Ma Rainey

Συχνά την αποκάλεσαν «Μητέρα των Μπλουζ». H Ma Rainey ήταν γνωστή για τη βαθιά κοντράλτο φωνή της και τη μαγευτική σκηνική της παρουσία, στις αρχές του εικοστού αιώνα. Ήταν επίσης μια από τις πρώτες συνθέτριες στην ιστορία, σε μια εποχή που στις γυναίκες δινόταν μόνο ρόλος τραγουδίστριας, ενώ οι στίχοι της αντανακλούσαν τις εμπειρίες της ως ανεξάρτητης, ανοιχτά αμφιφυλόφιλης Αφροαμερικανίδας.

Η Ma Rainey γεννήθηκε ως Gertrude Pridgett στο Κολόμπους της Τζόρτζια, στις 26 Απριλίου 1886. Οι γονείς της ήταν επίσης τραγουδιστές. Η Rainy επέδειξε ταλέντο στο τραγούδι από νεαρή ηλικία και άρχισε να εμφανίζεται ως έφηβη. Έκανε το ντεμπούτο της με την επιθεώρηση Bunch of Blackberries στην τοπική Όπερα Springer. Στη συνέχεια άρχισε να τραγουδάει με περιοδεύοντα σχήματα vaudeville σε παραστάσεις σκηνών, honky-tonks και καρναβάλια.

Σε αυτό τον κύκλο των παραστάσεων που γνώρισε τον κωμικό, τραγουδιστή και χορευτή Will Pa Rainey, και οι δυο τους παντρεύτηκαν το 1904. Σχημάτισαν ένα ντουέτο (Ma and Pa Reiny) και περιόδευσαν με διάφορους αφροαμερικανικούς θιάσους minstrel και ομάδες vaudeville. Minstrel ονομαζόταν αρχικά ο «διασκεδαστής, στη μεσαιωνική Ευρώπη. Ο όρος περιέγραφε αρχικά οποιοδήποτε είδος διασκεδαστή, όπως μουσικό, ζογκλέρ, ακροβάτη, τραγουδιστή ή γελωτοποιό. Αργότερα, από τον δέκατο έκτο αιώνα, κατέληξε να σημαίνει έναν εξειδικευμένο διασκεδαστή που τραγουδούσε μπαλάντες (δηλαδή έμμετρες αφηγήσεις) και έπαιζε μουσικά όργανα.

Η Rainey και ο σύζυγός της χώρισαν ύστερα από περίπου δώδεκα χρόνια γάμου. Στη συνέχεια, εκείνη δημιούργησε τη δική της παράσταση: "Madame Gertrude Ma Rainey and Her Georgia Smart Set".

Με το ερμηνευτικό της στυλ, η Rainy άσκησε επιρροή στη γεφύρωση των παραδόσεων του vaudeville και των αυθεντικών μπλουζ του Νότου. Το φωνητικό της στυλ, όπως και τα φωνητικά στα αρχέγονα μπλουζ, απηχούν τις παραδόσεις του «call and response», που προήλθαν από τα τραγούδια αφήγησης της Δυτικής Αφρικής. Οι Αφρικανοί αιχμάλωτοι τα μετέδιδαν από γενιά σε γενιά. Η δυνατή φωνή της Rainy και το χαρακτηριστικό «βογκητό» στυλ τραγουδιού της τροφοδότησαν επίσης την επιτυχία της. Ως μια ζωντανή σκηνική παρουσία, ήταν γνωστή για τα χρυσά δόντια της, τα φανταχτερά ρούχα και κοσμήματά της, και για την προσωπική της σύνδεση με το κοινό της.

Έτσι, η Rainey άρχισε να ενσωματώνει τραγούδια και δομές μπλουζ στις παραστάσεις της, συμβάλλοντας στην πρωτοπορία ενός είδους που θα ψυχαγωγούσε τα πλήθη, ενώ παράλληλα θα μιλούσε ειλικρινά για τη ζωή των μαύρων στην Αμερική. Αυτή η προσέγγιση αιχμαλώτισε τη φαντασία πολλών Αφροαμερικανών σε μια μεταμορφωτική στιγμή κατά την οποία, χάρη στη Μεγάλη Μετανάστευση, τα μακροχρόνια χάσματα μεταξύ Βορρά και Νότου, αγροτικού και αστικού, παλαιού και μοντέρνου διαβρώνονταν ή θόλωναν. Η δυαδικότητα της Rainey την έκανε επιτυχία στο κοινό του Νότου, καθώς και στο Σικάγο, όπου ηχογράφησε - και έθεσε ένα πρότυπο για μελλοντικά κύματα μαύρης μουσικής καινοτομίας υψηλού και χαμηλού επιπέδου.

Η ζωή ως περιοδεύων διασκεδαστής δεν ήταν εύκολη για τους Αφροαμερικανούς στις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα. Ο Σύνδεσμος Κρατήσεων Ιδιοκτητών Θεάτρων (TOBA) κανόνιζε πολλές από τις παραστάσεις τους. Ο TOBA ήταν γνωστός για τις εκμεταλλευτικές συνθήκες εργασίας του και τους χαμηλούς μισθούς που πλήρωνε στους Αφροαμερικανούς ηθοποιούς. Πολλοί τελικά ισχυρίστηκαν ότι ο TOBA σήμαινε μεταφορικά «Σκληρός για τους Μαύρους Καλλιτέχνες» («Tough on Black Artists»).

Παρόλα αυτά, η Rainey ήταν ακλόνητη, με απήχηση σε όλο τον Νότο και τη Μεσοδυτική Αμερική. Οι εμφανίσεις της προσέλκυαν ένα κοινό φυλετικά ανάμεικτο (αν και στις θέσεις εξακολουθούσαν να είναι είναι διαχωρισμένο), αποδεικνύοντας την ευρεία απήχησή της. Η δίωρη παράστασή της συνήθως ξεκινούσε με τζαζ κομμάτια από το συγκρότημα και μια παράσταση από μια σειρά κοριτσιών χορωδίας. Μετά από κωμικές εμφανίσεις και άλλα συγκροτήματα, η Rainey έκανε τη μεγαλοπρεπή της είσοδο και αιχμαλώτιζε το κοινό με τραγούδια όπως τα "I Ain't Got Nobody", "A Good Man is Hard to Find" και το encore της, το μετέπειτα πολυδιασκευασμένο "See See Rider Blues".

Η Rainy υπέγραψε συμβόλαιο ηχογράφησης με την Paramount Records το 1923, καθιστώντας την μία από τις πρώτες ηχογραφημένες μουσικούς μπλουζ. Μεταξύ 1923 και 1928, ηχογράφησε σχεδόν 100 δίσκους, πολλοί από τους οποίους αποτελούν εθνικές επιτυχίες που αποτελούν πλέον μέρος του αμερικανικού μουσικού κανόνα. Στην ηχογράφηση του "See See Rider Blues" του 1924 την συνόδευε στην τρομπέτα ο νεαρός Louis Armstrong∙ σήμερα αποτελεί τμήμα του Εθνικού Μητρώου Ηχογραφήσεων της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου.

Στη δεκαετία του 1920. Η Ma Rainey και η μπάντα της μπορούσαν να βγάλουν περίπου 350 δολάρια την εβδομάδα σε περιοδείες με τον Σύνδεσμο Κρατήσεων Ιδιοκτητών Θεάτρων (συγκριτικά, ο George Williams και η Bessie Brown μπορούσαν να βγάλουν 175 δολάρια, ενώ η σούπερ σταρ Bessie Smith έβγαζε 600 δολάρια). Η ικανότητά της να διαπραγματεύεται σημαντικά συμβόλαια, σε συνδυασμό με τη γενναιοδωρία της, την έκανε αγαπημένη αρχηγό μπάντας μεταξύ των μουσικών. «Ονειρευόμουν να ενταχθώ στην μπάντα της Ma Rainey επειδή φερόταν στους μουσικούς της τόσο υπέροχα και πάντα τους αγόραζε ένα όργανο», έχει πει ο μεγάλος βιμπραφωνίστας της της τζαζ, Lionel Hampton.

Όμως, ενώ η Rainy έβγαζε καλά χρήματα από τις εμφανίσεις της, στο αντίποδα δεν εισέπραττε ούτε το ελάχιστο από αυτά που της αναλογούσαν από τις πωλήσεις των δίσκων της. Οι φυλετικές διακρίσεις επεκτείνονταν και στη δισκογραφία και καθόριζαν τα συμβόλαια που υπέγραφαν οι Αφροαμερικανοί καλλιτέχνες με τις εταιρείες. Τα στελέχη των ετιαρειών εξανάγκαζαν τους τραγουδιστές του μπλουζ -ειδικά εκείνους που δεν είχαν εμπειρία στη δισκογραφική βιομηχανία- να υπογράψουν μελλοντικά δικαιώματα ή ακόμα και την ιδιοκτησία των τραγουδιών τους, αφήνοντας πολλούς καλλιτέχνες άπορους μετά την κορύφωση της δημοτικότητάς τους.

Αυτό το τέχνασμα ήταν προσφιλές στην δισκογραφική εταιρεία Paramount, στην οποία ανήκε η Rainey - παρά το γεγονός ότι η εταιρεία σε μεγάλο βαθμό διευθυνόταν από έναν μαύρο παραγωγό, τον J. Mayo Williams. Ο Williams ήταν γνωστός ως εξίσου αδίστακτος με τους λευκούς ομολόγους του: αργότερα θα έλεγε ότι ασπαζόταν το αξίωμα της μουσικής βιομηχανίας «σκάσε τον καλλιτέχνη πριν σε σκάσει αυτός» και ότι εννέα στους 10 καλλιτέχνες της Paramount δεν λάμβαναν δικαιώματα ανεξάρτητα από τις πωλήσεις των δίσκων τους. Ήταν κοινή πρακτική για τον Williams να αγοράζει τραγούδια απευθείας από καλλιτέχνες για 5 έως 20 δολάρια, να κρατά τα δικαιώματα για τον εαυτό του και να κάθεται αναπαυτικά και να βγάζει ένα σταθερό εισόδημα από αυτά, ενώ οι ίδιοι οι καλλιτέχνες δυσκολεύονταν.

Η Paramount έλυσε το συμβόλαιο της Ma Rainy το 1928. Δεν είναι σαφές αν έλαβε δικαιώματα για τις ηχογραφήσεις της ως τότε. Το 1935, πάντως, στράφηκε σε ένα άλλο είδος επιχείρησης, όταν αγόρασε δύο κινηματογραφικές αίθουσες στο Κολόμπους της Τζόρτζια. Τις διαχειριζόταν μέχρι τον θάνατό της, τέσσερα χρόνια αργότερα.

Η σύνθεση τραγουδιών της Rainey ήταν αξιοσημείωτη για την ωμή απεικόνιση της ζωής από την οπτική γωνία μιας γυναίκας που παλεύει με θλίψη, κατάθλιψη και άλλες ασθένειες. Αλλά εν μέσω αυτών των δυσκολιών, οι πρωταγωνίστριες της Rainey δεν βασίζονταν σε άνδρες συντρόφους ούτε υποτάσσονταν στους κανόνες που η κοινωνία προσπαθούσε να τους επιβάλει. Στο τραγούδι "Oh Papa Blues", η Rainey αφηγείται τα αδικήματα που διέπραξε ένας πρώην εραστής της, αλλά ο θρήνος της σύντομα μετατρέπεται σε σχέδια εκδίκησης. Στο "Prove It on Me Blues", η Rainey καυχιέται για την έλξη της προς τις γυναίκες και για το ανδρικό ντύσιμο. Όπως έγραψε η ακαδημαϊκός και ακτιβίστρια Angela Davis στο βιβλίο της Blues Legacies and Black Feminism (2011), «οι γυναίκες στα τραγούδια της Rainey «γιορτάζουν ρητά το δικαίωμά τους να συμπεριφέρονται τόσο εκτεταμένα και ακόμη και τόσο ανεπιθύμητα όσο οι άνδρες».

Οι ηρωίδες στα κομμάτια της Ma Rainey πορεύονται ελεύθερές, γλεντοκοπούν όλη τη νύχτα, κρατούν πιστόλια, αποφεύγουν την αστυνομία και το πρωί θέλουν κι άλλο. «Έχετε μεθύσει ποτέ, έχετε κοιμηθεί με όλα σας τα ρούχα; Και όταν ξυπνάτε, νιώθετε ότι θέλετε μια δόση;» ρωτάει η Rainey στο «Dead Drunk Blues».

Σε μια συνέντευξη του 1984 στους New York Times, η συγγραφέας Alice Walker δήλωσε ότι η σύνθεση τραγουδιών της Rainey και άλλων τραγουδιστών του μπλουζ έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των χαρακτήρων στο περίφημο μυθιστόρημά της The Color Purple. «Μου άρεσε πολύ ο τρόπος που αντιμετώπιζαν τη σεξουαλικότητα, τις σχέσεις με τους άντρες», λέει. «Έδειχναν ότι είχες έναν ολοκληρωμένο εαυτό και ότι δεν έπρεπε να υποκύψεις στο να είσαι το “παιχνίδι” κάποιου άλλου -όπως θα έλεγαν».

Στη δεκαετία του '20, η Rainy χρησιμοποίησε διττές έννοιες για να προβάλλει τη σεξουαλική της επανάσταση. Για παράδειγμα, το ομώνυμο τραγούδι του "Ma Rainey's Black Bottom", αναφέρεται τόσο στο σεξ όσο και στις μαύρες γειτονιές πόλεων σε όλη τη χώρα, συμπεριλαμβανομένου του Ντιτρόιτ. Η Rainy τραγουδούσε με άνεση για «αδελφούς άντρες» και αρρενωπές γυναίκες. Στη σκηνή, ερμήνευε με «απεριόριστες, προκλητικές κινήσεις», σύμφωνα με τη Sandra Lieb, συγγραφέα του βιβλίου Mother of the Blues: A Study of Ma Rainey.

Η πολιτιστική κληρονομιά της Rainey είναι βαθιά. Ήταν μέντορας της θρυλικής τραγουδίστριας της μπλουζ Bessie Smith, και φημολογούνταν ότι οι δυο τους είχαν μια ρομαντική σχέση. Η Rainey πιστώνεται με την έμπνευση μεταγενέστερων τραγουδιστριών όπως η Dinah Washington, η Big Mama Thornton και η Janis Joplin. Η ιστορία της ενέπνευσε τον διάσημο θεατρικό συγγραφέα August Wilson για το έργο του 1982 Ma Rainey's Black Bottom, το οποίο πήρε τον τίτλο του από το ομώνυμο τραγούδι της Rainey του 1927 (το οποίο με τη σειρά του αναφέρεται στην τάση του χορού black bottom της δεκαετίας του 1920). Ήταν μια επιτυχία στο Μπρόντγουεϊ και αργότερα διασκευάστηκε ως ταινία.

Η Rainy έζησε στο Σικάγο για μεγάλο μέρος της δεκαετίας του 1920 και στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Όταν έχασε το συμβόλαιό της με την Paramount (η εταιρεία ισχυρίστηκε ότι το στυλ της μπλουζ είχε βγει εκτός μόδας), συνέχισε τις περιοδείες και εμφανίστηκε σε ιδιωτικά πάρτι. Μετά τον θάνατο της αδερφής και της μητέρας της, η Rainy επέστρεψε στο Κολόμπους της Τζόρτζια για να ζήσει με τον αδερφό της. Εκτός από τις δύο κινηματογραφικές αίθουσες που διαχειριζόταν, ήταν ενεργή στην Βαπτιστική Εκκλησία της Φιλίας, όπου ο αδερφός της ήταν διάκονος. Απεβίωσε από καρδιακή νόσο στις 22 Δεκεμβρίου 1939, σε ηλικία 53 ετών. Ο θρύλος λέει ότι όταν συνέβη το μοιραίο έπαιζε ζάρια και έβριζε γιατί δεν της κάθονταν τα νούμερα.

 

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured