Το κάνει βέβαια και η Γερμανία, αλλά από τη θέση του «ηττημένου» του 2ου Παγκόσμιου Πολέμου και ως «κατεχόμενη χώρα» τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.

Να σταθούμε λίγο στο Tommy; Η rock όπερα των Who προσέδωσε στο φλίππερ ιδιότητες cult λατρείας. Πράγματι, όπως σωστά αναφέρεις, με το Tommy το φλίππερ αποκτά λατρευτικές ιδιότητες, θα έλεγε κανείς «απογειώνεται» ως ήχος, αλλά και ως φαντασίωση. Η φαντασμαγορία του στην ταινία και το LP είναι εκρηκτική. Φυσικά, αυτή η μουσική και κινηματογραφική μυθολογία κάπου αλλοιώνει την «οντολογία» του, αλλά είναι στους κανόνες της βιομηχανίας του πολιτισμού κι αυτό. Και πάνω σ’ αυτό η Χίλντα έχει σαφώς περισσότερα να πει, με βάση και το κείμενό της.

Φλίππερ και rock ‘n’ roll. Αξεδιάλυτα δεμένα μέχρι κάποια εποχή. O αυστριακός συγγραφέας Peter Handke σε μια σχετική περιγραφή του χρησιμοποιεί ως παράδειγμα το “I Saw Her Standing There” για να υπογραμμίσει αυτή τη σχέση...  Ναι, το κάνει στο Δοκίμιο για το τζουκ-μποξ. Στο «ζεύγος» που αναφέρεσαι να προσθέσουμε φυσικά και το τζουκ-μποξ. Εδώ, έχουμε ένα πολιτισμικό «τρίγωνο των Βερμούδων», όπου θα χαθεί, με την καλή έννοια, ένα σημαντικό κομμάτι της μεταπολεμικής νεολαίας, όταν οι πατεράδες τους, βετεράνοι του πολέμου, χτίζουν έναν «νέο θαυμαστό κόσμο» για τα παιδιά τους, χωρίς να γνωρίζουν ότι ουσιαστικά δημιουργούν οι ίδιοι τις συνθήκες αμφισβήτησης και χειραφέτησης της νεολαίας. Αυτό έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, από κοινωνιολογική και πολιτισμική σκοπιά. Ο Handke είναι ο κατ’ εξοχήν συγγραφέας της pop λογοτεχνίας, και φυσικά υπογραμμίζει αυτές τις σχέσεις ανάμεσα στην περιπλάνηση, τη μουσική και τον κινηματογράφο. Κάτι ανάλογο κάνει και ο Wim Wenders στα πρώτα του σκηνοθετικά βήματα.

Να δούμε λίγο το κεφάλαιο «φλίππερ και ηθικός πανικός», τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό; Αυτό είναι ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον θέμα, που το έχει αναδείξει πρωτίστως ο Κώστας Κατσάπης. Ο ηθικός πανικός (moral panic) φυσικά προέρχεται κυρίως από την Αμερική, σε εποχές όπου η αμερικανική κοινωνία ζει με διαρκείς φοβίες: πυρηνικό ολοκαύτωμα, ρωσικός κίνδυνος, Αρειανοί, ηθική κατάπτωση. Αυτός ο πανικός θα περάσει και στην Ευρώπη, φυσικά και στη χώρα μας, αλλά με τα ιδιαίτερα εθνικά χαρακτηριστικά. Στην Ελλάδα, ο «κίνδυνος» παραμονεύει κυρίως μέσα στην οικογένεια και βέβαια, στο ενδεχόμενο της διαφθοράς της νεολαίας. Πάντως, δεν είναι τόσο το φλίππερ καθ’ αυτό, αν κι εκεί υπάρχει ένας φόβος για το «χαρτζηλίκι» των παιδιών, όσο οι χώροι που το στεγάζουν (καφενεία, μην ξεχνάμε πως τα Μηχανάκια, του Μένη Κουμανταρέα εκτυλίσσονται σ’ ένα καφενείο, αίθουσες ψυχαγωγίας, σφαιριστήρια, λούνα-παρκ), άρα και οι «κακές παρέες». Το βλέπουμε και στις παλιές ελληνικές ταινίες. Αυτός ο ηθικός πανικός οφείλεται αφ’ ενός στην άγνοια των μεγαλυτέρων, αλλά και στον εν γένει συντηρητισμό της αγροτικής, κυρίως, κοινωνίας, που ήταν η Ελλάδα το ’60, ανεξαρτήτως πολιτικής προέλευσης. Και η Βλάχου, στην Καθημερινή, αλλά και η Αυγή, δυσφορούν με το rock 'n' roll  και τα φλίππερ, σε αντίθεση με τον Μαστοράκη, των Μοντέρνων Ρυθμών.

Δεν είναι οξύμωρο ότι στην Ελλάδα η απαγόρευση του φλίππερ ψηφίζεται, όχι από κυβέρνηση της Δεξιάς, αλλά από κυβέρνηση του Κέντρου (1965, επί Γεωργίου Παπανδρέου) και μάλιστα, με την επιβράβευση της τότε Αριστεράς (ΕΔΑ). Συνδέεται με τον αντιαμερικανισμό που επικρατούσε στη χώρα μας; Πράγματι οξύμωρο και προσωπικά, δεν έχω κατασταλαγμένη απάντηση. Θα έλεγα ότι είναι και δεν είναι οξύμωρο το σχήμα, γιατί: ναι μεν πολιτικά, η Ένωση Κέντρου είναι ένα προοδευτικό κόμμα, σε σχέση με τον συντηρητισμό της ΕΡΕ, αλλά και με το πρόγραμμά της, όμως, κοινωνικά, ως «λαϊκό κόμμα» έχει μεγάλο όγκο συντηρητικών ψηφοφόρων, αγροτών, μικροαστών και «νοικοκυραίων», όπως λέμε. Από την άλλη, η ΕΚ πιέζεται από τη δεξιά παράταξη και τον Τύπο της και ουσιαστικά υπαναχωρεί. Παράλληλα, κλείνει και το μάτι στην Αριστερά (ΕΔΑ, Αυγή), που κι αυτή δε «χωνεύει» τα φλίππερ. Ο αντιαμερικανισμός, όπως σωστά αναφέρεσαι, δεν είναι μονοσήμαντος. Πολιτικά, ΕΡΕ και ΕΚ είναι σαφώς φιλοαμερικανικά κόμματα και ο Γεώργιος Παπανδρέου δεδηλωμένος αντικομμουνιστής. Από την άλλη, οι ίδιες φιλοαμερικανικές δυνάμεις εναντιώνονται στον «αμερικανικό τρόπο ζωής», που τον θεωρούν ως μοχλό για τον εκμαυλισμό της νεολαίας. Μην ξεχνάμε και την Εκκλησία με το Κατηχητικό της! Η αριστερά πάλι, θέλει τη νεολαία στις διαδηλώσεις και όχι στα σφαιριστήρια, ούτε στα γήπεδα. Είναι αυτό το «πρόταγμα ελευθερίας», στο οποίο αναφέρεται και ο Βακαλόπουλος, που συμπιέζει τη νεολαία μέχρι και στα χρόνια της χούντας. 

Πότε περίπου παρακμάζουν τα σφαιριστήρια, φιλόξενοι χώροι για το φλίππερ, στην Ελλάδα; Δυστυχώς δεν έχουμε στατιστική τεκμηρίωση για να δώσουμε μια σαφή απάντηση. Υποθέτουμε βάσιμα, ότι γύρω στο ’90 αρχίζουν και κλείνουν τα περισσότερα, αν και σε κάποιες γειτονιές της Αθήνας πρέπει ακόμη κάποια να λειτουργούν, φυσικά σε φθίνουσα πορεία. Από την άλλη, έπαιξε ρόλο και το γεγονός ότι από το ’80 και μετά, κάποια μετατράπηκαν σε «αίθουσες ψυχαγωγίας» με video games και ηλεκτρονικά, πολλά από αυτά ήταν πηγή παράνομου κέρδους για τους ιδιοκτήτες και τους παίκτες, σε κάποια υπήρχαν πάντως και φλίππερ. Εκεί οφείλεται και η τελική απαγόρευση των φλίππερ, γύρω στο 2000, ύστερα από κοινοτική οδηγία. Αλλά ήδη τα «μηχανάκια» είχαν κάνει τον κύκλο τους, αφού πρώτα είχαν κλείσει ουσιαστικά οι βιομηχανίες παραγωγής, Gottlieb, Bally, Williams κ.ά. Τα σφαιριστήρια κλείνουν σταδιακά και για τον κύριο λόγο ότι με την είσοδο της μαζικής ηλεκτρονικής τεχνολογίας, εξατομικεύεται η διασκέδαση της νεολαίας, οι νέοι εγκαταλείπουν τους δημόσιους χώρους και επιστρέφουν στον ιδιωτικό (σπίτι). Τα φλίππερ, στην Ελλάδα, κατά την περίοδο 50-60 τα εύρισκες σχεδόν παντού: στα καφενεία, στα σφαιριστήρια, στις αίθουσες ψυχαγωγίας, στα λούνα-παρκ, κάποιοι εκτιμούν ακόμα και σε κάποια κουρεία.

 

Μαρξιστικά μιλώντας, το φλίππερ, όπως και το ξαδελφάκι του, το jukebox, αποτέλεσαν απότοκα του φορντικού τρόπου παραγωγής; Αυτή η άποψη, που την ενστερνίζεται και την τεκμηριώνει ο Paolo Virno έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον: ταιηλορισμός και φορντισμός στο φλίππερ ή το φλίππερ ως «μεταφορά» στη βιομηχανική παραγωγή, ο παίκτης-εργάτης (αλλά, ποιος είναι το αφεντικό; η εταιρία; το μηχανάκι;). Και στο «μηχανάκι» υπάρχει ένας ταιηλορισμός, ο παίκτης πρέπει να κατανείμει σωστά την «εργασία» του (παιγνίδι), για να είναι αποτελεσματικός, δηλαδή παραγωγικός σε πόντους και παιγνίδια. Η μετεξέλιξη του «αυτόματου», πιο διαδραστικό, πιο πολύπλοκο, έχει στοιχεία φορντισμού, αμφότερα τα στοιχεία ήδη ενυπάρχουν στο στάδιο της βιομηχανικής παραγωγής του. Ο παίκτης-εργάτης είναι εξάρτημα της «μηχανής», που λειτουργεί όμως σε «αντιπαραγωγικό» χρόνο, σε οικονομικό-κοινωνικό επίπεδο, δηλαδή, έξω από την εργασία και την παραγωγή, αλλά, παράλληλα, και σε «παραγωγικό» χρόνο εντός του παιγνιδιού: παίζω και κερδίζω. Πράγματι, χάρις στον Virno, ανοίγεται ένας ορίζοντας της «πολιτικής οικονομίας του φλίππερ», ένα στοίχημα για κάθε ανοιχτόμυαλο μαρξιστή, αρκεί όμως να ξέρει φλίππερ! Για το τζουκ-μποξ τα πράγματα κάπως διαφέρουν, είναι Μέσο, δεν είναι καθαυτό «αυτόματο». Και τα δύο όμως, συμβάλλουν σημαντικά όχι μόνο στην ψυχαγωγία των νέων, αλλά και στην κοινωνικοποίησή τους. Επιπλέον, και τα δύο εξοικειώνουν τη νεολαία με την τεχνολογία και την ιδεολογία του «αμερικανικού όνειρου». Εξού και η εχθρότητα της αριστεράς, κυρίως στην Ελλάδα.

Στο πιο ελεγειακό κείμενο της ανθολογίας, που πρωτοδημοσιεύθηκε στο ιστορικό Manifesto, ο Paolo Virno σημειώνει: «Η μεταμόρφωση των παιχνιδομηχανών δεν είναι παιχνίδι. Συνδέεται με τις αλλαγές στις κοινωνικές και εργασιακές σχέσεις». Πιστεύεις ότι το φλίππερ απλώς ξεπεράστηκε από νεότερες τεχνολογίες ή συνέβαλαν και άλλοι παράγοντες στην εξαφάνισή του; Κάθε άνοδος και πτώση ενός φαινομένου είναι πολυπαραγοντική και σ’ εμάς απομένει να διερευνήσουμε τους κύριους και δευτερεύοντες λόγους στη συνάρτησή τους. Το φλίππερ, με τη σειρά του, εξοβελίζει τα παραδοσιακά παιγνίδια, κυρίως του δρόμου, αλλά φέρνει και τη νεολαία σε νέους δημόσιους, κοινωνικούς χώρους (σφαιριστήρια, κλαμπ κτλ.). Το τζουκ-μποξ ξεπερνά για κάποιο διάστημα το ραδιόφωνο και το πικ-άπ, μαζικοποιεί στα «κλαμπάκια» το «άκουσμα» και το κάνει ταυτόχρονα δημόσιο και διαδραστικό, δηλαδή, χορεύω στη μελωδία του τζουκ-μποξ με την παρέα ή με το κορίτσι μου. Οι νεότερες τεχνολογίες πάντα λειτουργούν ως «καταλύτες» σε δύο επίπεδα: κατασκευάζονται νέα γκάτζετ, άρα διαμορφώνονται και μεταβάλλονται οι καταναλωτικές επιλογές και συμπεριφορές του κοινού, και επιπλέον, λύνει παλιά προβλήματα, δημιουργώντας όμως νέα κ.ο.κ. Το κύριο, θα έλεγα, χαρακτηριστικό, «επαναστατικό» κατά κάποιον τρόπο, είναι στον 21ο αιώνα η κινητικότητα (mobility), δηλαδή, μπορώ να κάνω ή να έχω σχεδόν τα πάντα παντού.

Ο Benjamin έχει γράψει θαυμάσια κείμενα για τη μαζική κουλτούρα. Σ’ αυτά, ποια νομίζεις θέση θα είχε το φλίππερ; Εξαιρετική ερώτηση! Ο Μπένγιαμιν βρίσκεται σε μία «υπόγεια διαμάχη» με τους Adorno-Horkheimer, κυρίως μεταξύ του Μονόδρομου και της Διαλεκτικής του διαφωτισμού, φυσικά σε γενικές γραμμές μιλώντας. Ο Benjamin γοητεύεται από τα παιγνίδια, ήταν και ο ίδιος συλλέκτης και έχει γράψει σχετικά κείμενα. Οι Adorno-Horkheimer από την άλλη, είναι πολέμιοι της βιομηχανίας του πολιτισμού (Kulturindustrie). Όμως και τα δύο στρατόπεδα έχουν τα επιχειρήματά τους. Ο Benjamin, ήδη στον Μονόδρομο, δηλαδή, σχεδόν 100 χρόνια πριν, εντάσσει στη θεώρησή του το «αυτόματο», άρα, μπορούμε βάσιμα να εικάσουμε, πως, αν είχε καταφέρει να πάει τελικά Αμερική, περιμένοντας μάταια την πολυπόθητη βίζα, θα είχε γράψει ένα σχετικό κείμενο, για να μην πω θα έπαιζε κιόλας. Αυτό το ερώτημα μ’ ενδιαφέρει κι εμένα, αλλά θα χρειαζόταν τουλάχιστον μια εξάμηνη υποτροφία στο εξωτερικό, ώστε να ψάξει κανείς τις Βιβλιοθήκες και τα Αρχεία.

Η αγωνία του παίκτη μπροστά στο φλίππερ παρουσιάζει ομοιότητες με την αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτυ; Συνεχίζεις απτόητος, χαίρομαι! Κατ’ αρχάς, να ξεκαθαρίσουμε κάτι: τον τερματοφύλακα τον διακατέχει ανάλογη αγωνία με τον παίκτη που καλείται να χτυπήσει το πέναλτυ, η έκβαση είναι ανοιχτή και για τους δύο σ’ αυτή τη ρωσική ρουλέττα. Αυτό το ξέρουμε όσοι έχουμε παίξει ποδόσφαιρο και έχει σχολιαστεί σε διάφορα σχετικά κείμενα. Θα έλεγα πάντως, πως όντως υπάρχει μια «κρυφή αγωνία» του παίκτη που καλείται να αναμετρηθεί με το αυτόματο: ποιος είναι καλύτερος; το φλίππερ ή ο παίκτης; Όσο όμως ο παίκτης εξοικειώνεται με το «μηχανάκι», άρα οι δεξιότητες αυξάνουν προοδευτικά, τόσο η αγωνία δίνει τη θέση της στην ένταση του παιγνιδιού: θα κερδίσω την extra ball; θα βγάλω special; θα κάνω highscore; Και βέβαια, θα νικήσω τον συμπαίκτη μου;

Η ένδειξη Tilt, που σε πετάει έξω από το παιχνίδι, εκφράζει την άρνηση, την αγανάκτηση του φλίππερ να το ταρακουνάς στην προσπάθειά σου να το «κλέψεις». Είναι ηδονή όταν τα καταφέρνεις, έτσι δεν είναι; Το Tilt είναι η θεμιτή κύρωση, η «τιμωρία» του αυτόματου στον κακό παίκτη, αλλά και το «παράπονό» του: πρέπει να σέβεται κανείς τους κανόνες του παιγνιδιού! Είναι άλλο πράγμα να «ταρακουνάς», όπως λες, στο νόμιμο όριο το μηχάνημα, ό,τι ο Umberto Eco χαρακτηρίζει ως το «παιγνίδι των γοφών», στο Εκκρεμές του Φουκώ, και άλλο να το μεταχειρίζεσαι σκαιά. Ο καλός παίκτης αναπτύσσει μία «ερωτική σχέση» με το φλίππερ, η φύση του παιγνιδιού και ο όγκος του αυτόματου σε οδηγούν σε αυτή: ο παίκτης «αγκαλιάζει» μεταφορικά και κυριολεκτικά το φλίππερ, όσο τού συμπεριφέρεσαι σωστά, σε ανταμείβει, αλλιώς σε αποκλείει από το παιγνίδι. Θα έλεγα ότι το στοιχείο της «ηδονής» έγκειται κυρίως στην τεχνική: ένα πετυχημένο, εύστοχο ανάποδο ρεβέρ, για παράδειγμα, είναι πιο σημαντική ικανοποίηση από το να πετύχεις τυχαία ένα highscore. Ο Νίκος Νικολαΐδης στον Οργισμένο Βαλκάνιο έχει δώσει το καλύτερο δείγμα γραφής σ’ αυτή την «ηδονή». Να θυμίσω, καταληκτικά, πως φανατικοί παίκτες του φλίππερ ήταν ο Νίκος Δήμου, ο Βασίλης Βασιλικός, ο Φίλιππος Ηλιού και πολλοί άλλοι βέβαια.

 

To Multiball: 8 Κείμενα για το Φλίππερ, σε επιμέλεια του Κώστα Θ. Καλφόπουλου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια. 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

1/4 του αιώνα μουσικής πορείας, ένας νέος δίσκος (As The Love Continues), μία από τις κορυφαίες στιγμές της ...

Αεικίνητος μουσικά Γάλλος, αφεντικό της Ed Banger από την οποία ακούσαμε τους Justice, μάνατζερ των Daft Punk για

Ο Κώστας Θ. Καλφόπουλος, επιμελητής της έκδοσης «Multiball 8 Κείμενα για το Φλίππερ», μιλάει στον

FEATURED TODAY

1/4 του αιώνα μουσικής πορείας, ένας νέος δίσκος (As The Love Continues), μία από τις κορυφαίες στιγμές της καριέρας των Mogwai και μαζί, το πρώτο τους νο

Ο Άρης Καζακόπουλος φτιάχνει λίστες, λίστες, λίστες. Στο νέο του Listomania, αποχαιρετά με τη σειρά του τους Daft Punk, σκαρφαλώνοντας προς την κορυφή, με τα

Κάθε μήνα το Avopolis θα συγκεντρώνει τους δίσκους που έμειναν λίγο παραπάνω στα ακουστικά του. Τον καθόλου ήρεμο Φεβρουάριο, απολαύσαμε, μεταξύ άλλων, το ...

HOT STORIES

Top