Για τους περισσότερους δεν υπήρξε ποτέ σταρ. Δεν γέμισε στάδια, δεν έγινε εξώφυλλο περιοδικών, δεν απέκτησε την αναγνωρισιμότητα άλλων κιθαριστών της γενιάς του. Όμως για όσους βρέθηκαν κάποτε απέναντι στον ήχο του, ήταν κάτι πολύ μεγαλύτερο. Ήταν ένας άνθρωπος που πήρε τα μπλουζ, τη φανκ, την τζαζ, το γκόσπελ, τον θόρυβο και την ελευθερία και τα έβαλε όλα να ζήσουν στο ίδιο δωμάτιο.
Κανείς δεν έπαιζε κιθάρα σαν τον James "Blood" Ulmer. Ο ήχος του έμοιαζε συχνά με μηχανή που διαλύεται και ξανασυναρμολογείται μπροστά στα μάτια σου. Οι νότες του δεν έτρεχαν σε ευθείες γραμμές. Συγκρούονταν, λύγιζαν, έτριζαν, γλιστρούσαν ανάμεσα στις συγχορδίες σαν να αναζητούσαν μια διαφορετική λογική από εκείνη που διδάσκεται στα ωδεία.
Όταν γνώρισε τον Ornette Coleman στις αρχές της δεκαετίας του '70, ο Ulmer βρήκε τον άνθρωπο που θα άλλαζε για πάντα τη μουσική του αντίληψη. Η περίφημη harmolodic θεωρία του Coleman, μια προσέγγιση που επιχειρούσε να απελευθερώσει τη μελωδία, την αρμονία και τον ρυθμό από τις συμβατικές τους ιεραρχίες, δεν υπήρξε για τον Ulmer απλώς μια τεχνική. Έγινε τρόπος ζωής.
Η harmolodic theory ή harmolodics δεν είναι εύκολο να εξηγηθεί με μουσικολογικούς όρους, κυρίως γιατί ούτε ο ίδιος ο Ornette Coleman την εξηγούσε ποτέ με ακαδημαϊκό τρόπο. Ήταν περισσότερο μια φιλοσοφία ελευθερίας παρά ένα αυστηρό μουσικό σύστημα. Στη δυτική μουσική υπάρχει συνήθως μια ιεραρχία. Η αρμονία καθορίζει τη μελωδία. Ο ρυθμός υπηρετεί το τραγούδι. Τα όργανα έχουν συγκεκριμένους ρόλους. Ο μπασίστας παίζει μπάσο, ο κιθαρίστας συγχορδίες, ο σαξοφωνίστας τη μελωδία. Ο Coleman ήθελε να γκρεμίσει αυτή την πυραμίδα.
«Δεν ακολουθώ τη harmolodic θεωρία. Έγινα harmolodic άνθρωπος», είχε πει o Ulmer κάποτε. Και πράγματι έγινε.
Γεννημένος το 1940 στη Νότια Καρολίνα, ο James "Blood" Ulmer έπιασε κιθάρα από την ηλικία των τεσσάρων ετών και πέρασε από το gospel, το R&B και τη soul-jazz πριν καταλήξει στη Νέα Υόρκη στις αρχές της δεκαετίας του '70. Εκεί συνεργάστηκε με σημαντικές μορφές της τζαζ όπως οι Art Blakey, Joe Henderson και Larry Young, όμως η καθοριστική στιγμή της καριέρας του ήταν η γνωριμία του με τον Ornette Coleman. Μέσα από τη θεωρία των harmolodics, ο Ulmer βρήκε τη δική του μουσική γλώσσα, συνδυάζοντας το free jazz πνεύμα με το funk, τα blues και το rock σε αυτό που ο ίδιος και ο Coleman ονόμασαν "Harmolodic Funk".
Από το ντεμπούτο του Tales of Captain Black (1979) μέχρι δίσκους-ορόσημα όπως τα Are You Glad to Be in America?, Free Lancing και το αριστουργηματικό Odyssey, ο Ulmer ανέπτυξε ένα εντελώς προσωπικό κιθαριστικό ύφος, βασισμένο σε ανορθόδοξα κουρδίσματα, παραμορφωμένους ήχους, κοφτές ρυθμικές επιθέσεις και μια σχεδόν ανεξέλεγκτη δημιουργική ελευθερία. Με τα τρίο, τα σχήματα όπως οι Phalanx και τις συνεργασίες του με μουσικούς όπως οι George Adams, Bill Laswell και Ronald Shannon Jackson, καθιερώθηκε ως μία από τις πιο πρωτοποριακές και απρόβλεπτες μορφές της σύγχρονης αφροαμερικανικής μουσικής.
Κάποτε ονειρεύτηκε, όπως έλεγε ο ίδιος, ότι όλες οι χορδές της κιθάρας ήταν κουρδισμένες στην ίδια νότα. Ξύπνησε, δοκίμασε την ιδέα και συνειδητοποίησε ότι εκεί μέσα κρυβόταν η ελευθερία που αναζητούσε. "Δεν είχα συγχορδίες πια. Δεν είχα κανόνες. Δεν χρειαζόταν να αντιγράψω κανέναν", θυμόταν χρόνια αργότερα. Αυτό ήταν ο James Blood Ulmer. Ένας μουσικός που πέρασε ολόκληρη τη ζωή του προσπαθώντας να μην αντιγράψει κανέναν.
Ο Ulmer υπενθύμιζε πάντα κάτι παλιό και σχεδόν ξεχασμένο: ότι η τέχνη μπορεί ακόμη να είναι ανακάλυψη. Ότι ένας ήχος μπορεί να παραμένει άγριος ακόμη και μετά από πενήντα χρόνια. Ότι η ελευθερία δεν είναι στυλ αλλά στάση ζωής. Ίσως η πιο όμορφη φράση που άφησε πίσω του να ήταν και η πιο απλή: «Η μουσική δεν είναι για να την κρίνεις. Την ακούς, παίρνεις ό,τι μπορείς από αυτήν, το βάζεις στην τσέπη σου και συνεχίζεις τον δρόμο σου».
Ο James Blood Ulmer συνέχισε τον δικό του δρόμο μέχρι το τέλος. Και ακούγοντας σήμερα τους δίσκους του, καταλαβαίνεις ότι δεν έμοιαζε με κανέναν γιατί δεν προσπαθούσε ποτέ να μοιάσει με κανέναν.






