Για να καταλάβει κανείς τον Rahman Mammadli (Rəhman Məmmədli), πρέπει να ακολουθήσει μια παράξενη μουσική διαδρομή που ξεκινάει πολλά χιλιόμετρα μακριά από τον Καύκασο. Στα τέλη της δεκαετίας του '50, πίσω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα, η τσεχοσλοβακική εταιρεία Jolana κατασκεύαζε κιθάρες που έμελλε να αποκτήσουν σχεδόν μυθική υπόσταση. Σχεδιασμένες από τον οραματιστή κατασκευαστή Josef Růžička, οι Jolana εκτός από την ανατολική απάντηση στις Fender και τις Gibson, ήταν όργανα φτιαγμένα για να ταξιδεύουν, να μεταμορφώνονται και να προσαρμόζονται σε κόσμους που οι δημιουργοί τους ίσως ποτέ δεν είχαν φανταστεί. Μέσα από τα πολιτιστικά και εμπορικά δίκτυα του ανατολικού μπλοκ, αυτές οι κιθάρες έφτασαν μέχρι το Αζερμπαϊτζάν, όπου συνέβη κάτι σχεδόν μαγικό: συνάντησαν το mugham (την αρχαία κλασική μουσική παράδοση της χώρας, ένα σύνθετο μουσικό σύστημα που για τους Αζέρους έχει περίπου την ίδια πολιτισμική βαρύτητα που έχει το ρεμπέτικο και η βυζαντινή μουσική μαζί για εμάς), και τις αφηγήσεις των Ashiq βάρδων (οι παραδοσιακοί περιπλανώμενοι ποιητές, τραγουδιστές και αφηγητές του Αζερμπαϊτζάν και ευρύτερα του τουρκόφωνου κόσμου του Καυκάσου και της Ανατολίας). Οι τοπικοί μουσικοί άρχισαν να λυγίζουν τις χορδές τους σε μικροτονικά διαστήματα, να αναζητούν νότες ανάμεσα στις νότες, να κάνουν την ηλεκτρική κιθάρα να μιλά μια γλώσσα που δεν είχε γεννηθεί ούτε στην Καλιφόρνια ούτε στο Λονδίνο. Κάπως έτσι γεννήθηκε η περίφημη "αζέρικη κιθάρα", ένα μοναδικό ιδίωμα που κορυφώθηκε μέσα από θρυλικές μορφές όπως ο Rəmiş και φτάνει μέχρι σήμερα σε μουσικούς όπως ο Rahman Mammadli. Ακούγοντάς τον, δεν ακούς απλώς έναν δεξιοτέχνη. Ακούς την απρόσμενη συνάντηση μιας τσεχοσλοβακικής κιθάρας με μια παράδοση αιώνων, κάπου ανάμεσα στις στέπες του Καυκάσου και στα όνειρα μιας χαμένης Ευρώπης.
Ο Rahman Mammadli παίζει κιθάρα σαν να τραβάει αόρατες κλωστές από τη μνήμη ενός τόπου. Γεννημένος το 1961, μεγάλωσε μέσα στους ήχους του Αζερμπαϊτζάν, ακούγοντας τις μελωδίες που διέσχιζαν τα σπίτια, τις γιορτές και τους δρόμους του Καυκάσου. Αν και τα πρώτα του μουσικά βήματα έγιναν με τη γκαρμόσκα, ένα είδος ρωσικού ακορντεόν με κουμπιά, η συνάντησή του με την κιθάρα στα μέσα της δεκαετίας του '70 αποδείχθηκε καθοριστική. Αυτοδίδακτος, αλλά με τη δίψα εκείνων που ανακαλύπτουν έναν νέο κόσμο, άρχισε να μεταφέρει πάνω στο όργανο τις κλίμακες, τις φράσεις και τα στολίδια της αζέρικης λαϊκής μουσικής. Δεν αρκέστηκε όμως στην παράδοση. Τροποποίησε τις ίδιες τις κιθάρες του, προσθέτοντας τάστα ώστε να αποδίδει με μεγαλύτερη ακρίβεια τους ιδιαίτερους δρόμους και τα μικροτονικά διαστήματα της μουσικής του τόπου του. Στα τέλη της δεκαετίας του '70 εισήγαγε ακόμη και την παραμόρφωση στον ήχο του, όχι ως ροκ χειρονομία, αλλά ως τρόπο να προσεγγίσει την τραχιά εκφραστικότητα ορισμένων παραδοσιακών φωνητικών τεχνικών. Το αποτέλεσμα ήταν τόσο ξεχωριστό ώστε του χάρισε το προσωνύμιο "oxuyan barmağı", δηλαδή "τα δάχτυλα που τραγουδούν". Και πράγματι, ακούγοντας τον Mammadli, έχεις συχνά την αίσθηση πως η κιθάρα δεν συνοδεύει τη φωνή, αλλά μεταμορφώνεται η ίδια σε φωνή. Με ταχύτητα που κόβει την ανάσα, με φράσεις που θυμίζουν άλλοτε tar (ένα από τα σημαντικότερα παραδοσιακά έγχορδα όργανα του Αζερμπαϊτζάν) και άλλοτε ανθρώπινο παράπονο και κλάμα, κατάφερε να ενώσει δύο διαφορετικούς μουσικούς κόσμους σε ένα προσωπικό ιδίωμα που παραμένει μοναδικό μέχρι σήμερα.

Η μουσική του Rahman Mammadli μοιάζει να κινείται διαρκώς ανάμεσα στην παράδοση και την έκσταση. Οι συνθέσεις και οι διασκευές του συνδυάζουν τη βαθιά μελωδικότητα της αζέρικης λαϊκής μουσικής με μια σχεδόν ανεξέλεγκτη κιθαριστική φαντασία, όπου η δεξιοτεχνία δεν λειτουργεί ως επίδειξη αλλά ως μέσο αφήγησης. Άλλοτε οι φράσεις του ξεσπούν σε καταιγιστικούς ρυθμούς που θυμίζουν τελετουργικό χορό, άλλοτε πλέκουν αργά, λυρικά μοτίβα που μοιάζουν να αιωρούνται πάνω από τον χρόνο. Η κιθάρα του αλλάζει διαρκώς μορφή: γίνεται φωνή, γίνεται κρουστό, γίνεται παραδοσιακό όργανο, γίνεται κάτι εντελώς δικό του. Ανάμεσα σε παραμορφωμένους ήχους, ανατολικές κλίμακες, τζαζ αποχρώσεις και επαναληπτικούς ρυθμούς που αγγίζουν την έκσταση, ο Mammadli δημιουργεί ένα μουσικό σύμπαν όπου ο Καύκασος συνομιλεί με τον ηλεκτρισμό, η μνήμη με τον αυτοσχεδιασμό και η παράδοση με το μέλλον.
Στην εποχή όπου η δεξιοτεχνία συχνά μετατρέπεται σε αθλητικό αγώνισμα και η μουσική σε επίδειξη ταχύτητας, ο Mammadli ακολουθεί μια διαφορετική διαδρομή. Η τεχνική του είναι αδιαμφισβήτητη, όμως ποτέ δεν γίνεται αυτοσκοπός. Κάθε νότα μοιάζει να υπηρετεί μια ιστορία. Κάθε φράση μοιάζει να ψάχνει ένα συναίσθημα και όχι ένα χειροκρότημα. Γι' αυτό και τα βίντεό του έχουν αποκτήσει εκατομμύρια θεάσεις σε ολόκληρο τον κόσμο. Όχι επειδή παρουσιάζουν κάποιο εντυπωσιακό κόλπο, αλλά επειδή καταφέρνουν κάτι πολύ πιο δύσκολο: να κάνουν τον ακροατή να σταματήσει για λίγο τον θόρυβο γύρω του και να ακούσει. Βλέποντάς τον, έχεις την αίσθηση ότι η κιθάρα δεν βρίσκεται στα χέρια του. Βρίσκεται κάπου ανάμεσα στα χέρια, στην ανάσα και στη σιωπή του. Σαν να συνομιλεί με το όργανο αντί να το ελέγχει. Σαν να αφήνει τον ήχο να περνά μέσα από εκείνον.

Ίσως γι' αυτό πολλοί τον αποκαλούν "τον σεμνό θεό της κιθάρας του Καυκάσου". Όχι επειδή επιδιώκει κάποιον μύθο γύρω από το όνομά του, αλλά επειδή η παρουσία του θυμίζει μια παλαιότερη εποχή της μουσικής. Μια εποχή όπου οι μουσικοί δεν χτίζονταν από αλγόριθμους και καμπάνιες, αλλά από ώρες μοναξιάς, αφοσίωσης και σιωπηλής επιμονής.
Η εμφάνισή του στο Piraeus Club Academy αποτελεί μια σπάνια ευκαιρία για το ελληνικό κοινό να γνωρίσει έναν καλλιτέχνη που κινείται έξω από τις συνήθεις μουσικές διαδρομές. Έναν μουσικό που μπορεί μέσα σε λίγα λεπτά να σε ταξιδέψει από τις στέπες του Καυκάσου μέχρι τις πιο προσωπικές γωνιές της δικής σου μνήμης. Γιατί, όπως και να το κάνουμε ο Rahman Mammadli δεν παίζει απλά κιθάρα. Παίζει ένα πολύ σπάνιο κομμάτι του χρόνου που όλοι κάποτε χάσαμε και συνεχίζουμε να αναζητούμε μέσα στη μουσική.
INFO: RAHMAN MAMMADLI • Σάββατο 13 Ιουνίου • Piraeus Club Academy
ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ
Προπώληση
Early Bird: 23€
Σπουδαστές Ωδείων: 23€
Γενική Είσοδος: 25€
Καθήμενοι Front Row: 35€
Καθήμενοι: 30€
Box Office
Γενική Είσοδος: 29€
Καθήμενοι Front Row: 37€
Καθήμενοι: 32€
Ηλεκτρονικά: more.com






