5 άλμπουμ για τον Φεβρουάριο

Τα τρία live του μήνα, μια "αποχώρηση" και ένας επανερχομός στα 5 άλμπουμ του μήνα που πρέπει να ακούσεις ολόκληρα μέχρι το τυπικό κλείσιμο του χειμώνα που καταφθάνει στο τέλος του Φλεβάρη. Μην παραλείψεις να βρεθείς στα live τους στην Αθήνα κι αν δωρίσεις στον εαυτό σου κάποιο βινύλιο αυτό τον μήνα, ιδού η λίστα με ένα Top 5.

Prolapse – I Wonder When They're Going to Destroy Your Face (2025)

Το άλμπουμ που πρέπει να ακούσεις οπωσδήποτε και να προετοιμαστείς, γιατί είναι ο μήνας που έρχεται αυτή η μπάντα για να σου παίξει ζωντανά ό,τι πιο ανορθόδοξο, αντιφατικό και αναρχικό έχεις ακούσει τον τελευταίο καιρό κι αν δεν έχεις ιδέα, άκου να δεις. Βρετανική indie rock μπάντα από το Leicester που από τις αρχές της δεκαετίας του '90 συνδυάζει punk rock, krautrock και shoegaze και συντηρεί με τον καλύτερο τρόπο την κληρονομιά των Fall πασπαλισμένη με Sonic Youth κιθάρες. Το "I Wonder When They're Going to Destroy Your Face" (2025) είναι το πέμπτο άλμπουμ τους (Tapete Records) και σήμανε την cult επιστροφή τους μετά από 26 χρόνια χωρίς ίχνος νοσταλγίας. Δυνατό, visceral post-punk με επαναλαμβανόμενες έντονες κιθάρες από τους Pat Marsden, Dave Jeffreys και Donald Ross Skinner, δυνατά τύμπανα από τον Tim Pattison, έντονο ρυθμό, αταξία, πειθαρχία, ειρωνία, θυμό, μελαγχολία, σύγκρουση και πάντα τη χαρακτηριστική διπλή φωνητική δυάδα των Linda Steelyard και Mick Derrick. Ο John Peel που πάντα ήξερε τους είχε διαλέξει για τα sessions του, οι Arab Strap, Pulp, Sebadoh, Sonic Youth και Stereolab είχαν περιοδεύσει μαζί τους, εσύ 19 Φεβρουαρίου πιάσε θέση στην “Αρχιτεκτονική”, αφού ακούσεις αυτό.

Sly Dunbar – Sly-Go-Ville (1982)

Έφυγε ο μήνας που έφυγε ο Sly και βέβαια βάλε να ακούσεις τα άπαντα του θρυλικού ντράμερ της reggae Sly Dunbar με τον Robbie, αλλά στάσου σε αυτό το σόλο άλμπουμ του από το 1982  για να γνωρίσεις funky και soul πλευρά της reggae. Καινοτόμος ήχος, "super heavy sound" χάρη στη μίξη από τον Steven Stanley, μια υπέροχη διασκευή του "Inner City Blues" του Marvin Gaye από τον Delroy Wilson, καθώς και κιθάρες από τον Mikey Chung στο "Battle of Jericho". Εννοείται ο Robbie Shakespeare με το μπάσο του παρών κι εδώ, προσφέροντας, ως συνήθως, ένα καθηλωτικό drum and bass. Όλο το εύρος των δυνατοτήτων του Dunbar στο άλμπουμ αυτό και ένα απολαυστικό σούπερ funky αποτέλεσμα με τα περίφημα “Syndromes”, αυτά τα ηλεκτρονικά κρουστά pads με τα οποία δημιουργεί ένα πρωτότυπο ηχοτοπίο χαρακτηριστικό του ήχου του. Συνολικά, θεωρείται ένα σημαντικό άλμπουμ στην καριέρα του Dunbar, που αναδεικνύει τη μετάβασή του, μαζί με τον Robbie Shakespeare, από την παραδοσιακή roots reggae σε πιο πειραματικούς ήχους με χρήση drum machines και συνθεσάιζερ τη δεκαετία του '80.

Lucas Thanos – Jazzburger (2025)

Μια χαμένη χρονοκάψουλα επαναφέρει στη ζωή η Veego Records, μια ψηφιακή κυκλοφορία και βινυλιακή επανέκδοση του Jazzburger, του χαμένου soundtrack μιας σουρεαλιστικής ταινίας, ενός μείγματος παραμυθιού, 80s, φτώχειας, χιούμορ, rock mythology, που δεν γυρίστηκε ποτέ. Γραμμένο στις αρχές της δεκαετίας του ’80 από τον Λουκά Θάνο και τη δημιουργική του παρέα, το άλμπουμ αποτελεί ένα αληθινό διαμαντάκι της ελληνικής ηλεκτρονικής σκηνής ισορροπώντας ανάμεσα σε minimal-synth υφές, αργόσυρτους italo ρυθμούς και μια έντονα κινηματογραφική ατμόσφαιρα που αποπνέει μυστήριο και ζεστασιά και αποκτά ακόμα περισσότερο βάθος και συναίσθημα στα σημεία που ντύνει με τη φωνή της η Ηδύλη Τσαλίκη. Η επανέκδοση remastered από τον Ekelon, απευθείας από τα original master tapes, αποκαλύπτει δύο ανέκδοτα outtakes από το 1984 ("Μόνο Ένα Λεπτό" και την ελληνική εκδοχή του Jazzburger) και περιλαμβάνει δύο ακυκλοφόρητα κομμάτια, το “Break”, ίσως το πρώτο ραπ κομμάτι που ηχογραφήθηκε ποτέ στην Ελλάδα με έντονες αναφορές στο electro-funk ύφος του Egyptian Lover και το “Set on Fire”, ένα καθαρό δείγμα γαλλικής disco αισθητικής που κινείται ανάμεσα στην αθηναϊκή underground σκηνή και τα club της Νέας Υόρκης. Το ομώνυμο κομμάτι, γνωστό διεθνώς μέσα από τη συλλογή “Profondo Nero” της Dekmantel, επιστρέφει σε βινύλιο για να υπενθυμίσει τη γοητεία του. «Γράφτηκε σε μια αθώα, ανύποπτη εποχή. Δεν ξέραμε τίποτα, αλλά θέλαμε τα πάντα» αναφέρει χαρακτηριστικά ο Λουκάς Θάνος. «Γράφτηκε σε μια εποχή αθώα, ανύποπτη, χωρίς γνώση αλλά με παρόρμηση. Παιδική ηλικία, πραγματικά. Εγώ τότε ήμουν χορευτής, χόρευα breakdance. Και ξαφνικά ανακάλυψα το πρώτο «μηχανάκι» που έκανε ήχους, ένα σινθεσάιζερ, και μετά άλλο ένα και με αυτά τα δύο «μηχανάκια» έκανα τον δίσκο. Έτσι, απλά». «Ήταν κάτι μικρά boxes που αναπαρήγαγαν ήχους. Τίποτα σπουδαίο. Κι όμως, με αυτό ξεκίνησα». Σε αυτή ακριβώς τη low-tech δημιουργικότητα βρίσκεται και η γοητεία του Jazzburger.

Heavenly – Le Jardin De Heavenly (1992)

Για την μπάντα αυτή ίσως θα αρκούσε μόνο να πω ότι είναι μία από εκείνες της Sarah Records κι αν δεν έχεις ιδέα τι σημαίνει αυτό, άκουσε εδώ και θα σου πω κι αυτό.
Βρετανία, 1987. Ο Bruce Willis στα βρετανικά charts. Η Thatcher τσαντίζει φοιτητές και μεταλλωρύχους. Οι εργαζόμενοι στις δισκογραφικές ζούνε με κοκαΐνη και Duran Duran. Σε μια ήσυχη γειτονιά στο Bristol η Clare Wadd και ο Matt Haynes ονειρεύονται έναν κόσμο διαφορετικό, μυστικό, τον κόσμο της Sarah Records Μήνα Φεβρουάριου, εκεί κοντά στο κλείσιμό, οι Heavenly στην Ελλάδα, οπότε ιδανική ευκαιρία να περάσουμε τον μήνα με το Le Jardin De Heavenly στο πικάπ. H πεμπτουσία της αισθητικής της Sarah Records, αυτής της μικρής δισκογραφικής που λίγο πριν τα κινητά τηλέφωνα, τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και το διαδίκτυο, την εποχή των τηλεφωνικών θαλάμων και των fanzine που μοιράζονταν χέρι-χέρι ή στέλνονταν με το ταχυδρομείο κυκλοφόρησε 100 pop 7ιντσα, μοίρασε DIY ρομαντισμό με συναισθηματική διαφάνεια και ανακοίνωσε το τέλος της με τη δημοσίευση μιας διαφήμισης στο NME και στο Melody Maker με το πιο εντυπωσιακό αξιοθέατο στο Bristol, την γέφυρα, και τον τίτλο “A Day for Destroying Things” φέρνοντας μια γλυκιά αντίσταση στον θόρυβο του κόσμου. 

Le Jardin de Heavenly. Δεύτερο στούντιο άλμπουμ της βρετανικής μπάντας. Κυκλοφόρησε το 1992 και θεωρείται κλασικό δείγμα early ’90s indie pop. Γλυκόπικρο, ρομαντικό, φαινομενικά αθώο, συναισθηματικά αιχμηρό και ειλικρινές. Μελωδικές κιθάρες, πλούσιες αρμονίες και ανεβασμένα riffs με ένα στοιχείο dream-pop/shoegaze σε στιγμές (π.χ. Starshy) και τη φωνή της Amelia Fletcher να λειτουργεί καθοριστικά και χωρίς δράμα. Η προσθήκη της Cathy Rogers στα keyboards και τα φωνητικά δίνει εντονότερη και πιο πολυδιάστατη ηχητική αίσθηση σε σχέση με την πιο «παιδική» αισθητική του ντεμπούτου τους. Guest appearance από τον Calvin Johnson από Beat Happening στο C Is the Heavenly Option σφραγίζει την έξυπνη μελωδία με τη χημεία των φωνητικών. Αν ψάχνεις μεγάλες κορυφώσεις και δηλώσεις, ασ' το. Αν λίγο σε ενδιαφέρει η πρωτοτυπία της φόρμας, αλλά είσαι τύπος που σου φτάνει η συναισθηματική ειλικρίνεια, πιάσ’το.

Bar Italia – The Twits (2023)

Bar Italia, επίσης, στην Ελλάδα τον Φεβρουάριο κι εγώ θα σε πάω πίσω στο 2023 να ξανακούσεις το The Twits, γιατί αυτό τους το άλμπουμ είναι το πιο βρώμικο, το πιο μουτζουρωμένο και πειραματικό, το πιο αγαπημένο. Θεατρικές, ιδιοσυγκρασιακές συνθέσεις, κιθάρες α λα Sonic Youth και folk fuzz ήχος α λα Velvet Underground, lo-fi αισθητική, pop δομή και ναι, οι Βar Ιtalia ίναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες post-punk μπάντες της εποχής που κινείται στα μονοπάτια του indie rock των 90s, με έντονες αναφορές σε συγκροτήματα όπως οι The Cure και οι Slowdive, έχει σήμα κατατεθέν την εναλλαγή τριών φωνών (Nina Cristante, Jezmi Tarik Fehmi, Sam Fenton) και ξεχωρίζει για την ενέργεια, τα riffs που σου κολλάνε στο μυαλό σαν τηλεοπτικά σποτάκια , την απλότητα και την μελαγχολία. Θέματα κοινωνικής απομόνωσης , μάντρα χωρισμού και εκκλήσεις για διαφυγή, η «πρώιμη ενηλικίωση» τα θέματα του άλμπουμ και όνομα δανεισμένο από το ομώνυμο βιβλίο του Roald Dahl (Οι Βλακέντιοι), που υπονοεί μια εστίαση στην κακία, τη δυσλειτουργία και την εχθρότητα, με έναν πιο αφηρημένο, σχεδόν ειρωνικό τρόπο. Έρχεσαι στο “The Twits” για όσα σου θυμίζουν οι Bar Italia, μένεις για όσα σου συστήνουν.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured