Σαράντα επτά χρόνια μετά, ο Sid Vicious εξακολουθεί να αιωρείται πάνω από το πανκ σαν μια ερώτηση που κανείς δεν κατάφερε να απαντήσει με βεβαιότητα, ή έστω οριστικά. Όχι επειδή ήταν ο καλύτερος μουσικός. Δεν ήταν. Ούτε επειδή έγραψε σπουδαία τραγούδια (γενικά αναγνωρίζεται ως συν-συγγραφέας μόνο λίγων τραγουδιών, κυρίως κατά τη σύντομη περίοδο που ήταν μέλος των Sex Pistols). Αλλά, με έναν παράδοξο και σχεδόν βίαιο τρόπο, ενσάρκωσε κάτι που το πανκ δεν κατάφερε ποτέ να ξεπεράσει: το σημείο όπου η στάση ζωής καταπίνει τη μουσική.
Ο Sid δεν μπήκε στους Sex Pistols για να παίξει μπάσο. Δεν ήξερε να παίζει, να μετράει, να κρατάει τον ρυθμό. Μπήκε, όμως, για να υπάρξει. Να γίνει εικόνα, σύμβολο, και πληγή, ταυτόχρονα. Η σκηνή ήδη φλέρταρε με την αυτοκαταστροφή, αλλά εκείνος πήγε ένα βήμα παραπέρα, όχι ως ιδεολόγος, αλλά ως ένας καθημερινός χαμένος πανκ που ζούσε στα άκρα. Κι εκεί, κάπου ανάμεσα στο θέαμα και την κατάρρευση, γεννήθηκε ο μύθος του.
Η proto-punk σκηνή των early 70s, από τους Stooges μέχρι τους New York Dolls, είχε ήδη στρώσει το έδαφος: ωμή ροκ ενέργεια, καμία δεξιοτεχνία, το σώμα, η στάση, το νεύρο πριν από την τεχνική. Ο Sid, ωστόσο, δεν προερχόταν από εκεί. Γιατι δεν ήταν ένας μουσικός που αρνήθηκε το παρελθόν, αλλά ένας άνθρωπος που αρνήθηκε το μέλλον. Και αυτό είναι το στοιχείο που τον καθιστά μοναδικό: δεν υποσχέθηκε τίποτα, ούτε καν στον ίδιο τον εαυτό του.
Με βάση τα παραπάνω καταλαβαίνουμε πως επιλογή του από τον Malcolm McLaren δεν ήταν μουσική, αλλά σημειολογική. Ο Sid ήταν το τέλειο αντικείμενο πρόκλησης: αδύναμος ως εκτελεστής, ακραίος ως εικόνα. Στη σκηνή, συχνά δεν ακουγόταν. Αλλά φαινόταν. Και στο πανκ, το να φαίνεσαι μπορούσε να είναι πιο επικίνδυνο από το να παίζεις σωστά. Δίπλα του, ο Johnny Rotten εξέφραζε το πολιτικό, το ειρωνικό, το λεκτικό. Ο Sid εξέφραζε το άναρθρο. Ένα σώμα που δεν αντέχει. Ένα βλέμμα που δεν υπόσχεται λύτρωση. Εκεί που ο Rotten κατήγγειλε, ο Sid κατέρρεε. Και αυτή η κατάρρευση λειτούργησε σαν καθρέφτης για μια ολόκληρη γενιά που δεν ήθελε πια να «βελτιωθεί».

Η σχέση του με τη Nancy Spungen σφράγισε οριστικά τον μύθο. Όχι ως κάποια ρομαντική τραγωδία, αλλά ως το αποκορύφωμα της δημόσιας αποσύνθεσης. Ένα πρώιμο reality show χωρίς μοντάζ. Η βία, η εξάρτηση, η αδυναμία διαφυγής έγιναν κομμάτι της αφήγησης του πανκ, όχι όμως ως προειδοποίηση, αλλά ως ένα καθημερινό ντοκουμέντο. Και όταν όλα κατέρρευσαν, κανείς δεν ήξερε πια πού τελειώνει ο ρόλος και πού αρχίζει ο άνθρωπος.
Ο θάνατός του το 1979 δεν έλυσε το αίνιγμα. Το πάγωσε. Ο Sid έμεινε για πάντα 21. Χωρίς comeback, χωρίς επανεκτίμηση, χωρίς τη «δεύτερη καριέρα» που εξανθρωπίζει τους μύθους. Δεν πρόλαβε να διαψεύσει τίποτα. Κι έτσι, το πανκ έμεινε με ένα ανοιχτό τραύμα: ήταν ο Sid θύμα ενός κυνικού μηχανισμού ή η πιο ειλικρινής έκφραση της άρνησης που το πανκ διακήρυττε;
Το δωμάτιο 100
Τον βρήκαν ένα πρωινό του Φλεβάρη στη Νέα Υόρκη, 2 Φεβρουαρίου 1979. Έτσι γράφτηκε. Έτσι έμεινε. Ο Sid Vicious, μπασίστας των Sex Pistols, νεκρός. Λιγότερο από τέσσερις μήνες μετά τον θάνατο της Nancy Spungen, στο μπάνιο του δωματίου 100 του Chelsea Hotel. Από τότε, στο δωμάτιο αυτό έμεινε μια σκιά. Και ό,τι συνέβη εκεί μέσα υπάρχει μόνο ως αντανάκλαση: αναλύσεις, φήμες, αποκόμματα, μισές προτάσεις που δεν κλείνουν ποτέ.
Ο Sid λεγόταν κάποτε John Simon Ritchie. Γεννήθηκε στο Lewisham το 1957 και πέθανε στα 21 του. Πολύ νέος για να γίνει θρύλος, πολύ θρυλικός για να μείνει απλά ένας νεκρός ροκ σταρ. Λένε πως έκανε υπερβολική δόση ηρωίνης σε ένα πάρτι στο Greenwich Village, ένα χαρούμενο πάρτι «αποφυλάκισης», που από μόνο του είναι μια ειρωνεία. Είχε μόλις βγει από τη φυλακή του Riker’s Island, 55 μέρες κλεισμένος μέσα, σε μια απόπειρα απεξάρτησης που δεν έπεισε ούτε τους γιατρούς ούτε τον ίδιο του τον εαυτό. Το πάρτι που θα ακολοθούσε υποτίθεται θα ήταν γιορτή, αλλά η ατμόσφαιρα μύριζε ήδη τέλος.

Εν τω μεταξύ, υπήρχαν κι άλλα θραύσματα. Μια σύλληψη για επίθεση στον Todd Smith, αδελφό της Patti Smith, με ένα σπασμένο μπουκάλι Heineken στο Hurrah. Ένα σώμα με μαχαιριά στην κοιλιά, 12 Οκτωβρίου 1978. Η Nancy. Η υπόθεση. Η λέξη «ύποπτος». Και μετά, η υποτροπή. Ο θάνατος του Sid σφράγισε για πάντα το ενδεχόμενο μιας δίκης, όχι όμως και την αμφιβολία. Η βεβαιότητα της ενοχής αιωρήθηκε σαν καπνός σε δωμάτιο χωρίς παράθυρα.
Υπήρξε και η ομολογία. «Το έκανα… γιατί είμαι ένας βρόμικος σκύλος», είπε, ή έτσι γράφτηκε. Μετά την πήρε πίσω. Είπε πως κοιμόταν. Πως δεν θυμάται. Πως ήταν «out cold». Τριάντα χάπια Tuinal, ισχυρό βαρβιτουρικό, στοιβάχτηκαν σε αναφορές και ιατροδικαστικά συμπεράσματα σαν υπνωτικό νανούρισμα. Αρκετά για να σβήσουν τη συνείδηση. Ίσως και τη μνήμη.
Κάποιοι μίλησαν για ένα αποτυχημένο σύμφωνο αυτοκτονίας. Για δύο φιγούρες που ήθελαν να φύγουν μαζί, ντυμένες σαν τον πιο άρρωστο ρομαντισμό του πανκ. Ο Sid και η Nancy ως Ρωμαίος και Ιουλιέτα χωρίς μπαλκόνι, μόνο με σύριγγες, θυμό και κλειστές πόρτες.
Ο Malcolm McLaren δεν σταμάτησε ποτέ να τον υπερασπίζεται. Έλεγε πως ήταν η μοναδική του αγάπη. Πως ο Sid ήταν αθώος. Το έλεγε χρόνια μετά, σε συνεντεύξεις που έμοιαζαν περισσότερο με μανιφέστα πίστης παρά με μαρτυρίες. Άλλοι, πάλι, έδειξαν αλλού: σε έναν άνθρωπο-φάντασμα της σκηνής, τον Rockets Redglare, σωματοφύλακα, dealer, παρατρεχάμενο. Έναν άντρα που, λένε, καυχιόταν στο CBGB’s ότι το έκανε εκείνος. Πως η μαχαιριά ήταν δική του. Πως τα λεφτά εξαφανίστηκαν από το δωμάτιο εκείνο το βράδυ. Στη ζωή του, ο Redglare ήταν σωματοφύλακας και dealer των Sid Vicious και Jean Michel Basquiat, αργότερα εξελίχθηκε σε κωμικό stand-up (έκανε περιοδεία με τον Steve Buscemi) και ηθοποιό σε πάνω από 30 ταινίες, μεταξύ των οποίων οι "Stranger Than Paradise", "Down by Law" και "Mystery Train".
(Πίσω στον Sid...). O Sid είχε λεφτά. Μόλις είχε βγάλει το "My Way", αυτή τη βέβηλη διασκευή. Πήρε το τραγούδι του Sinatra και το έκανε εργαλείο αυτοσαρκασμού και αυτοκαταστροφής. Πούλησε τον μύθο του για να χρηματοδοτήσει την πείνα του. Κι έτσι, το δωμάτιο 100 γέμισε ακόμη περισσότερο θόρυβο, γιατί όπως έχει γράψει και ο Steve Jones, ο θρίαμβος του "My Way" οδήγησε στο θάνατο του Sid Vicious.
Σαράντα και πλέον χρόνια μετά, τίποτα δεν έχει ξεκαθαρίσει. Το μόνο που μένει είναι μια αίσθηση ότι η αλήθεια χάθηκε κάπου ανάμεσα σε υπνωτικά χάπια, ψεύτικες βεβαιότητες και τον μύθο που το ίδιο το πανκ δεν θέλησε ποτέ να αποδομήσει. Γιατί ο Sid Vicious δεν είναι απλώς μια ιστορία εγκλήματος, αλλά μια πληγή που δεν έκλεισε ποτέ, γιατί ίσως κανείς δεν ήθελε πραγματικά να τη δει να κλείνει.
Ένας μύθος χωρίς τέλος
Όποια κι αν είναι η αλήθεια, ο Sid και η Nancy έμειναν δεμένοι στον θάνατο σαν μια σύγχρονη κατάρα κατάρα που επαναλαμβάνεται. Από τη στιγμή που ο Alex Cox γύρισε το Sid & Nancy το 1986, με τον Gary Oldman και τη Chloe Webb να παίζουν δύο φαντάσματα εν ζωή, η ιστορία τους έπαψε να ανήκει στο παρελθόν και άρχισε να αναπαράγεται σαν όνειρο που μέχρι σήμερα δεν θυμάσαι αν το είδες ή αν σου το είπε κάποιος. Η ταινία υπέθεσε πως το μαχαίρι ήταν στο χέρι του Sid, αλλά άφησε επίτηδες το κενό: αν ήταν πράξη, αν ήταν ατύχημα, αν ήταν απλώς η φυσική κατάληξη μιας ζωής που κυλούσε χωρίς φρένα. Το κενό αυτό ήταν απαραίτητο, γιατί χωρίς αβεβαιότητα, δεν μπορεί να υπάρχει μύθος.
Από τότε, η εικόνα τους αναπαράγεται ξανά και ξανά, τόσο πολύ που σχεδόν αδειάζει από κάθε νόημα. T-shirts, αφίσες, φωτογραφίες, βίντεο, quotes. Ο Sid και η Nancy έγιναν σύμβολα χωρίς περιεχόμενο, εικονίδια που μπορείς να φορέσεις χωρίς να ξέρεις τι πρασγματικά κουβαλάνε. Σήμερα, η σημασία τους ως εικόνες ξεπερνά κατά πολύ ό,τι πραγματικά έκανε ο Sid ως μουσικός, κι αυτό δεν είναι κατηγορία, είναι διάγνωση. Ο Malcolm McLaren το είχε πει κυνικά και με ακρίβεια: ο Sid ήταν «το απόλυτο DIY punk είδωλο, ένας εύκολος άνθρωπος να συναρμολογηθεί και, άρα, εύκολος να γίνει». Δεν χρειαζόταν να ξέρεις να παίζεις. Χρειαζόταν να αντέχεις μέχρι να καείς.

Ο John Lydon, πολλά χρόνια αργότερα, είχε μιλήσει σαν άνθρωπος που γύρισε πίσω και είδε τα συντρίμμια. Είπε ότι δεν έπρεπε ποτέ να τον πάρει στο συγκρότημα. Ότι δεν είχε καμία πιθανότητα. Ότι η μητέρα του ήταν ηρωινομανής. Ότι ο ίδιος νιώθει, έστω και λίγο, υπεύθυνος για τον θάνατό του. Και δεν το είπε σαν εξομολόγηση, αλλά σαν κάτι που έμεινε άλυτο και βαραίνει ακόμη. Η ειρωνεία είναι πως δεν ήταν κάποιος σκοτεινός dealer σε ένα στενό που έδωσε στον Sid την τελευταία δόση. Ήταν η μητέρα του, η Anne Beverley. Εκείνη του προμήθευσε την ηρωίνη που τον σκότωσε. Κι εκείνη τον βρήκε το επόμενο πρωί, πεσμένο στο πάτωμα, δίπλα σε μια σύριγγα και ένα καμένο κουτάλι. Η σκηνή μοιάζει σχεδόν αβάσταχτα συμβολική, σαν να μην μπορούσε η ιστορία να τελειώσει αλλιώς, σαν να είχε γραφτεί από πριν. Και η τελευταία πράξη ξεκίνησε κάπως έτσι...
Η νύχτα που ο χρόνος έσβησε
Το πρωί της 1ης Φεβρουαρίου 1979, αφού ολοκλήρωσε (τυπικά) το πρόγραμμα αποτοξίνωσης, ο Sid βγήκε από το Rikers Island. Η φυλακή άνοιξε την πόρτα της και τον άφησε πίσω στο Μανχάταν σαν να τον επέστρεφε σε ένα έργο που δεν είχε τελειώσει ποτέ. Στον δρόμο, σχεδόν τυχαία, συνάντησε τον Peter Gravelle, τον φωτογράφο των Sex Pistols. Δεν αντάλλαξαν πολλά. Ο Sid δεν ρώτησε τι κάνει, δεν ρώτησε τι έγινε όσο έλειπε. Ζήτησε ηρωίνη. Ο Gravelle έφερε 200 δολάρια σε δόση και όλοι κατέληξαν στο διαμέρισμα της Michelle Robinson, στην Bank Street. Εκεί μαζεύτηκαν πρόσωπα που σήμερα μοιάζουν περισσότερο με φαντάσματα παρά με ανθρώπους: η Anne Beverley, η μητέρα του, ο Jerry Only από τους Misfits, ο Jerry Nolan από τους Heartbreakers, φίλοι, γνώριμοι, σώματα που μπαινόβγαιναν στο ίδιο δωμάτιο. Κάθισαν, λέει, γύρω-γύρω, έκαναν χρήση, μιλούσαν λίγο, μπορεί και να γελούσαν λίγο. Ο χρόνος άρχισε να λιώνει. Ο Gravelle έφυγε κατά τις τρεις το πρωί, αφήνοντας πίσω του μια σκηνή που έμοιαζε ήδη τελειωμένη.
Ο Jerry Only θυμάται κάτι πιο καθημερινό, σχεδόν παράλογα ήρεμο: ότι με την Anne Beverley μαγείρεψαν φαγητό. Ότι κάποιοι έφυγαν νωρίς, μόλις άρχισε η ηρωίνη να κυκλοφορεί πιο βαριά. Ο Sid ήδη έγερνε, το κεφάλι του έπεφτε μπροστά σαν να μην μπορούσε να το κρατήσει άλλο. Γύρω στις έντεκα το βράδυ, ο Only λέει πως τον σήκωσε, τον ταρακούνησε, του έδωσε μερικά χαστούκια για να τον κρατήσει ξύπνιο. Η Anne τον σκέπασε με μια κουβέρτα και είπε πως θα είναι εντάξει. «Μόλις βγήκε από τη φυλακή, ήταν καθαρός», θυμάται ο Only να σκέφτεται. «Δεν γίνεται να τον πειράξεις έτσι». Κάπου εκεί, σύμφωνα με τον Gravelle, η Michelle Robinson του έδωσε τέσσερα Tuinal (βαρβιτουρικά, από τα αγαπημένα του Sid) για να κοιμηθεί. Να ξεκουραστεί. Να σβήσει λίγο. Κανείς δεν ήξερε αν κοιμόταν ή αν είχε ήδη φύγει. Η νύχτα κύλησε αθόρυβα, χωρίς κορύφωση, χωρίς σκηνή. Ένα σώμα απλώς έμεινε ακίνητο.
Το πρωί της 2ας Φεβρουαρίου, η Robinson και η Beverley τον βρήκαν. Δεν υπήρχε δράμα, μόνο το αποτέλεσμα. Ένας ακόμη θάνατος από υπερβολική δόση. Σε ένα διαμέρισμα, μετά από φαγητό, κουβέντες και υποσχέσεις ότι «θα είναι εντάξει». Και κάπως έτσι, χωρίς φινάλε, χωρίς μουσική υπόκρουση, έκλεισε ο κύκλος.

Ο Lydon περιέγραψε κάποτε την μητέρα του Sid ως mia «παράξενη χίπισσα». Η Beverley είχε χωρίσει από τον πατέρα του Sid νωρίς και μετακινούνταν συνεχώς. Ένα παιδί που μεγάλωσε σε βαλίτσες. Υπήρξε ένα πέρασμα από την Ίμπιζα, όπου λένε, πουλούσε χασίς για να ζήσει. Τελικά, κατέληξε στο Hackney. Εκεί, ο Sid μεγάλωσε χωρίς σταθερότητα, με μια αίσθηση ότι τίποτα δεν κρατάει αρκετά για να αξίζει να δεθείς μαζί του. Ως έφηβος ήταν ματαιόδοξος και απρόβλεπτος, χαμένος ανάμεσα στον Eddie Cochran και το glam rock, σε καθρέφτες και στάσεις σώματος. Το όνομα Sid Vicious τού το έδωσε ο Lydon, προς τιμήν ενός χάμστερ που δάγκωνε. Και οι δύο είχαν την ίδια τάση: σου την έπεφταν όταν ένιωθαν στριμωγμένοι.
Τα ανέμελα χρόνια
Στα πρώτα, άμορφα χρόνια του πανκ, ο Sid ήταν μόνιμο πρόσωπο στο 100 Club της Oxford Street. Εκεί ξεχώριζε επειδή διέλυε τον χώρο. Καθάριζε την πίστα κουνώντας μια αλυσίδα ποδηλάτου, πετούσε ποτά, και (σύμφωνα με τον θρύλο) εφηύρε το pogo απλώς πηδώντας πάνω κάτω για να βλέπει καλύτερα τη σκηνή. Ήθελε να είναι πιο κοντά. Πάντα πιο κοντά. Στο τέλος, ήταν τόσο κοντά που χάθηκε μέσα στο ίδιο το πράγμα που προσπαθούσε να αγγίξει.
Υπήρξε ο πρώτος ντράμερ των Siouxsie and the Banshees στο παρθενικό τους live, ένα σώμα πίσω από τα τύμπανα πριν ακόμη η ιστορία βρει τον ρυθμό της, και ένα από τα πολλά πρόσωπα των ανολοκλήρωτων Flowers of Romance, εκείνης της σχεδόν-μπάντας που έμοιαζε έτοιμη να γίνει υπερ-σχήμα αν της δινόταν χρόνος, με ανθρώπους που αργότερα θα χάραζαν τις δικές τους τροχιές (τη Viv Albertine και την Palmolive των Slits, τον Keith Levene πριν καταλήξει στο Public Image Limited του Lydon, τον Marco Pirroni πριν κουβαλήσει την κιθάρα του δίπλα στον Adam Ant) όλοι μαζεμένοι σαν σπίθες γύρω από μια φωτιά που ποτέ δεν άναψε κανονικά.
Όταν μπήκε στους Pistols το 1977, ο Sid βρήκε επιτέλους ένα κανάλι για την οργή του, ένα μέρος όπου η ένταση μπορούσε να γίνει στάση σώματος και βλέμμα, κι εκείνη η εκρηκτική διαδρομή του συγκροτήματος, από το Lesser Free Trade Hall του Μάντσεστερ μέχρι το τελευταίο Winterland Ballroom στο Σαν Φρανσίσκο, κύλησε σαν πυροτέχνημα: εκτυφλωτικό, επικίνδυνο, σύντομο, αφήνοντας πίσω του καπνό και μια αίσθηση ότι κάτι πέρασε με ταχύτητα μεγαλύτερη απ’ όση μπορούσε να αντέξει.

Οι Sex Pistols, ένα τρένο δίχως φρένα γεμάτο σκηνοθετημένο χάος και αντικαθεστωτική πρόκληση, με τον πανούργα διορατικό McLaren στο τιμόνι, πρόσφεραν στον Sid το τέλειο θέατρο για να αφήσει ελεύθερα τα πιο πρωτόγονα ένστικτά του μπροστά σε ένα κοινό εφήβων που μαγνητιζόταν από το ειρωνικό του χαμόγελο με το σηκωμώνο χείλι, και κάπου εκεί η αυτοκαταστροφή μετατράπηκε σε περφόρμανς, σε μια σειρά από χειρονομίες που έσπρωχναν διαρκώς τα όρια, από τα ναρκωτικά μέχρι τις πληγές που άνοιγε πάνω στο ίδιο του το σώμα με το κοφτερό καπάκι μιας κονσέρβας Heinz Baked Beans, ενώ με τη Nancy αντάλλασσαν καψίματα από τσιγάρα σαν να σφράγιζαν έναν δεσμό που ζητούσε σημάδια για να αποδειχθεί αληθινός.
Οι αφηγήσεις για το ποιος ήταν πραγματικά αλλάζουν ανάλογα με το στόμα που τις θυμάται, και κυκλοφορούν ιστορίες για βία, για εμετούς πάνω σε groupies, για γάτες που βρέθηκαν στραγγαλισμένες, για καυγάδες με rednecks στην καταστροφική αμερικανική περιοδεία, ιστορίες που συσσωρεύτηκαν σαν αποκόμματα εφημερίδων και έγιναν ο εύκολος μύθος, την ίδια στιγμή που άλλοι, όσοι τον γνώρισαν από κοντά, θυμούνται έναν άνθρωπο με οξύ χιούμορ, αδέξιο, τρυφερό, σχεδόν παιδικό, όπως τον περιέγραψε ο Steve Severin, έναν Sid που μπορούσε να γίνει γλυκός και γελοίος μέσα στην ίδια πρόταση.
Η Deborah Spungen, η μεσοαστή μητέρα της Nancy, τον θυμάται στο σπίτι της στη Φιλαδέλφεια ως ντροπαλό, άφωνο σχεδόν, ένα παιδί που στεκόταν αμήχανα στο σαλόνι και αγαπούσε απελπισμένα την κόρη της, κι αυτή η αγάπη, που δεν ήξερε πώς να σταθεί όρθια, καταγράφηκε με τον πιο ωμό τρόπο στο And I Don’t Want to Live This Life, το βιβλίο που πήρε τον τίτλο του από μια φράση του ίδιου του Sid, εκεί όπου η Deborah σημειώνει το τηλεφώνημα από τη φυλακή, τη φωνή του να σπάει, να της λέει πως η ζωή έχασε το βάρος της τη στιγμή που χάθηκε η Nancy, σαν να μιλούσε κάποιος που είχε ήδη αρχίσει να αποσύρεται από τον κόσμο πολύ πριν το σώμα του τον ακολουθήσει.
Ποιος σκότωσε τη Nancy;
Στις 12 Οκτωβρίου 1978, στη Νέα Υόρκη, η Nancy βρέθηκε κάτω από τον νιπτήρα του μπάνιου στο Chelsea Hotel. Ήταν μόλις 20 χρονών. Είχε δεχτεί μαχαιριά στην κοιλιά με ένα πτυσσόμενο στιλέτο, δώρο δικό της στον Sid. Αιμορράγησε μέχρι θανάτου. Η αστυνομία βρήκε τον Sid στον διάδρομο, χαμένο σε μια θολή νάρκη ουσιών. Ο Sid ομολόγησε ότι τη σκότωσε. Ύστερα το πήρε πίσω. Ύστερα το ξαναείπε αλλιώς. Γιατί να παραδεχτεί κάτι που δεν έκανε; Ίσως γιατί πίστεψε ότι το έκανε, χωρίς να το θυμάται, μέσα σε εκείνη τη θολή κατάσταση όπου η ενοχή γίνεται υποκατάστατο ανάμνησης. Κατηγορήθηκε για ανθρωποκτονία δευτέρου βαθμού. Δήλωσε αθώος. Η δισκογραφική του πλήρωσε την εγγύηση και αφέθηκε ελεύθερος. Λίγες μέρες αργότερα συνελήφθη ξανά, αυτή τη φορά για καβγά σε νυχτερινό κλαμπ της Νέας Υόρκης, και κατέληξε στο Rikers Island.
Εκείνες τις μέρες έγραφε γράμματα. Πολλά γράμματα. Στη μητέρα της Nancy. Λόγια γεμάτα μετάνοια, αγάπη, απελπισία. Λόγια που έμοιαζαν περισσότερο με αποχαιρετισμό παρά με υπεράσπιση.
Οι θεωρίες μετά τον θάνατό του άρχισαν να πολλαπλασιάζονται. Κάποιοι πιστεύουν ότι ο Sid ήθελε να αυτοκτονήσει και πήρε σκόπιμα υπερβολική δόση. Είχε προσπαθήσει ξανά: άλμα από παράθυρο νοσοκομείου, κοψίματα, μικρές πρόβες θανάτου. Άλλοι στέκονται στην ιστορία ότι η μητέρα του τού έδωσε η ίδια τη μοιραία δόση, πιστεύοντας πως δεν θα άντεχε μια ζωή στη φυλακή αν καταδικαζόταν, μια πράξη ελέους, λένε, ειπωμένη μόνο μέσα από σιωπές. Υπάρχει και η εκδοχή της ατυχίας: καθαρός από ναρκωτικά μετά τη φυλακή, το σώμα του δεν άντεξε την ποσότητα. Ένα λάθος μέτρημα, ένα σώμα απροετοίμαστο.
Υπάρχουν κι άλλοι που επιμένουν πως ο Sid δεν θα μπορούσε να σκοτώσει τη Nancy εκείνο το βράδυ. Ήταν πολύ χαμένος. Στο δωμάτιο βρίσκονταν έξι άτομα. Ανάμεσά τους και ένας dealer. Χρήματα έλειπαν από το δωμάτιο. Οι λεπτομέρειες δεν έδεναν ποτέ πλήρως, σαν παζλ με κομμάτια από διαφορετικά κουτιά.
Ο Sid δεν δικάστηκε ποτέ για τον φόνο της Nancy. Όταν πέθανε, η αστυνομία της Νέας Υόρκης έκλεισε την υπόθεση. Το μυστήριο έμεινε μετέωρο. Η Deborah Spungen, μητέρα της Nancy, έγραψε αργότερα στην αυτοβιογραφία της And I Don’t Want to Live This Life ότι η κόρη της είχε εμμονή με τον θάνατο, ότι ο Sid και η Nancy είχαν ένα είδος συμφώνου αυτοκαταστροφής. Ότι η Nancy ήθελε να τη μαχαιρώσει. Ότι ήταν ο τρόπος της να ζητήσει απόδειξη αγάπης.
Όταν ο Sid πέθανε, η Anne Beverley έκανε αυτό που ο ίδιος ήθελε. Σκόρπισε τις στάχτες του πάνω στον τάφο της Nancy. Δύο ζωές που μπλέχτηκαν τόσο βαθιά, ώστε ούτε ο θάνατος δεν κατάφερε να τις ξεχωρίσει. Ένα τέλος που δεν έκλεισε τίποτα. Μόνο άφησε πίσω του ένα ερώτημα που συνεχίζει να αιωρείται...






